Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Η Γλυκερία Καλαϊτζή μιλάει για την «Όπερα του ζητιάνου»

Η Γλυκερία Καλαϊτζή μιλάει για την «Όπερα του ζητιάνου»
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ

Η ανάγκη, η διαφθορά, το χρήμα και ο υπόκοσμος πρωταγωνιστούν στην «Όπερα του ζητιάνου» του Τζον Γκέι που ανεβάζει αυτό το διάστημα στο Θέατρο Αθήναιον η ομάδα Passatempo.

Πρόκειται για μια λαϊκή μουσική παράσταση με ήρωες μαστροπούς, πόρνες, κλεφτρόνια, και κλεπταποδόχους, που ερωτεύονται και παντρεύονται για να βρεθούν μπλεγμένοι σ’ ένα κυνήγι χρήματος και ανταγωνισμού, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και πουλημένη δικαιοσύνη. «Η επικαιρότητα που ξαναπαίρνει αυτό το έργο στη σημερινή συγκυρία της κρίσης και της διαφθοράς ήταν ένας από τους λόγους που αποφασίσαμε να το ανεβάσουμε», δήλωσε στον «Τ.Θ.» η κα Γλυκερία Καλαϊτζή που έκανε τη σκηνοθεσία, τη μετάφραση και τη διασκευή. Η ίδια τόνισε ότι «Η κρίση μας ωθεί να δούμε τη ζωή μας αλλιώς» και «η τέχνη οφείλει να το αφουγκραστεί αυτό» και εμείς από την πλευρά μας να κάνουμε τη διασκέδασή μας πιο ουσιαστική.

-Η «Όπερα του ζητιάνου» είναι ένα έργο που ανεβαίνει σπάνια. Γιατί αποφασίσατε να το ανεβάσετε;

-Πράγματι είναι ένα έργο που ανεβαίνει σπάνια, ωστόσο από τη στιγμή που πρωτοπαίχτηκε, το 1728, δεν σταμάτησε να παίζεται. Η απόφασή μας να το ανεβάσουμε έχει να κάνει καταρχήν με την επικαιρότητα που ξαναπαίρνει αυτό το έργο στη σημερινή συγκυρία της κρίσης και της διαφθοράς. Ο συγγραφέας, με τρόπο σατιρικό αλλά οξύ, μας δείχνει τι συμβαίνει στη ζωή και την κοινωνία, όταν κυριαρχεί αποκλειστικά το χρώμα του χρήματος. Ένας δεύτερος λόγος που μας έκανε να το επιλέξουμε ήταν η φόρμα του, αυτή η συχνή εναλλαγή πρόζας και μουσικής, αλλά και οι δυνατότητες που ανοίγει αυτή η διαπλοκή για ένα παιχνίδι με τις θεατρικές συμβάσεις, όπου οι ηθοποιοί θα μπαίνουν και θα βγαίνουν από τους ρόλους τους.

-Ο Γκέι το έγραψε για να κριτικάρει την αστική τάξη της εποχή του. Πώς αντέδρασε το κοινό;

-Αν κρίνει κανείς από τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το έργο, όταν πρωτοπαίχτηκε (λέγεται ότι ήταν τόση η κοσμοσυρροή που το θέατρο Λίνκολ Ιν, που βρισκόταν απέναντι, έκλεισε λόγω έλλειψης θεατών), αντιλαμβάνεται ότι το κοινό ανταποκρίθηκε κάτι παραπάνω από θερμά. Επιπλέον ο Γκέι παρωδούσε γνωστά πρόσωπα της εποχής του. Για παράδειγμα στο πρόσωπο του Πήτσαμ παρωδούσε τον ίδιο τον πρωθυπουργό κι αυτό δημιουργούσε μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό που αναγνώρισε πίσω από την υπερβολή και τη διόγκωση πρόσωπα και πράγματα της επικαιρότητας.

-Πόσο καταλυτικό για την αναγνώρισή του ήταν το γεγονός ότι ο Μπρεχτ χρησιμοποίησε την «Όπερα της ζητιάνου» ως έμπνευση για την «Όπερα της πεντάρας»;

-Μάλλον το ανάποδο συνέβη. Η «Όπερα του ζητιάνου» συνέχισε να παίζεται στους αιώνες που ακολούθησαν. Ο Μπρεχτ τη γνώρισε από ένα λονδρέζικο ανέβασμα, που έγινε με αφορμή τα διακόσια χρόνια από την πρώτη παράσταση του έργου, και όπως αναφέρει ένας μελετητής του, η επιτυχία της παράστασης (παιζόταν σχεδόν δυο χρόνια) ήταν εκείνη που τον ώθησε να τη διασκευάσει. Φυσικά το συγγραφικό μέγεθος του Μπρεχτ δεν συγκρίνεται με αυτό του Γκέι και στα νεότερα χρόνια η «Όπερα της πεντάρας» επισκίασε εκείνη του «Ζητιάνου». Ωστόσο εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παίζεται αρκετά συχνά, κυρίως στην Αγγλία.

-Οι καταστάσεις που βιώνουμε οικονομικά και κοινωνικά γεννούν την ανάγκη να στραφούμε σε διαφορετικά είδη διασκέδασης και εν προκειμένω στο θέατρο σε μια λαϊκή όπερα;

-Όχι τόσο να στραφούμε σε διαφορετικά είδη διασκέδασης όσο να κάνουμε τη διασκέδασή μας πιο ουσιαστική. Να μην είναι μόνο ξόδεμα χρόνου και ενέργειας. Τα τελευταία χρόνια διασκεδάζαμε με έναν τρόπο σα να θέλαμε να ξεχάσουμε τη ζωή μας, να σβήσουμε την καθημερινότητά μας. Η διασκέδαση όμως και η ψυχαγωγία δεν είναι αυτό το πράγμα. Είναι ο χρόνος που μας προσφέρεται για να δούμε τον εαυτό μας και την καθημερινότητά μας πιο χαλαρά και από κάποια απόσταση. Και η κρίση που βιώνουμε σήμερα —οικονομική αλλά και κοινωνική και κουλτούρας— μας ωθεί να επανεξετάσουμε κάποια πράγματα, να δούμε τη ζωή μας αλλιώς. Η τέχνη οφείλει να το αφουγκραστεί αυτό.

-Η παραγωγή αυτή της ομάδας Passatempo είχε ανεβεί το καλοκαίρι στο Θέατρο Κήπου και ήδη παίζεται εδώ και λίγες μέρες στο θέατρο Αθήναιον. Πώς ανταποκρίνεται το κοινό;

-Η παράσταση της «Όπερας του ζητιάνου» είναι μια μεγάλη παραγωγή. Οκτώ ηθοποιοί παίζουν τους εικοσιτρείς ρόλους του έργου, ενώ στη σκηνή βρίσκονται και τέσσερις μουσικοί. Από αυτή την άποψη ήταν ένα μεγάλο ρίσκο για μια ομάδα τόσο μικρή σαν τη δική μας, με μόλις δύο χρόνια ζωής και χωρίς πόρους. Το τολμήσαμε ωστόσο. Το είδαμε σαν μια πρόκληση και λίγο κόντρα στη λογική που θέλει στη κρίση να συμμαζεύεσαι και στην ψυχή και στη θέληση. Ήταν ένα δημιουργικό παιχνίδι και είμαστε πολύ ευτυχείς που το κοινό ανταποκρίθηκε ήδη από τις πρώτες παραστάσεις τόσο θερμά.

-Ποιες δυσκολίες συναντήσατε στην προετοιμασία της παράστασης δεδομένους ότι σε αυτήν οι ηθοποιοί τραγουδούν και χορεύουν;

-Οι δυσκολίες ήταν πολλές. Κανείς μας δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με αυτή τη φόρμα, ούτε έχουμε και αντίστοιχη παράδοση στην Ελλάδα. Το πιο κοντινό που γνωρίζουμε είναι το κωμειδύλλιο. Τις ξεπεράσαμε ωστόσο, χάρη στη διαθεσιμότητα όλων των συντελεστών και των ηθοποιών, και ίσως επειδή δουλέψαμε και κάπως διαφορετικά από ό,τι γίνεται συνήθως. Δηλαδή από την αρχή των προβών μάς απασχολούσαν εξίσου τόσο η πρόζα όσο και ο χορός και το τραγούδι και τα δουλεύαμε παράλληλα. Αυτό βοήθησε πολύ τους ηθοποιούς να αντιληφθούν γρήγορα ότι ο ρόλος τους ήταν μια σύνθεση από πρόζα, τραγούδι και χορό.

-Ποιο το επόμενο επαγγελματικό βήμα για την ομάδα και ποιο για εσάς προσωπικά;

-Τα τελευταία δύο χρόνια έχω σχεδόν ταυτίσει την καλλιτεχνική μου ζωή με αυτή του Passatempo, οπότε τα σχέδιά μας είναι κοινά. Αν και στους καιρούς που ζούμε είναι πολύ δύσκολο να προγραμματίζεις, θα μας ενδιέφερε να συνεχίσουμε με κάποια παλιά ή και κλασικά κείμενα αλλά και να δουλέψουμε πάνω σε φόρμες από διαφορετικά είδη θεάτρου.

Μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία Γλυκερία Καλαϊτζή. Μουσική Κώστας Βόμβολος, χορογραφίες Ιωάννα Μήτσικα. Παίζουν: Ειρήνη Αμπουμόγλι, Κυριάκος Δανιηλίδης, Αργυρώ Άννα Ευθυμίου, Άννα Κυριακίδου, Ανανιάδου, Κωνσταντίνα Λάλλου, Πέτρος Παπαζήσης, Στέφανος Πίττας, Μιχάλης Συριόπουλος. Και οι μουσικοί: Δημήτρης Βαλιώτης (κρουστά), Αλκυόνη Θηλυκού (πιάνο), Θοδωρής Κεσίσογλου (σαξόφωνο), Γιάννης Μαστρογιάννης (βιολί). Παραστάσεις Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή 21.15.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Κινδυνεύει το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι»

Η Γλυκερία Καλαϊτζή μιλάει για την «Όπερα του ζητιάνου»