Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΛΙΝΗ
«Και τι θα κάνετε αν δεν βρείτε τα φάρμακα;»
«Δεν ξέρω».
Εδώ φτάσαμε λοιπόν. Οι δημοσιογράφοι βγαίνουν με τα μικρόφωνα στα χέρια και ρωτούν τον κόσμο που δεν έχει φάρμακα, τι θα κάνει. Το αποκαρδιωτικό είναι ότι η ερώτηση δεν στερείται ουσίας. Αντιθέτως.
Μέσα σε όλο το επικοινωνιακό πολιτικό-οικονομικό παιχνίδι που παίζεται την τρέχουσα περίοδο, δυστυχώς γινόμαστε μάρτυρες τραγικών καταστάσεων. Τα φάρμακα είναι πολύ ακριβά και σιγά σιγά τελειώνουν. Ακόμα και αυτά τα οποία υπάρχουν θα πρέπει οι πολίτες να τα πληρώνουν επί τόπου γιατί οι φαρμακοποιοί πολεμούν την κυβέρνηση για αυτά που τους χρωστά. Εν τω μεταξύ άρρωστοι άνθρωποι περιμένουν σε ουρές. Ο Βενιζέλος τα ρίχνει στον Τσίπρα, η ΝΔ ακολουθεί κατά πόδας, ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι δεν φταίει σε τίποτα. Τα γνωστά.
Θα ήθελα πολύ να πω για άλλη μια φορά ότι όλα αυτά είναι αποκλειστικά και μόνο πολιτικές αθλιότητες, αλλά δυστυχώς αυτές τις μέρες οι απειλές και η κινδυνολογία γίνονται ως ένα βαθμό πραγματικότητα. Ξεπηδούν από τα τηλεοπτικά παράθυρα και παίρνουν σάρκα και οστά. Αυτή ίσως να είναι η μεγάλη διαφορά αυτής της περιόδου με περασμένες προεκλογικές ημέρες. Ότι δηλαδή αυτά που λέγονται, την επόμενη μέρα μπορεί να τα βρεις μπροστά σου.
Φυσικά και θα κινδυνολογήσουν, κατά τη συνήθη τους τακτική, οι Έλληνες πολιτικοί για να τρομάξουν τους ψηφοφόρους. Ασφαλώς, όντας στριμωγμένοι στα σκοινιά, πανικοβλημένοι για την καρέκλα, θα φουσκώσουν την κατάσταση. Αυτή τη φορά όμως το πρόβλημα είναι υπαρκτό, χειροπιαστό. Και να δοθεί προσωρινή λύση αύριο, το πρόβλημα δεν φεύγει.
Βρεθήκαν ξαφνικά όλοι στην Ελλάδα προ των ευθυνών τους: Οι πολιτικοί για να παρουσιάσουν προτάσεις που θα έχουν άμεσα αποτελέσματα και οι πολίτες για να αποφασίσουν ποιον θέλουν να τους λύσει άμεσα τα καθημερινά τους προβλήματα. Όποιος κάνει περισσότερα, όποιος δείξει ότι μπορεί να αλλάξει κάτι ουσιαστικά, αυτός κερδίζει. Συνθήκες δηλαδή στις οποίες διαχρονικά ευδοκιμούν τα ρουσφέτια, οι χάρες, οι υποσχέσεις, η βία. Τίποτα διαφορετικό δηλαδή από αυτό που ζούμε τόσα χρόνια τώρα.
Είναι λοιπόν όλα μαύρα; Χάθηκε η ελπίδα και πάμε προς ολοταχώς κατά διαόλου; Ε, αυτό που «ξεχνούν» να πουν οι πολιτικοί και τα κανάλια είναι τι μπορεί να κάνει ο καθένας από εμάς για να διεκδικήσει ένα καλύτερο αύριο. Αυτός ο τρόπος είναι η συμμετοχή. Αυτή η μαγική λέξη η οποία προϋποθέτει ότι ο πολίτης θα βγει στο δρόμο, θα πολιτικοποιηθεί, θα συμμετάσχει στα κοινά, θα ψηφίσει, θα γίνει ένα ενεργό μέλος της κοινωνίας. Δεν απαιτείται από τον πολίτη μόνο να παρακολουθεί ώρες άχρηστης λογομαχίας στα παράθυρα και μετά να ρίχνει μία ψήφο στα κουτουρού.
Η ενεργή συμμετοχή μπορεί να αλλάξει την κατάσταση, δεν είναι μύθος, δεν είναι ιστορία αισιόδοξης επιστημονικής φαντασίας. Εμείς έχουμε ξεχάσει ότι είναι θεμελιώδες στοιχείο της δημοκρατίας να δίνει τη δύναμη και τον τρόπο στο λαό να αποφασίζει και να διεκδικεί τι θέλει. Έχουμε ξεχάσει γιατί ζούμε καθημερινά αδιέξοδα και απελπιζόμαστε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αποτυχία της δημοκρατίας που βιώνουμε σήμερα, ότι δηλαδή νιώθουμε ότι ο λόγος μας δεν μπορεί να αλλάξει κάτι.
«Και τι θα κάνετε αν δεν βρείτε τα φάρμακα;»
«Θα παλέψω για κάτι καλύτερο».