Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Δυο μέρες μόνο έμειναν για τις επαναληπτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου. Όπως λέει και το ομότιτλο τραγούδι, «δυο μέρες μόνο, όσο μια βόλτα διαρκεί, για τόσο μόνο» θα υπομείνουμε όλο αυτό το κακόγουστο θέατρο του φαίνεσθαι. Το πιο αισιόδοξο συμπέρασμα που ενδεχομένως θα εξαχθεί θα είναι ότι «ο λαός ήρθε σε ρήξη με το κατεστημένο, επιζητώντας την αλλαγή». Καλό θα ήταν να διευκρινίσουμε ποια ακριβώς αλλαγή επιθυμούμε, δεδομένου ότι είναι ακόμη νωπή η -προ τριακονταετίας και πράσινης απόχρωσης- «Αλλαγή», η οποία μας άλλαξε τα φώτα κανονικά.
Αναρωτιέμαι πχ, σε περίπτωση που μας ανορθώσουν την οικονομία οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης, σαν να είμαστε κάποιο γέρικο και πεσμένο στήθος, αν θα ξαναρχίσουμε να ηδονιζόμαστε με την άνοδο των δεικτών. Μας έχει γίνει ας πούμε κτήμα ότι το περίφημο ΑΕΠ ουδεμία σχέση έχει με τη γενική ευημερία οποιασδήποτε χώρας; Ένα απλό παράδειγμα είναι νομίζω αρκετό. Αν το ΑΕΠ αποτελείται από το εισόδημα 1.000 ανθρώπων και i) το εισόδημα των 999 μειωθεί κατά 10 μονάδες και ii) το εισόδημα του χιλιοστού ατόμου του δείγματος αυξηθεί κατά 10.000 μονάδες, τότε το ΑΕΠ θα έχει α) αυξηθεί ή β) μειωθεί; Επειδή λοιπόν η σωστή απάντηση είναι το α), καλό θα είναι να μην πανηγυρίζουμε για γκολ που μπαίνουν σε άλλα γήπεδα από το δικό μας.
Αναρωτιέμαι επίσης, πότε επιτέλους θα εμπλουτιστεί η θεματολογία της εγχώριας πολιτικής συζήτησης. Η φρασεολογία που περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το Μνημόνιο έχει αρχίσει να μου τσαλακώνει επικίνδυνα τα νεύρα. Οι παράπλευρες συνέπειες της τάσης αυτής, του εξοβελισμού δηλαδή της πολιτικής από τον πολιτικό λόγο, είναι κάπως αθέατες και δύσκολα εντοπίσιμες. Μία αρκετά ύπουλη παρενέργεια έγκειται στο ότι ο ελληνικός λαός έχει πειστεί πως οι κραυγές εναντίον του Μνημονίου αρκούν για να σηκωθεί κάποιο μπαϊράκι επανάστασης. Στο μεταξύ όμως, ένας άτυπος και ολοκληρωτικός κοινωνικός εμφύλιος μαίνεται και αφήνει πίσω του συντρίμμια.
Παρά τα περί του αντιθέτου ευχολόγια, η κοινωνική συνοχή τείνει προς το μηδέν στην Ελλάδα, γεγονός μάλλον λογικό αν αναλογιστεί κανείς πως στηρίζεται αποκλειστικά στην αντιμνημονιακή επίφαση. Η πραγματικότητα μαρτυρά τη διαίρεση και τον διχασμό σε πάμπολλες περιπτώσεις. Οι ιδιωτικοί υπάλληλοι νιώθουν απέχθεια για τους δημόσιους υπαλλήλους, συγχέοντας μάλλον ανεπιστρεπτί την έννοια του δημόσιου αγαθού με το έκτρωμα του Δημοσίου που δημιούργησαν τα δύο μεγάλα κόμματα και οι στρατιές των εξαρτώμενών τους. Οι άνεργοι θεωρούν τους χαμηλομισθωτούς προνομιούχους, οι αδιόριστοι σιχαίνονται τους διορισμένους, όλες οι εδραιωμένες επαγγελματικές συντεχνίες οδύρονται αποκλειστικά για τα του οίκου τους, γενικότερα ο καθένας έχει να προσάψει στον γείτονά ή τον συνάδελφό του μια μακρά λίστα κατηγοριών και μάλλον δικαιολογημένα.
Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κλίμα αντιπαλότητας όλων εναντίων όλων διαιωνίζεται μία ρητορική κάθε άλλο παρά ανατρεπτική. Ένα τυχαίο παράδειγμα μεταξύ πολλών άλλων, εντούτοις απόλυτα ενδεικτικό, είναι οι Έλληνες εφοπλιστές. Είναι σα να σφαζόμαστε για το ποιος θα έχει προνομιακή θέση στο συσσίτιο, θεωρώντας άπιαστο όνειρο το γκουρμέ εστιατόριο. Οι ντόπιοι εφοπλιστές λοιπόν, συνεισφέροντας σταθερά κατά 6% στο λατρεμένο ΑΕΠ, απολαμβάνουν αδιανόητων φορολογικών προνομίων, τα οποία τους παρέχονται κανονικά και με τον νόμο και μάλιστα τι νόμο, ολόκληρο άρθρο 107 του Συντάγματος… Τα λεφτά πηγαίνουν στα λεφτά ως γνωστόν, έστω και με έμμεση μορφή, όπως αυτή των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών.
«Οι εφοπλιστές ας είναι και ζάμπλουτοι, δεν τρώνε από τη δική μας πίτα», θα αναφωνήσει ο ριζοσπαστικοποιημένος και τόσο επαναστατημένος ελληνικός λαός. Το καταπληκτικό είναι πως οι Έλληνες εφοπλιστές, οι οποίοι παρεμπιπτόντως ελέγχουν το 20% του παγκόσμιου στόλου και το 40% της κοινοτικής ναυτιλίας, βρίσκουν κάθε χρόνο εν μέσω κρίσης χείρα βοηθείας από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα (που υποτίθεται πως καταρρέει), με δάνεια που ανέρχονται σε δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα αντίστοιχης χροιάς παραδείγματα πραγματικά δεν τελειώνουν και προκαλούν απόγνωση. Δέκα χιλιάδες off-shore εταιρίες ελληνικών συμφερόντων στερούν από το Δημόσιο φόρους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά η κοινώς αποδεκτή ανάγκη για πάταξη της φοροδιαφυγής επιβάλλει τη χυδαία και ανεκδιήγητη μείωση του αφορολόγητου. Επόμενο βήμα θα είναι να φορολογηθεί η ανεργία. Μεθεπόμενο, να φορολογηθούν εκτάκτως όσοι αποδεικνύεται πως πληρώνουν κανονικά τους φόρους τους. Όσο η κουβέντα αναλώνεται γύρω από τις παρυφές και όχι τις κορυφές, θα μιλάμε για διαχείριση μιας κατάστασης και όχι για ανατροπή της και είναι πάντοτε χρήσιμο να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.