Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Γ. Αργείτης: Μεγάλο «κούρεμα» άμεσα και «φρένο» στη λιτότητα με πολιτικές απασχόλησης

Γ. Αργείτης: Μεγάλο «κούρεμα» άμεσα και «φρένο» στη λιτότητα με πολιτικές απασχόλησης
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Ο Επίκουρος Καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΙΝΕ ΓΣΕΕ μιλά στον Τ.Θ. με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου

Συνέντευξη στην ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΖΟΥΦΗ

Η αποδόμηση της νέας δανειακής συμφωνίας και του πλαισίου οικονομικής πολιτικής του Μνημονίου ΙΙ ως βιώσιμης στρατηγικής εξόδου της Ελλάδας από την "παγίδα χρεοκοπίας", επιχειρείται στο βιβλίο του Γιώργου Αργείτη, Επίκουρου Καθηγητή στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια με τον τίτλο «Χρεοκοπία και Οικονομική κρίση: Αποτυχία και κατάρρευση του ελληνικού μοντέλου καπιταλισμού».

Μιλώντας στον Τ.Θ. ο κ. Αργείτης υποστηρίζει ότι οι πολιτικές του μνημονίου δεν απεγκλωβίζουν την Ελλάδα από την κρίση χρέους, αφού όχι μόνο δεν δημιουργούν ανάπτυξη και πόρους για να μπορέσει η Ελλάδα να σταθεί στα πόδια της και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αλλά αντίθετα δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να διατηρηθεί μέσα σε μία «παγίδα χρεοκοπίας».

Σχολιάζοντας τις αποφάσεις του Eurogrοup της 26ης-27ης Νοεμβρίου (σ.σ. η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε πριν την απόφαση του Eurogrοup της 14ης Δεκεμβρίου για εκταμίευση της δόσης), επισημαίνει ότι οι δανειστές μας δεν προχώρησαν σε καμία αναδιάρθρωση χρέους στην κατεύθυνση ενός νέου κουρέματος, ενώ σχετικά με την υιοθέτηση μηχανισμού δημοσιονομικής διόρθωσης τονίζει ότι «είναι η οικονομική και η κοινωνική καταστροφή της χώρας» και θα έπρεπε αμέσως να απενεργοποιηθεί. Όπως λέει, οι στόχοι που έχουν τεθεί είναι μη επιτεύξιμοι και κατά συνέπεια «αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι νέες περικοπές, πολύ μεγαλύτερη λιτότητα και διεύρυνση της φτωχοποίησης των Ελλήνων».

Κατά τον ίδιο, στην παρούσα φάση, αυτό που απαιτείται είναι να μειώσουμε όσο μπορούμε τον πήχη των δανειακών μας υποχρεώσεων, καταρχάς με «ένα πολύ μεγάλο κούρεμα» και παράλληλα θα πρέπει να σταματήσουμε τις πολιτικές λιτότητας και να δώσουμε έμφαση στις επενδύσεις πάνω στην απασχόληση.

Σε ότι αφορά την ανεργία ειδικότερα, θέμα στο οποίο δίνει έμφαση και μέσα από την έρευνα του σε ζητήματα απασχόλησης ως Επιστημονικός Συνεργάτης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, ο κ. Αργείτης εκφράζει το φόβο ότι αν συνεχιστεί η πολιτική της λιτότητας, θα εκτιναχθεί «σε ποσοστά που θα καταγραφούν ως μοναδικά στην παγκόσμια οικονομική ιστορία».

- Κύριε Αργείτη ο τίτλος του νέου σας βιβλίου είναι «Χρεοκοπία και Οικονομική κρίση: Αποτυχία και κατάρρευση του ελληνικού μοντέλου καπιταλισμού». Καταρχάς, μπορείτε να μας εξηγήσετε, συνοπτικά, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ελληνικού μοντέλου καπιταλισμού και γιατί απέτυχε;

Το κυρίαρχο μοντέλο καπιταλισμού, σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως το μοντέλο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Το βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι στηρίζεται πάνω σε δανειακά συμβόλαια, κάθε ένα από τα οποία δημιουργεί υποχρεώσεις σε εκείνον που λαμβάνει το δάνειο. Όμως, κάθε δανειακό συμβόλαιο θα πρέπει να γίνεται στη βάση του πιστωτικού ρίσκου εκείνου που λαμβάνει το δάνειο. Το πιστωτικό ρίσκο είναι κάτι που πρέπει να εκτιμηθεί και από τον δανειστή και από τον δανειζόμενο. Ο δανειστής πρέπει να εκτιμήσει πιστωτικό ρίσκο και αυτό που ονομάζουμε περιθώριο ασφάλειας νέου δανεισμού δηλαδή τη δυνατότητα που έχει ο δανειζόμενος να αποπληρώσει το χρέος του.

Σε ότι αφορά τα χαρακτηριστικά το ελληνικού μοντέλου καπιταλισμού, αυτό που ισχυρίζομαι στο βιβλίο μου είναι ότι έχει πολύ υψηλό πιστωτικό ρίσκο και πάρα πολύ χαμηλά περιθώρια νέου δανεισμού. Προσδιορίζω ως βασική αιτία του γιατί συμβαίνει αυτό, τη συμπεριφορά του επιχειρηματικού τομέα της ελληνικής οικονομίας. Άρα για μένα ναι μεν, όπως αναλύω σε κάποια κεφάλαια, το κράτος έχει μερίδιο ευθύνης, ωστόσο, η βασική αιτία έχει να κάνει με τον τρόπο λειτουργίας και τη συμπεριφορά του ιδιωτικού τομέα. Έχουμε έναν ιδιωτικό τομέα ο οποίος δεν δημιουργεί κέρδος μέσω νέων επενδύσεων, μέσω καινοτομίας, έρευνας παραγωγής νέων προϊόντων και υπηρεσιών, όπως θα ήταν το επιθυμητό, το ιδανικό. Ο δικός μας επιχειρηματικός τομέας, δημιουργεί κέρδος μέσω αναδιανεμητικών μηχανισμών. Ποιοι είναι αυτοί; Η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή, η μαύρη και αδήλωτη εργασία, οι απορρόφηση διαρθρωτικών πόρων της ΕΕ κ.ά.

Έχουμε μια επιχειρηματική τάξη που έχει εξειδικευθεί σε μηχανισμούς ανακατανομής πόρων και όχι δημιουργίας πόρων. Έχουμε ένα μοντέλο που δεν δημιουργεί διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης γιατί λείπει η τεχνολογία και η υγιής η δυναμική επιχειρηματικότητα και ένα μοντέλο που ταυτόχρονα δημιουργεί συστημικά ελλείμματα στο κράτος.

Αν δει κανείς την εξέλιξη του ελληνικού μοντέλου θα αντιληφθεί ότι έχουμε μια χώρα η οποία συσσωρεύει χρέος με πάρα πολύ υψηλούς ρυθμούς. Αλλά για να συσσωρεύει κάποιος χρέος, σημαίνει ότι, από την άλλη πλευρά, είναι κάποιος που δανείζει αυτήν τη χώρα με υψηλούς ρυθμούς. Τι έγινε; Παραβιάστηκαν οι βασικές αρχές της χρηματοοικονομικής. Δεν έγινε εκτίμηση των πιστωτικών κινδύνων, ούτε των περιθωρίων νέου δανεισμού, ούτε από τους πιστωτές μας αλλά ούτε και από το ελληνικό πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε όλα αυτά τα χρόνια τον κρατικό προϋπολογισμό.

-Στο βιβλίο, όπως τονίζετε, επιχειρείται η αποδόμηση της νέας δανειακής συμφωνίας και του πλαισίου οικονομικής πολιτικής του Μνημονίου ΙΙ ως βιώσιμης στρατηγικής εξόδου της Ελλάδας από την "παγίδα χρεοκοπίας". Ποια νέα δεδομένα δημιούργησε η εφαρμογή των Μνημονίων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία; Για ποιους λόγους πιστεύετε οι πολιτικές που μας βοήθησαν να γλιτώσουμε την «παγίδα της χρεοκοπίας» μας οδήγησαν στον φαύλο κύκλο της συνεχούς ύφεσης χωρίς, τουλάχιστον από ότι διαφαίνεται, να υπάρχει δυνατότητα αντιστροφής της κατάστασης αυτής;

Αν γυρίσουμε πίσω στο 2009 η Ελλάδα είχε ένα πάρα πολύ υψηλό χρέος και έπρεπε να πληρώνει σε ετήσια βάση γύρω στα 40-50 δις ευρώ για να μπορέσει να καλύψει τις απαιτήσεις που δημιουργούσε αυτό το χρέος. Και η Ελλάδα δεν μπορούσε αυτό να το κάνει. Όταν οι αγορές το αντιλήφθηκαν, σταμάτησαν να της προσφέρουν νέα ρευστότητα. Άρα είχε δύο επιλογές: η μία να πάει σε στάση πληρωμών, με ότι σημαίνει αυτό, και ή άλλη, κατά την άποψή μου, να διαπραγματευθεί ένα συνολικό πρόγραμμα διαχείρισης της κατάστασής της. Αυτό θα απαιτούσε ένα πολύ μεγάλο «κούρεμα» του χρέους και ταυτόχρονα μια πολιτική ανάπτυξης.

Από τη μία το 2009-10 δεν έγινε καμία αναδιάρθρωση χρέους και ταυτόχρονα μας επέβαλλαν μια πολιτική λιτότητας που στην ουσία «έριξε» την οικονομία σε ύφεση.

Αυτό ήταν ένας παραλογισμός και συνεχίζεται και τώρα. Τον Φεβρουάριο του 2012 είχαμε το λεγόμενο κούρεμα, το οποίο ήταν μεν θετικό αλλά πάρα πολύ λίγο γιατί δεν κατάφερε να βγάλει τη χώρα από αυτό που ονομάζω και στο βιβλίο «παγίδα χρεοκοπίας», δηλαδή μια κατάσταση όπου η χώρα δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος και αυτήν την κατάσταση την γνωρίζουν όλοι και πρωτίστως οι αγορές. Και ταυτόχρονα εφαρμόζονται μια σειρά από πολιτικές λιτότητας οι οποίες αποδιαρθρώνουν τελείως το παραγωγικό σύστημα, καταστρέφουν τον κοινωνικό ιστό και την κοινωνική συνοχή και οδηγούν σε πάρα πολύ μεγάλη ακόμη και θεσμική αστάθεια με όλα αυτά τα φαινόμενα που παρατηρούμε. Οι πολιτικές του μνημονίου δεν απεγκλωβίζουν την Ελλάδα από αυτήν την κρίση χρέους, δεν δημιουργούν ανάπτυξη και πόρους για να μπορέσει η Ελλάδα να σταθεί πρώτον στα πόδια της και δεύτερον να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αντίθετα διατηρούν την Ελλάδα μέσα σε μία «παγίδα χρεοκοπίας» και το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί συνέβη αυτό. Είναι απλά ανικανότητα; Είναι απλά ημιμάθεια εκείνων που ασκούν οικονομική πολιτική ή είναι ευρύτερα γεωοικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα τα οποία έχουν αυτή τη στιγμή περικυκλώσει τη χώρα επιδιώκοντας να πάρουν ό,τι βρουν.

- Υπάρχει απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μέσα στο βιβλίο;

- Όχι δεν υπάρχει γιατί είναι μια κατάσταση η οποία τρέχει. Όταν έγραψα το βιβλίο η μεγάλη δυσκολία ήταν ότι κάθε μέρα άλλαζαν τα πράγματα και έπρεπε κάποια στιγμή να «σταματήσω» το χρόνο. Τελικά σταμάτησα το χρόνο μετά τις εκλογές του Ιουνίου.  Όταν αυτή τη στιγμή στη Γερμανία συζητείται το ζήτημα της εκτίμησης της αξίας των πετρελαίων και του φυσικού αερίου που μπορεί να υπάρχει στον ελληνικό χώρο, αυτό είναι κάτι που σε προβληματίζει όταν συμβαίνει στη χώρα η οποία πρωτοστατεί στο να συνεχίζεις να ζεις στην «παγίδα της χρεοκοπίας». Δηλαδή δεν σου κουρεύουν το χρέος τουλάχιστον πριν κλείσει ο δικός τους ο πολιτικός κύκλος και είναι και ένθερμοι υποστηρικτές της πολιτικής λιτότητας και λες τι ακριβώς συμβαίνει; Έχουμε να κάνουμε με έναν συντηρητικό οικονομολόγο τον Σόιμπλε, ο οποίος θεωρεί ότι η λιτότητα είναι μια λύση μέσα σε μια τέτοια δημοσιονομική κρίση; Τότε είναι θέμα ιδεών. Είναι ο νεο-ηγεμονισμός της Γερμανίας ο οποίος επιδιώκει μέσω της πολιτικής λιτότητας σ' όλη την Ευρώπη να αποσαθρώσει τα παραγωγικά και οικονομικά και κοινωνικά συστήματα των άλλων χωρών και να παίξει το ρόλο του ηγεμόνα στην Ε.Ε.; Αυτό αντιλαμβάνεστε ότι είναι ένα ερώτημα το οποίο πρέπει να αναλυθεί σε βάθος ιστορικό. Δυστυχώς όταν ζεις την ιστορία δεν είσαι σε θέση να την ερμηνεύσεις με ολοκληρωμένο τρόπο. Πρέπει να κάνει ένα κύκλο η ιστορία να έχεις την ιστορική πληροφόρηση που χρειάζεσαι, να έχουν ξεδιπλωθεί τα διάφορα συμφέροντα γύρω από ένα ζήτημα και εκεί πλέον να είσαι σε θέση με ψυχραιμία και νηφαλιότητα να αναλύσεις το φαινόμενο για να βγάλεις τα σωστά συμπεράσματα.

-Τώρα είμαστε πλέον στο Μνημόνιο ΙΙΙ και πρόσφατα, στις 27 Νοεμβρίου, το Εurogrοup πήρε νέες αποφάσεις για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Πως κρίνετε αυτές τις τελευταίες αποφάσεις; Πιστεύετε πως οι ευρωπαίοι ηγέτες έχουν κατανοήσει ότι οι πολιτικές λιτότητας δεν οδηγούν πουθενά;

Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική. Τρία είναι τα μείζονα ερωτήματα που θα έπρεπε να απασχολούν το δημόσιο διάλογο της χώρας αυτήν τη στιγμή. Το ένα είναι το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους, το οποίο ανοίγει από άλλες χώρες και όχι στο εσωτερικό της χώρας, από τις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις. Άρα το ένα ερώτημα είναι αν έγινε βιώσιμο το χρέος έστω και με την τελευταία συμφωνία της 27ης Νοεμβρίου. Αν έγινε βιώσιμο το χρέος αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να απεγκλωβιστεί από την «παγίδα της χρεοκοπίας». Αν δεν έγινε τότε η Ελλάδα συνεχίζει να είναι σε αυτήν. Το δεύτερον μείζον ερώτημα είναι αν το Μνημόνιο ΙΙΙ μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να πάει η Ελλάδα στην ανάκαμψη και να δημιουργηθούν  πρωτογενή πλεονάσματα. Το τρίτο ερώτημα είναι αν η ασκούμενη οικονομική πολιτική έχει κοινωνική υποστήριξη, αν ενισχύει τον κοινωνικό ιστό της χώρας ή τον αποδυναμώνει περαιτέρω. Με βάση όσα αποφασίστηκαν στο Eurogrοup της 26ης-27ης Νοεμβρίου, τα ερωτήματα αυτά απαντιούνται ως εξής:

Πρώτον, οι πιστωτές μας, κάτω από τις πιέσεις της Γερμανίας, παρά το γεγονός ότι αντιδρούσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δεν προχώρησαν σε καμία αναδιάρθρωση χρέους στην κατεύθυνση ενός νέου κουρέματος. Τι έκαναν; Αναδιάρθρωσαν τις δανειακές τους απαιτήσεις απέναντι στην Ελλάδα. Μετέφεραν την αποπληρωμή στο μέλλον. Αυτό εκ πρώτης όψεως θα λέγαμε ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας. Αλλά αν το δούμε βαθύτερα εξυπηρετεί εκείνους. Αυτό λοιπόν που επιχείρησαν να κάνουν είναι να μην εμπλακούν με νέα χρηματοδότηση στην ελληνική κρίση και να μετακυλήσουν τα δικαιώματά τους πάνω στο δικό μας το χρέος, προς το μέλλον. Μ' αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν μ' έναν σμπάρο δύο τρυγόνια. Από τη μία να μην βάλουν το χέρι εκ νέου στην τσέπη και να δανείσουν την Ελλάδα περισσότερα χρήματα απ' αυτά που έχουν δεσμευτεί και, από την άλλη, μ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή περιορίζοντας τον νέο δανεισμό της Ελλάδας, προσπαθούν να συγκρατήσουν τη συσσώρευση του χρέους, έτσι ώστε να διαμορφωθεί το 2020 κάπου στο 120%. Η δική μου προσωπική εκτίμηση στο θέμα του χρέους είναι ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Όλα αυτά δηλώνουν, κατά την άποψή μου, ότι το χρέος εξακολουθεί να είναι μη βιώσιμο.

Σε ότι αφορά το δεύτερο ερώτημα, για μένα, το πιο τραγικό σ' αυτή τη νέα συμφωνία, είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε να υιοθετήσει το λεγόμενο μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης. Αυτός ο μηχανισμός λέει ότι κάθε φορά που η Ελλάδα δεν θα επιτυγχάνει τους στόχους, στα έσοδα της ιδιωτικοποίησης και στα πρωτογενή πλεονάσματα θα πρέπει να λαμβάνει νέα μέτρα. Αυτό σημαίνει θεσμοθέτηση της πολιτικής της λιτότητας και της φτωχοποίησης του ελληνικού λαού. Γιατί αν αυτοί οι στόχοι, από τα έσοδα δηλαδή των ιδιωτικοποιήσεων, τον ρυθμό ανάπτυξης και το πρωτογενές πλεόνασμα ήταν ρεαλιστικοί, τους οποίους θα μπορούσαμε να τους πετύχουμε, τότε μπορεί αυτός ο μηχανισμός απλά να ήταν ένας μηχανισμός ασφάλειας. Όμως όταν μας έχουν βάλει μη επιτεύξιμους στόχους, η πιθανότητα ο μηχανισμός αυτός να μπει σε λειτουργία και να πάμε σε μεγαλύτερες και πολλαπλές νέες περικοπές μισθών σε αυξήσεις φόρων κλπ. κλπ. είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Γι' αυτό, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι νέες περικοπές, πολύ μεγαλύτερη λιτότητα και διεύρυνση της φτωχοποίησης των Ελλήνων.

Συνεπώς, το τρίτο ερώτημα το απαντάμε εύκολα: κάτι τέτοιο δεν μπορεί να έχει κοινωνική αποδοχή και κοινωνική υποστήριξη, το αντίθετο. Θα έχουμε κάποιου είδους κοινωνικές αντιδράσεις, δεν ξέρω να τις προσδιορίσω και δεν ξέρω αν και ποτέ θα γίνουν, πάντως προς τα εκεί οδεύουμε...

-Με δεδομένα όλα αυτά που είπαμε, τι μπορούμε να κάνουμε για να βγούμε απ' αυτήν την κατάσταση που βρισκόμαστε χωρίς όμως να αποσταθεροποιείται ο χρηματοπιστωτικός τομέας γύρω από τον οποίο κινούνται όλες οι αποφάσεις;

Νομίζω ότι είναι ιστορικά αναγκαίο, στο άμεσο μέλλον, η χώρα να διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική εξυπηρέτησης ή διασφάλισης των εθνικών της συμφερόντων μέσα σ' αυτήν την κρίση χρέους. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι πρέπει να πάμε σε ένα πολύ μεγάλο «κούρεμα» άμεσα, όχι στην προοπτική του 2020-2022, αλλά τον επόμενο χρόνο. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να σταθεροποιήσουμε αυτό που ονομάζουμε νομισματικό ρίσκο δηλαδή την αβεβαιότητα που υπάρχει γύρω από το σε τι συνάλλαγμα θα είναι η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Αυτό το νομισματικό ρίσκο δημιουργεί πάρα πολύ αρνητικές προσδοκίες στις αγορές, στους επενδυτές, στους πάντες. Πρέπει το χρέος να γίνει βιώσιμο αμέσως. Άρα η Ελλάδα θα έπρεπε να κινητοποιήσει όσα νομικά και οικονομικά εργαλεία έχει στη διάθεσή της -και λέω στη διάθεσή της γιατί έχουν περιοριστεί σημαντικά τα εργαλεία αυτά μετά τη συμφωνία του Μαρτίου και το πέρασμα του χρέους στο αγγλικό δίκαιο- για να πάμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα σε ένα πολύ μεγάλο κούρεμα, το οποίο θα μπορούσε να συνδυαστεί με μεγάλη επιμήκυνση όλων των δανειακών υποχρεώσεων και με το μικρότερο δυνατό επιτόκιο. Δηλαδή να μειώσουμε όσο μπορούμε τον πήχη των δανειακών μας υποχρεώσεων. Από εκεί και πέρα πρέπει να σταματήσει η πολιτική της λιτότητας. Δηλαδή αυτός ο μηχανισμός δημοσιονομικής διόρθωσης, είναι η οικονομική και η κοινωνική καταστροφή της χώρας. Θα έπρεπε αμέσως να απενεργοποιηθεί. Αυτό απαιτεί μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση των πάντων με την τρόικα. Δεν ξέρω αν το πολιτικό σύστημα σήμερα μπορεί να κινηθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση. Άρα πρέπει να σταματήσουμε τη λιτότητα. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν δυνατότητες και περιθώρια να αρχίσουμε να ανεβάζουμε, άμεσα τουλάχιστον, μισθούς και ημερομίσθια, άρα η Ελλάδα χρειάζεται αμέσως κάτι το οποίο να δημιουργήσει ζήτηση. Εγώ προτείνω προγράμματα απασχόλησης. Αυτή είναι η λύση που μπορεί να σταθεροποιήσει την κοινωνία, δημιουργώντας απασχόληση, να δώσει ελπίδα στην ελληνική οικογένεια, στους νέους, στις γυναίκες. Μειώνοντας την ανεργία τα οφέλη είναι πολλά. Πρώτον, σταθεροποιούμε την κοινωνία, δημιουργούμε εισοδήματα, δημιουργούμε ρευστότητα μέσα από αυτά τα εισοδήματα στην αγορά, δημιουργούμε ακαθάριστο προϊόν, άρα έχουμε και αναπτυξιακό αποτέλεσμα και κοινωνική σταθεροποίηση και επίσης όταν δημιουργείται ρευστότητα στην οικονομία, όταν τα νοικοκυριά εργάζονται και έχουν ένα εισόδημα θα πληρώσουν και τη δόση του δανείου στην τράπεζα, που σημαίνει ότι ωφελείται, σταθεροποιείται και το τραπεζικό σύστημα. Εγώ ως οικονομολόγος δεν μπορώ να δω καμία άλλη λύση που να μπορεί ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει και το στόχο της βιωσιμότητας του χρέους, δηλαδή να δημιουργήσει μέσω της ανάπτυξης κάποια πρωτογενή πλεονάσματα και να δημιουργήσει νέο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και κυρίως να δημιουργήσει αμέσως μεγάλη κλίμακα απασχόλησης. Μια αναδιανομή των πόρων του ΕΣΠΑ από κατασκευαστοκεντρικά έργα σε επενδύσεις πάνω στην απασχόληση είναι για μένα η λύση αυτήν τη στιγμή.

- Απαντήσατε περίπου και στο επόμενο ερώτημά μου, το οποίο αφορούσε στην ανεργία. Η ερώτησή μου είναι γιατί ενώ έχει μειωθεί το εργασιακό κόστος και καταργούνται, παράλληλα, θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, αυξάνεται η ανεργία.

Αν καταλαβαίνω καλά από αυτά που είπατε παραπάνω, δεν δίνονται τα σωστά κίνητρα στην αγορά;

Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις για το θέμα της ανεργίας: Η συντηρητική προσέγγιση, η οποία είναι και η κυρίαρχη -είναι η προσέγγιση του μνημονίου- που λέει ότι αν θέλεις να δημιουργήσεις απασχόληση πρέπει να μειώσεις το κόστος εργασίας και να αυξήσεις την ευκαμψία της αγοράς εργασίας. Η άλλη προσέγγιση, η οποία είναι πιο προοδευτική, θεωρεί ότι η απασχόληση είναι συνάρτηση της ζήτησης στην οικονομία. Αν η επιχείρηση δεν έχει τζίρο τότε δεν θα αυξήσει την απασχόληση αντίθετα θα τη μειώσει. Όσο κόβουμε μισθούς, μειώνουμε το τζίρο, αντί λοιπόν η επιχείρηση να αυξήσει την απασχόληση αυξάνει την ανεργία. Αυτό δεν μπορούν να το αντιληφθούν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ιδεοληψίες, με μύθους που κυριαρχούν και μέσα στην οικονομική επιστήμη. Η ανεργία αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική της λιτότητας, πολύ φοβάμαι ότι θα είναι σε ποσοστά που θα καταγραφούν ως μοναδικά στην παγκόσμια οικονομική ιστορία. Δηλαδή όχι απλά θα πάμε στο 30 με 35%, θα είναι απίστευτο το ποσοστό, αν μέχρι τότε αντέξει η ελληνική κοινωνία. Πρέπει άμεσα να απεγκλωβιστούμε. Η ανεργία είναι το μείζον πρόβλημα αυτής της κοινωνίας. Καταστρέφει την ελπίδα μας.

Ποιος φταίει τελικά;

Για το ποιος φταίει που φτάσαμε εδώ η ευθύνη, σύμφωνα με τον κ. Αργείτη, μοιράζεται σε τρεις λόγους: Στο διεθνές τραπεζικό σύστημα, που ουσιαστικά υποτίμησε το πιστωτικό ρίσκο της Ελλάδας και μας συσσώρευσε τεράστιο χρέος, στην ίδια την Ελλάδα που υποτίμησε το πιστωτικό της ρίσκο και συνέχισε να συσσωρεύει χρέος και στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης. Φτιάχτηκε μια ευρωζώνη χωρίς να υπάρχει μια κεντρική τράπεζα να παίζει το ρόλο του δανειστή. Όταν λοιπόν έχουν παραβιαστεί βασικοί κανόνες στο πως θα μπορούσε να λειτουργήσει μια νομισματική ζώνη, τότε δεν μπορεί να βγαίνει η Ε.Ε. και να λέει ότι το πρόβλημα είναι ελληνικό. Γιατί αν υπήρχε μια τέτοια κεντρική τράπεζα το πρόβλημα θα είχε λυθεί προτού καν εκδηλωθεί. Θα έλεγα ότι οι ευθύνες πρέπει να μοιραστούν στα τρία και αυτά που λέω στο βιβλίο είναι ότι στα τρία θα πρέπει να μοιραστεί το κόστος της ελληνικής χρεοκοπίας. Τώρα τα τρία δεν ξέρω αν είναι ίσα μερίδια. Μπορεί το δικό μας το μερίδιο να είναι μεγαλύτερο, αλλά δεν πρέπει να το σηκώσουμε μόνο εμείς. Η εθνικοποίηση του κόστους της χρεοκοπίας για μένα είναι αδυναμία του εθνικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή ότι έχει συμβεί μέχρι τώρα.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Επίσημες επισκέψεις Τσίπρα σε Αργεντινή και Βραζιλία

Γ. Αργείτης: Μεγάλο «κούρεμα» άμεσα και «φρένο» στη λιτότητα με πολιτικές απασχόλησης