Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Στις 14 Μαΐου του 1948 το εβραϊκό συμβούλιο ανακήρυττε την ανεξαρτησία του Ισραήλ και τα λόγια του τότε πρωθυπουργού Δαβίδ Μπεν Γκουριόν έμελε να προοικονομούν μισό αιώνα ιστορίας. Ο Μπεν Γκουριόν, λίγες ώρες πριν ξεσπάσει ο πρώτος, εκ των τεσσάρων, αραβοϊσραηλινός πόλεμος έγραφε στο ημερολόγιό του: «Στις τέσσερις το απόγευμα ανακηρύχθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Η μοίρα του βρίσκεται πλέον στα χέρια των Ενόπλων Δυνάμεων». Έκτοτε, η μοναδική πολιτική συζήτηση για το Τελ Αβίβ ξεκινούσε και τελείωνε με άξονα την ασφάλεια και την αναγκαιότητα για στρατιωτική υπεροχή. Το περασμένο καλοκαίρι, όμως, οι Ισραηλινοί κατέβηκαν μαζικά στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για κάτι άλλο. Για μία σωρεία περικοπών από την κυβέρνηση Νετανιάχου, για το κόστος διαβίωσης και το ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας.
Το προηγούμενο καλοκαίρι, λοιπόν, οι Ισραηλινοί ήταν και αυτοί αγανακτισμένοι. Ακριβώς, όπως γέμιζαν οι πλατείες στην Ευρώπη, έτσι και στο Τελ Αβίβ, την Ιερουσαλήμ και την Χάιφα, ο ισραηλινός λαός έδινε τη δική του μάχη. Το κίνημα της 14 Ιουλίου, όπως ονομάστηκε από την πρώτη μέρα των διαδηλώσεων, δεν προβλήθηκε από τα κυρίαρχα μέσα, παρότι στις 3 Σεπτεμβρίου 430.000 άνθρωποι συγκλόνισαν ολόκληρο το Ισραήλ (ο συνολικός πληθυσμός της χώρας είναι περίπου 7,5 εκατ., άρα περίπου το 6% ήταν στον δρόμο!). Με την πάροδο του χρόνο, όμως, με την καταστολή και την διάσπασή του ίδιου του κινήματος, οι διαμαρτυρίες κόπασαν, ενώ ακόμη και η επέτειος του ενός έτους είχε μειωμένη συμμετοχή.
Αυτή την επέτειο διάλεξε ο 58χρονος Μοσέ Σιλμάν για να αυτοπυρποληθεί, σε κοινή θέα, αφήνοντας σημείωμα στο οποίο κατηγορεί τον πρωθυπουργό Νετανιάχου και τον υπουργό Οικονομικών, Γιουβάλ Στάινιτζ, «για τον καθημερινό εξευτελισμό όλων των πιο αδύναμων οικονομικά Ισραηλινών». Μετά τον θάνατο του Σίλμαν, έξι μέρες μετά, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και ο ίδιος ο Νετανιάχου μίλησαν για μεμονωμένη, προσωπική τραγωδία χωρίς προεκτάσεις για το κράτος του Ισραήλ. Ωστόσο, όπως απαντούν οι διαδηλωτές, η χρεοκοπία, οι κατασχέσεις, η διακοπή επιδομάτων, δεν είναι μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά «ένα μάλλον τυπικό παράδειγμα της κατάστασης στην οποία έχουν φέρει την κοινωνία οι πολιτικές που ακολουθεί η κυβέρνηση».
Τους διαδηλωτές επιβεβαιώνει η πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), όπου εντάχτηκε πλέον και το Ισραήλ, γράφοντας πως το Τελ Αβίβ δαπανά το 16% του ΑΕΠ της χώρας σε δημόσιες υπηρεσίες, την ώρα που ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 22%. Όπως έγραφε ο ίδιος ο Σίλμαν στο σημείωμα που άφησε «ο Νετανιάχου πήρε από τους φτωχούς και έδωσε στους πλουσίους», κάτι που προκύπτει και από παλαιότερα στοιχεία του ΟΟΣΑ. «Η φτώχεια στο Ισραήλ είναι πιο εκτενής απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος του ΟΟΣΑ». Ως φτώχεια ο ΟΟΣΑ ορίζει το εισόδημα κάτω του 50% του μεσοσταθμικού όρου της χώρας, όπου ο μέσος όρος των 30 (πλέον 34) μελών του Οργανισμού είναι 11%, ενώ το Ισραήλ βρίσκεται στο 19, 9%. Παράλληλα, το 60% του πλούτου της χώρας βρίσκεται στα χέρια του 10%.
Τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα της χώρας οδήγησαν και δεύτερο Ισραηλινό στο απονενοημένο διάβημα και τον θάνατο. Ο 45χρονος Ακίβα Μάφι, ένας βετεράνος του ισραηλινού στρατού καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, έβαλε φωτιά στα ρούχα του σε μια στάση λεωφορείου στα περίχωρα του Τελ Αβίβ στις 30 Ιουνίου, με αφορμή μια διαμάχη του με τις αρχές για τη χορήγηση ενός επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας. Χθες, υπέκυψε και αυτός στα τραύματά του.
Η τηλεοπτική, επίπεδη και επιδερμική αντιμετώπιση των γεγονότων οδηγεί σε κρίσεις ανιστόρητες, έως και αφελείς. Κάθε φορά, λοιπόν, που ένας άνθρωπος δίνει τέλος στη ζωή του με τον πιο απογοητευτικό τρόπο, υπάρχει η ίδια κενού τόπου αναπαραγωγή της ιστορίας του Τυνήσιου πλανόδιου πωλητή που άναψε τη φλόγα της αποκαλούμενης Αραβικής Άνοιξης, Μοχάμεντ Μπουαζίζι. Το ζήσαμε και στην Ελλάδα με τον αυτόχειρα κ. Δημήτρη Χριστούλα. Όχι, λοιπόν. Ούτε ο Μοσέ Σιλμάν, ούτε ο Ακίβα Μάφι θα είναι οι Μοχάμεντ Μπουαζίζι του Ισραήλ. Κανένα εξαγριωμένο πλήθος δεν θα διώξει τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, όπως έγινε με τον Μπεν Αλί.
Οι συνθήκες, όμως, ίσως να γίνονται ολοένα και πιο ώριμες ώστε οι «προσωπικές» τραγωδίες των Σίλμαν και Μάφι να θεωρηθούν εθνικές και η «μεμονωμένη τραγωδία» της Παλαιστίνης να θεωρηθεί άρρηκτα συνδεδεμένο τμήμα, απαρέγκλιτο και σύμφυτο με την κοινωνική δικαιοσύνη που ζητούν οι Ισραηλινοί.