Η στήριξη στους Έλληνες παραγωγούς είναι επιβεβλημένη, επισημαίνουν οι έμποροι, ενώ εκφράζουν ικανοποίηση για την προτίμηση των καταναλωτών σε ελληνικά προϊόντα
Την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι τα συμπεράσματα της πρώτης πανελλαδικής έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου που δείχνουν ότι η αντίληψη των καταναλωτών για τα ελληνικά προϊόντα άλλαξε και πλέον κατά μέσον όρο 7 στους 10 Έλληνες προτιμούν ελληνικά προϊόντα, εκφράζει η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, σε ανακοίνωσή της. Παράλληλα επισημαίνει ότι «η νέα επισιτιστική κρίση είναι ευκαιρία δυναμικής επιστροφής στην καλλιέργεια της ελληνικής γης και σωστής εμπορικής διαχείρισης των ελληνικών προϊόντων», ενώ τονίζεται ότι η στήριξη στους Έλληνες παραγωγούς είναι επιβεβλημένη, ακόμα και στην περίπτωση που η τελική τιμή πρέπει να διαμορφωθεί λίγο ακριβότερα για να τους καλύψει τα αυξημένα έξοδα, μέχρι η προσφορά και η ζήτηση να σταθεροποιηθούν.
Από τότε που η ΕΣΕΕ πρώτη αναφέρθηκε στον οικονομικό πατριωτισμό πέρασαν περίπου τρία χρόνια για να συνειδητοποιήσουμε ότι η πρώτη επιλογή μας στα ράφια των καταστημάτων τροφίμων πρέπει να είναι όσα ιδιωτικής ετικέτας προϊόντα έχουν χώρα προέλευσης την Ελλάδα και φίρμα την ελληνική σημαία, αναφέρει χαρακτηριστικά η Συνομοσπονδία.
Επίσης, σε άλλο σημείο σημειώνει ότι παρά την επιχειρηματική παραγωγική μετανάστευση, υπάρχουν ακόμα ελληνικές και πολυεθνικές εταιρείες που δείχνουν ενδιαφέρον και προσπαθούν να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή τους, λόγω των ποιοτικών πρώτων υλών και υλικών που διαθέτει η χώρα μας. «Πάρα πολλές αλυσίδες super market τον τελευταίο καιρό διαφημίζουν την ελληνική ταυτότητα των προϊόντων που διαθέτουν στα ράφια τους και τονίζουν το στοιχείο της ελληνικότητας ως σήμα υπεροχής και εμπιστοσύνης για τα ποιοτικά ελληνικά προϊόντα. Έξυπνα και σε κατάλληλη περίοδο, πρώτες οι επιχειρήσεις τροφίμων απάντησαν στις νέες καταναλωτικές τάσεις που διαμόρφωσε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και ακολούθησε ουσιαστικά την στροφή των καταναλωτών στα προϊόντα με ελληνική ετικέτα. Ακολουθώντας το κίνημα "καταναλώνουμε όσα παράγουμε" ή το barcode 520 και 521 που δείχνει ότι αυτός ο κωδικός εκδόθηκε στην Ελλάδα αφενός επιβεβαιώνει ότι έστω ένα μικρό ή μεγάλο μέρος της διαδικασίας καλλιέργειας, παρασκευής και συσκευασίας ενός προϊόντος γίνεται στην Ελλάδα, αφετέρου αποδίδει σημαντικά οφέλη στην δοκιμαζόμενη οικονομία μας», τονίζεται στην ανακοίνωση.
Επισιτιστική κρίση
Η ΕΣΕΕ αναφέρεται επίσης στη νέα επισιτιστική κρίση, λόγω των διεθνών ακραίων καιρικών φαινομένων, επισημαίνοντας ότι η ελληνική αγροτική παραγωγή δεν πρέπει να χάσει αυτό το "ράλι" ελπιδοφόρων ενδείξεων, κυρίως λόγω των μειωμένων παγκόσμιων αποθεμάτων και των επιπτώσεων στις πτωτικές σοδειές σημαντικών παραγωγών χωρών που θα δώσουν τη δυνατότητα ένταξης μικρότερων παραγωγικών χωρών και την ευκαιρία επαναρρύθμισης στη διεθνή αγορά τροφίμων.
Αναφέρει ότι, σύμφωνα, μάλιστα, με οικονομικούς αναλυτές η καλύτερη απάντηση της χώρας μας στην κρίση είναι οι επενδύσεις στην καλλιέργεια της ελληνικής γης ακόμα και σήμερα που λόγω της ανόδου των θερμοκρασιών η απόδοση των γεωργικών προϊόντων γίνεται ακόμα δυσκολότερη και λιγότερο προβλέψιμη.
Ακρίβεια σε βασικά είδη διατροφής
Στην Ελλάδα, η παραγωγή σιτηρών είναι επίσης μειωμένη φέτος σε σύγκριση με πέρυσι, αφού λόγω του βαρύ χειμώνα πολλά χωράφια δεν θερίστηκαν, αναφέρει η ΕΣΕΕ. «Από τώρα γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε υπό την απειλή της ακρίβειας σε βασικά είδη διατροφής, όπως το κρέας, το γάλα και το ψωμί, εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης των τιμών σε σόγια, σιτάρι και καλαμπόκι, που αποτελούν χρηματιστηριακά προϊόντα και επηρεάστηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα, επιφέροντας ακόμα και τον διπλασιασμό της τιμής στη σόγια και τη αύξηση κατά 40% της τιμής στο σιτάρι και κατά 60% στο καλαμπόκι. Το τελευταίο διάστημα, η σόγια πωλείται προς 600 ευρώ ανά τόνο, όταν ένα χρόνο πριν η τιμή της δεν ξεπερνούσε τα 300 ευρώ, ενώ το σιτάρι πωλείται σήμερα στα 280 ευρώ ανά τόνο, όταν τον προηγούμενο χρόνο η τιμή του κυμαινόταν στα 200 ευρώ. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη σημειωθεί αυξήσεις οι οποίες φθάνουν ακόμα και το 20% σε βασικά καταναλωτικά αγαθά που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη δημητριακά και σιτηρά, αλλά και σε προϊόντα ζωικής προέλευσης, δεδομένου ότι αυξήθηκε δραματικά το κόστος των ζωοτροφών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου κάθε εβδομάδα οι τιμές αναπροσαρμόζονται και αυτό είναι κάτι που εμείς στην Ελλάδα πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία», όπως αναφέρει η ΕΣΕΕ.
Κόστος κρέατος και κοτόπουλου
Τη δύσκολη αυτή κατάσταση καλούνται να διαχειριστούν φέτος τον χειμώνα οι Έλληνες κτηνοτρόφοι και πτηνοτρόφοι, «και τα χρονικά περιθώρια που θα μπορέσουν να συγκρατήσουν χαμηλά το κόστος σε κρέας και κοτόπουλο στενεύουν δραματικά, όμως ειδικά αυτό τον χειμώνα είναι επιτακτική η ανάγκη συγκράτησης των τιμών στο ελληνικό κοτόπουλο και κρέας, για να μειωθούν δραστικά κυρίως οι ποσότητες των εισαγόμενων κρεάτων που φτάνουν το 80%».
H EΣΕΕ προσθέτει ότι «την ίδια απόγνωση ζουν και οι Έλληνες πτηνοτρόφοι, οι οποίοι όσο το επίπεδο κατανάλωσης κινείται καθοδικά, πωλούν ακόμα και κάτω του κόστους προκειμένου να καταγράψουν πωλήσεις. Αυτήν τη στιγμή η εγχώρια παραγωγή σε κοτόπουλα κυμαίνεται στα 115 εκατομμύρια τεμάχια τον χρόνο. Η ετήσια κατανάλωση από εγχώρια και εισαγόμενα κοτόπουλα ανέρχεται στους 240 χιλιάδες τόνους, νούμερο από το οποίο οι εισαγωγές αφορούν στο 30% της κατανάλωσης και προέρχονται κυρίως από την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Οι γείτονες χώρες μπορεί να έχουν ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές, αλλά αυτό το 30% της εγχώριας κατανάλωσης πρέπει να το δώσουμε στον Έλληνα πτηνοτρόφο για να επιβιώσει.
Ψωμί και γάλα
Η ΕΣΕΕ αναμένει ότι η πορεία της τιμής που θα καταγράψει φέτος το ψωμί και το γάλα, θα είναι τελικά οριακά πτωτική. Εκτιμά επίσης ότι οι βασικές πηγές στους κλάδους της αρτοποιίας και των γαλακτοκομικών παρά τις αυξήσεις στις τιμές πρώτης ύλης θα αποφύγουν να κάνουν οποιαδήποτε αύξηση και θα δώσουν έτσι σαφή κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν όλοι οι κλάδοι τροφίμων στην πολιτική τιμών τους στην ελληνική αγορά.
Η ΕΣΕΕ εκτιμά ότι η εξέλιξη του δείκτη τιμών τροφίμων πρέπει να περιοριστεί, αφού ακόμα και κατά τη διάρκεια της κρίσης, από τις 157 μονάδες το 2009 εκτινάχθηκε στις 228 το 2011 και παραμένει σήμερα στα υψηλά για τα εισοδηματικά κριτήρια επίπεδα των 213 μονάδων. Μια σοβαρή μείωση του τιμών της τάξεως του 6- 8% είναι βέβαιο ότι θα μας καταστήσει πιο ανταγωνιστικούς, θα καλύψουμε το μειονέκτημα της διαφοράς τιμής και θα αυξήσουμε τις εξαγωγές μας που αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων, ξεπερνώντας το όριο των 24 δισ.
Σημαντικό, επίσης, για την ελληνική αγορά θα είναι να "ισιώσει" και να "κοντύνει" ο δρόμος από το χωράφι στο ράφι, ώστε να γίνει μια σωστή εμπορική διαχείριση των αγροτικών προϊόντων που δεν θα αδικεί τον παραγωγό, θα δίνει κίνητρα στον έμπορο και κέρδος στα super market, αλλά κυρίως θα ωφελήσει την τσέπη του καταναλωτή.
Η αξιοποίηση όλων των Κεντρικών Αγορών Τροφίμων σε ένα ενιαίο οργανωμένο και ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχήμα και η σύνδεση των δημοπρατηρίων τροφίμων με εγχώριες και Ευρωπαϊκές αγορές μπορούν να αυξήσουν την ζήτηση και αντίστοιχα την παραγωγή με αποτέλεσμα να μειωθούν οι τιμές.