Του Σωτήρη Μπαμπατζιμόπουλου
Μεγάλωσα με τη φράση «οι καλοί δεν χάνονται». Δεν μπορώ να ξέρω αν πρόκειται για μια διαχρονική ατάκα, αν οι γονείς πριν διακόσια χρόνια λέγανε το ίδιο στα παιδιά τους, αλλά στη δικιά μου γενιά ακούστηκε πολύ. Σε καταποντισμούς και δύσκολες εποχές οι γονείς πάντα προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους, παρόλο που αυτό που έλεγαν δεν είχε καμιά στατιστική και κοινωνιολογική βάση. Στον κόσμο οι καλοί ανέκαθεν χάνονταν και στην Ελλάδα ακόμα περισσότερο.
Δεν θα αναφερθώ στον παράγοντα τύχη ούτε σε εξωφρενικές καταστάσεις, όπως οι περίοδοι πολέμου όπου χιλιάδες φερέλπιδες νεαροί αλληλοσφάζονται υπηρετώντας διαφορετικά σύμβολα. Στην Ελλάδα ήταν και είναι πολύ εύκολο να χαθεί κανείς σ’ ένα σύστημα που οι γνωριμίες είναι σημαντικότερες από τα προσόντα, που οι εργοδότες βλέπουν τους υπαλλήλους ως αναλώσιμα είδη, που η εργασία στηρίζεται στην απλή διεκπεραίωση, που η αναγνώριση έρχεται μόνο από τη μάνα σου, που όταν η ανεργία χτυπάει κόκκινο, ψάχνουν όλοι να πιαστούν από κάπου απλώς για να μη βουλιάξουν, που όλοι θυσιάζονται για το παιδί τους και οι υπόλοιποι ας κόψουν το λαιμό τους, που η μαγκιά είναι συνώνυμο της έξυπνης μπάζας και που το βόλεμα υπερτερεί του οράματος σ’ όλους τους τομείς: στην πολιτική, στην τέχνη, στην καθημερινή ζωή, στον άνθρωπο που θα προτιμήσει τη «θέση» από το να φτιάξει τη ζωή του με τους δικούς του όρους.
Ο πρωθυπουργός μίλησε και είπε πως όλα θα πάνε καλά. Ερωτήσεις δεν του έγιναν διότι στο ελληνικό πολιτικό σύστημα ο πρωθυπουργός είναι στο απυρόβλητο. Μιλάει στη βουλή και βγάζει λόγους. Δεν είναι αρκετό για να ικανοποιήσει όλες τις απορίες μας; Όλα θα πάνε καλά, επανέλαβε, αυτά θα είναι τα τελευταία μέτρα, θα γίνουν σύντομα διορθωτικές κινήσεις, θα ξυπνήσει η οικονομία και πάει λέγοντας. Το κατά πόσο θα γίνουν ή όχι όλα αυτά λίγο σχετίζεται με το αν εμείς τον πιστεύουμε. Οι πολιτικοί εδώ και χρόνια χάνουν την αξιοπιστία τους. Πλέον ό,τι και να πούνε, από το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει. Η γραφικότητά τους σε συνθλίβει. Πόσες φορές να πιστέψεις τον/την σύντροφό σου όταν λέει ότι δεν θα σε απατήσει ξανά; Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, την τρίτη βάζουμε τα γέλια.
Το κλίμα αντιστρέφεται επίσης, λέει, κι εκεί είναι που τρομάζω περισσότερο. Καταρχήν φέτος το μόνο κλίμα που θα αντιστραφεί, θα είναι μέσα στα σπίτια, διότι ο χειμώνας θα είναι πιο κρύος από τον περσινό… Έστω, όμως, ότι το κλίμα θα αντιστραφεί του χρόνου, εφόσον χάσουμε ακόμα ένα χρόνο από τη ζωή μας. Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα γυρίσουμε εκεί που ήμασταν, αλλά λίγο χειρότερα; Δηλαδή σε μια καθημερινότητα που η αξιοκρατία θα είναι μια λέξη ουτοπίας, ο έλεγχος θα είναι ο καθρέφτης της υποκρισίας, που η διαφθορά θα θεωρείται μαγκιά και μέσα σ’ όλα αυτά ο βασικός μισθός θα είναι της φτώχειας και το πετρέλαιο θέρμανσης πασπαλισμένο με χρυσόσκονη;
Τι είναι ακριβώς αυτό που νοσταλγούμε από την Ελλάδα π.χ. του 1999; Το βόλεμα; Την ασφάλεια; Τις γνωριμίες; Αν μας δώσουν, δηλαδή την ευκαιρία να γυρίσουμε πίσω, θα το κάναμε;
Το μόνο στο οποίο ελπίζω είναι ότι θα φτιάξουμε μια χώρα, στον οποίο οι καλοί δεν θα χάνονται και οι κακοί θα περνούν σε δεύτερη μοίρα. Κι όμως, αυτό που λέω, ακούγεται σαν ατάκα από έκθεση παιδιού δημοτικού. Ο κυνισμός των ενηλίκων ισοπεδώνει. Οποιαδήποτε αισιοδοξία ανήκει στους λίγους τυχερούς, στους πολύ καλά βολεμένους και στα ταμεία των δανειστών τοκογλύφων που δηλώνουν πλήρη ικανοποίηση. Γιατί όχι;