11

ΔΕΚ
2017

«Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι απαραίτητη για να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχούς γονιμοποίησης»

Παχυσαρκία και αντρική υπογονιμότητα

09 Ιουν 201508.00
«Το υπερβάλλον σωματικό λίπος μπορεί να αυξήσει την μετατροπή της τεστοστερόνης σε οιστρογόνα», γράφει η Μυλώνα Ε. Άννα, Ειδικός Παθολόγος.

Γράφει η Μυλώνα Ε. Άννα, Ειδικός Παθολόγος*

Ως υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία σύλληψης μετά από διάστημα δώδεκα μηνών σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη. Επηρεάζει το 15% περίπου των νέων ζευγαριών. Όλες οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η παθογένεσή της σχετίζεται και με τα δύο φύλα, ενώ σπανιότερα αποδίδεται σε παράγοντες που αφορούν ταυτόχρονα και τους δύο.

Ειδικά η αντρική υπογονιμότητα αποδίδεται σε πλήθος παραγόντων ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται μόλις από το 2004 από τον Jensen και η παχυσαρκία.

Η παχυσαρκία επιδρά αρνητικά στην αντρική υπογονιμότητα με ποικίλους τρόπους, οι οποίοι σχετίζονται με ενδοκρινικές διαταραχές, τη λειτουργία των όρχεων, την ποιότητα του σπέρματος και την στυτική δυσλειτουργία. Οι βασικές επιπτώσεις της παχυσαρκίας στην αντρική υπογονιμότητα είναι:

• Η υποτεστοστεροναιμία δηλαδή η μειωμένη παραγωγή τεστοστερόνης

• Ο υπογοναδοτροπικός υπογοναδισμός ιδίως στη νοσογόνο παχυσαρκία

• Η στυτική δυσλειτουργία

• Η μειωμένη σπερματογένεση

Παχυσαρκία και άξονας υποθάλαμος-υπόφυση

Μελέτες έδειξαν ότι οι παχύσαρκοι άνδρες έχουν χαμηλότερα επίπεδα ολικής τεστοστερόνης στο αίμα τους καθώς και χαμηλότερα επίπεδα των γοναδοτροπινών LH και FSH που είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή, συγκριτικά με τους άνδρες φυσιολογικού βάρους.  Τα χαμηλά επίπεδα των γοναδοτροπινών είναι ενδεικτικά μερικού υπογοναδοτροφικού υπογοναδισμού, κατάσταση στην οποία οι όρχεις δεν λειτουργούν φυσιολογικά. Μάλιστα αποδείχτηκε αρνητική συσχέτιση του ΒΜΙ (δείκτης μάζας σώματος) με τα επίπεδα της ελεύθερης τεστοστερόνης.

Αντίθετα η παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων. Το υπερβάλλον σωματικό λίπος μπορεί να αυξήσει την μετατροπή της τεστοστερόνης σε οιστρογόνα στο αίμα ενός άνδρα. Αυτό οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή της αρωματάσης, ενζύμου που παράγεται κυρίως από το λιπώδη ιστό και ευθύνεται για την περιφερική σύνθεση των οιστρογόνων. Συνέπεια τούτου είναι η αρνητική επανατροφοδότηση της έκκρισης γοναδοτροπινών στους παχύσαρκους άνδρες και άρα η υπολειτουργία των όρχεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίδρασης των οιστρογόνων στην εξέλιξη της παχυσαρκίας στους άνδρες αποτελεί η χορήγηση αναστολέων της αρωματάσης. Μάλιστα στη μελέτη των Raman και Schlegel, όπου και χορηγήθηκε αναστροζόλη σε παχύσαρκους άντρες παρατηρήθηκε τριπλάσια αύξηση της συγκέντρωσης της τεστοστερόνης και σημαντική βελτίωση της γονιμότητας.

Ο ρόλος του ενδοκοιλιακού λίπους

Σημαντικό ρόλο στα επίπεδα της τεστοστερόνης παίζει η ύπαρξη κοιλιακής παχυσαρκίας – δηλαδή το αυξημένο σπλαχνικό λίπος. Αυτό υποδηλώνει η αυξημένη περίμετρος μέσης μεγαλύτερη από 88 εκατοστά στις γυναίκες και 102 εκατοστά στους άνδρες και σχετίζεται ιδιαίτερα με υψηλό κίνδυνο μεταβολικών και καρδιαγγειακών επιπλοκών.

Τα επίπεδα των κυκλοφορούντων ανδρογόνων είναι χαμηλότερα σε άνδρες με κοιλιακού τύπου παχυσαρκία σε σχέση με όσους έχουν το ίδιο ΒΜΙ αλλά όχι ενδοκοιλιακό λίπος.

Η αύξηση του ενδοκοιλιακού λίπους επηρεάζει μια σειρά από αδιποκίνες και εντεροκίνες , οι οποίες εμπλέκονται εκτός από τη διατήρηση του ενεργειακού ισοζυγίου και στη φυσιολογία της αναπαραγωγής.

Οι περισσότερες δημοσιευμένες μελέτες αφορούν την επίδραση αυτών των ουσιών στη γονιμότητα της γυναίκας και έχει σαφώς αποδειχτεί ότι η δυσλειτουργία του λιπώδους ιστού απορυθμίζει τον καταμηνιαίο κύκλο, προάγει το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, μειώνει τις πιθανότητες αυτόματης σύλληψης και αυξάνει τον κίνδυνο αποβολών.

Σε ότι αφορά την ανδρική υπογονιμότητα, η λεπτίνη και έμμεσα η γκρελίνη επιδρούν στη λειτουργία των όρχεων, τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης και κάποιων γοναδοτροπινών.

Η λεπτίνη, γνωστή και ως ορμόνη του λίπους, είναι πρωτεΐνη  που ρυθμίζει το βάρος του σώματος και  διαχειρίζεται τις καύσεις του λίπους. Παράλληλα ρυθμίζει το αίσθημα της πείνας και την σεξουαλική μας συμπεριφορά. Μάλιστα σε αθλήτριες με πολύ χαμηλά επίπεδα λίπους συχνά διακόπτεται η περίοδος και μειώνεται η ικανότητα τεκνοποίησης.

 Οι τιμές της λεπτίνης στα υπέρβαρα άτομα είναι αυξημένες αντίθετα με ότι θα περιμέναμε φυσιολογικά λόγω του ότι τα άτομα αυτά αναπτύσσουν αντίσταση στη δράση της. Δηλαδή παρόλο που υπάρχουν αποθέματα ενέργειας το μήνυμα για διακοπή λήψης τροφής δεν μεταφέρεται σωστά και τα επίπεδα της λεπτίνης αυξάνουν χωρίς ωστόσο να είναι αποδοτική η αύξηση αυτή .

Μελέτες έδειξαν ότι η λεπτίνη επιδρά άμεσα στη λειτουργία των όρχεων καθώς αυξημένες συγκεντρώσεις αυτής οδηγούν σε σημαντική δοσοεξαρτώμενη αναστολή της παραγωγής τεστοστερόνης από τα κύτταρα Leydig των όρχεων.

Η γρελίνη, είναι μια εντεροκίνη παραγόμενη στο έντερο και στο στόμαχο. Η κύρια δράση της είναι ορεξιογόνος και τα επίπεδα της σχεδόν διπλασιάζονται προγευματικά ενώ μειώνονται ταχύτατα μετά τη λήψη τροφής. Η γρελίνη αναστέλλει την κατανάλωση ενέργειας, ευνοεί την αποθήκευση λίπους και διεγείρει τη δράση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Χαρακτηριστικές δράσεις της αποτελούν η αύξηση της έκκρισης της αυξητικής ορμόνης και ο έλεγχος της έκκρισης της φλοιοτρόπου. Επίσης είναι γνωστό ότι η γρελίνη επάγει την έκκριση τεστοστερόνης  in vitro. Μελέτη του Pagotto και συν. απέδειξε την θετική συσχέτιση της γρελίνης με τα ανδρογόνα. Ωστόσο στους παχύσαρκους άνδρες τα επίπεδα γρελίνης είναι χαμηλά γεγονός που αντανακλά στην λειτουργία των όρχεων και την παραγωγή ανδρογόνων.

Τα στοιχεία για τις υπόλοιπες αδιποκίνες και εντεροκίνες είναι πολύ περιορισμένα για τους υπογόνιμους άντρες  και αφορούν μέχρι στιγμής μόνο τις υπογόνιμες παχύσαρκες γυναίκες.

Το μόνο κλινικό στοιχείο που αποδεικνύει  συσχετισμό του ενδοκοιλιακού λίπους με την ανδρική υπογονιμότητα αφορά τα επίπεδα του παράγοντα TNF-a (tumor necrosis factor-a), ο οποίος εμπλέκεται στην παθογένεια της παχυσαρκίας  μέσω των προφλεγμονωδών καταστάσεων που επάγει, οι οποίες σχετίζονται με την αγγειακή ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Τα παχύσαρκα άτομα έχουν υψηλά επίπεδα TNF-a και αυτό συντελεί και στη στυτική δυσλειτουργία.

Παχυσαρκία και σπέρμα

Η παχυσαρκία επηρεάζει σημαντικά και το σπέρμα ως προς την κινητικότητα, την ποσότητα και τη μορφολογία. Αρκετές μελέτες αποδεικνύουν ότι  η κινητικότητα του σπέρματος αναστέλλεται στους παχύσαρκους άνδρες και ειδικότερα σε αυτούς με κοιλιακή παχυσαρκία, ενώ παρατηρήθηκαν γενετικές αλλοιώσεις του DNA του σπέρματος αυτών. Η συνύπαρξη των δύο καταστάσεων συνδέονται τόσο με το οξειδωτικό stress όσο και με προφλεγμονώδεις καταστάσεις ( TNF-a) οι οποίες επηρεάζουν τη μορφολογία του σπέρματος και εμμέσως την κινητικότητα του και την αλληλεπίδραση του με τα ωάρια.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων της μελέτης Sallmen,  έδειξε πως αύξηση του ΒΜΙ των ανδρών κατά 3 μονάδες αύξανε την υπογονιμότητα των ζευγαριών και μάλιστα αύξηση κατά 10 Kg στο βάρος των ανδρών μείωνε την ανδρική γονιμότητα κατά 10%..

Παχυσαρκία και στυτική δυσλειτουργία

Η παχυσαρκία στους άντρες έχει συσχετισθεί  και με την στυτική δυσλειτουργία. Το 79% των ανδρών που συμμετείχαν στην Massachusetts Male Aging Study (MMAS) και οι οποίοι εμφάνισαν στυτική δυσλειτουργία ήταν παχύσαρκοι ή υπέρβαροι. Στην ίδια μελέτη αποδείχτηκε ότι η στυτική δυσλειτουργία είναι ανεξάρτητη από πιθανή απώλεια βάρους που μπορεί να επέρχεται στην πορεία της ζωής του ασθενούς. Είναι σημαντικό ότι η μελέτη αυτή εξισώνει το παθογενετικό υπόβαθρο της στυτικής δυσλειτουργίας με την καρδιαγγειακή νόσο και τον σακχαρώδη διαβήτη αφήνοντας περιθώρια βελτίωσης της ανδρικής υπογονιμότητας μέσω τη ρύθμισης του σωματικού βάρους και των επιπέδων της γλυκόζης αφού έτσι έμμεσα βελτιώνεται η ενδοθηλιακή λειτουργία.

Τέλος αξίζει να αναφερθεί ότι η ανδρική υπογονιμότητα επηρεάζεται ακόμα και από την υπερηβική και υποδόρια αύξηση του λίπους  η οποία προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας του όσχεου και οδηγεί σε υπογονιμότητα.

Συμπεράσματα

Η ανδρική υπογονιμότητα είναι μια πολυπαραγοντική νόσος με σημαντικές ιατροκοινωνικές συνέπειες. Η επίδραση της κοιλιακής παχυσαρκίας στην εξέλιξή  της έχει ιδιαίτερη σημασία, κυρίως μετά τα πρόσφατα κλινικά στοιχεία που συνδέουν τις ενδοκρινείς δράσεις του λιπώδους ιστού και των αδιποκινών και εντεροκινών με τον άξονα υποθάλαμος- υπόφυση και την λειτουργία των όρχεων.

Απαραίτητη λοιπόν κρίνεται η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είτε με δίαιτα και άσκηση είτε με χρήση φαρμακευτικής αγωγής όπου αυτή ενδείκνυται ώστε να επιτευχθεί βελτίωση του λιπιδαιμικού, του γλυκαιμικού και του ορμονικού προφίλ των υπογόνιμων ανδρών και να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχούς γονιμοποίησης.

*Μυλώνα Ε. Άννα, Ειδικός Παθολόγος. Πατριάρχου Γρηγορίου Ε’ 45, Βούλγαρη Θεσ/νικη.

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ;(1)

© 2012 ePublish

Rss | Επικοινωνία