του Γιώργου Παπαδημητρίου
Μία εβδομάδα πέρασε κιόλας από το τέλος του κόσμου. Οι πρώτες ημέρες του νέου κόσμου θαρρείς και κυλούν πιο γρήγορα από αυτές του παλιού. Μια εβδομάδα λοιπόν κατά την οποία, σύμφωνα τουλάχιστον με την καθιερωμένη βιβλική κλίμακα δημιουργίας κόσμων, θα έπρεπε να είχαν ήδη ξεφυτρώσει όλα όσα συγκροτούν τον νέο κόσμο. Ένα νέο κόσμο που μοιάζει όμως ανατριχιαστικά ίδιος και απαράλλαχτος με τον παλιό. Εκεί ακριβώς έγκειται και η απογοήτευση που προέκυψε από την αναξιοπιστία των, κατά τα λοιπά συμπαθών, Μάγια. Η μη έλευση του τέλους δεν σηματοδότησε καμία νέα αρχή, κανένα νέο ξεκίνημα, κανένα μηδενισμό του κοντέρ. Όλες οι πληγές της ανθρωπότητας μένουν ανοιχτές και προστίθεται επιπλέον αλάτι πάνω τους. Εφόσον δεν καταστράφηκε ο κόσμος για να αναγεννηθεί αναγκαστικά μέσα από τα ερείπιά του, η ευθύνη για ανοικοδόμησή του περνά και πάλι στα δικά μας χέρια. Ζόρικη υπόθεση.
Η όλη κουλτούρα της τελεολογίας και της εσχατολογίας είναι βαθιά ριζωμένη στο ανθρώπινο θυμικό εδώ και αναρίθμητα χρόνια και αμέτρητους καιρούς, σχεδόν από την απαρχή του κόσμου. Όπως ακριβώς η μόνη βεβαιότητα που αποκτά ένας άνθρωπος όταν γεννιέται είναι ο θάνατός του, η ίδια αναλογία ισχύει και για ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Οι πρωτόπλαστοι αυτού του κόσμου, παρότι νεογνά σε αυτό τον πλανήτη, σίγουρα θα έκαναν σκέψεις για το τέλος του. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, η όλη πορεία του ανθρώπινου γένους δεν είναι τίποτα άλλο από μία σειρά ατελών προσπαθειών αθανασίας, τόσο σε συλλογικό επίπεδο όσο και στην ατομική σφαίρα του καθενός μας. Από την ανάγκη τεκνοποιίας για τη διασφάλιση της συνέχειας, μέχρι την επιθυμία για υστεροφημία και άφεση αμαρτιών. Από την παραγωγή έργων τέχνης, κτισμάτων και μνημείων που να αντέχουν ψευδαισθησιακά στο αδυσώπητο πέρας του χρόνου, μέχρι τη διαχρονική ανθρώπινη φαντασίωση της αθανασίας.
Μπορεί να ακούγεται παράδοξο, αλλά ανέκαθεν ένα από τα κυριότερα κίνητρα για το επόμενο βήμα προς τα εμπρός ήταν ο φόβος του τελευταίου σκαλοπατιού. Η επιθυμία να δούμε, να ακούσουμε, να μάθουμε, να οσμιστούμε, να αισθανθούμε, να δημιουργήσουμε, να γευτούμε, να φτιάξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα πριν το αναπόφευκτο φινάλε. Η οριοθέτηση μιας τελικής γραμμής ήταν καίρια προκειμένου να προσανατολιστεί ο άνθρωπος στον χώρο και προσέφερε πολλά επιπλέον οφέλη. Όπως τη θεσμοθέτηση μιας αναπόδραστης τιμωρίας για όλα τα κρίματα και τις αμαρτίες, την ικανοποίηση του μονίμως ανικανοποίητου ανθρώπινου περί δικαιοσύνης αισθήματος. Με άλλα λόγια, εφόσον επιβάλλεται άνωθεν ένα τέλος, αυτοί που θα διασωθούν σε αυτόν ή κάποιον άλλο κόσμο δεν μπορεί παρά να είναι οι ενάρετοι και οι δίκαιοι. Ο οικουμενικός και πανανθρώπινος φόβος της τιμωρίας είναι μία καμουφλαρισμένη ανάγκη. Ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν έχει απαλλαχτεί από την ανάγκη μίας ακαθόριστης απειλής τιμωρίας. Ούτε από τη θολή και αόριστη αισιοδοξία μίας «after» ανταμοιβής όσων με κάποιον μυστηριώδη τρόπο την αξίζουν. Κάποια στιγμή, ίσως αντιληφθούμε όλοι μας πως αληθινά αισιόδοξος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη οποιαδήποτε φαντασιακή αισιοδοξία ή κάποια μελλοντική εγγύηση παρηγοριάς.
Εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως όλα αυτά έχουν ξεπεραστεί στην εξελικτική διαδρομή του ανθρώπινου πολιτισμού. Τουλάχιστον αν δεν διάβασε πουθενά το πόσοι πολλοί άνθρωποι ανά τον κόσμο όντως προετοιμάστηκαν για έναν Αρμαγεδδώνα την περασμένη Παρασκευή. Ακόμη και τότε, θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει πως η μερίδα αυτών των ανθρώπων δεν αποτελεί παρά μία ισχνή μειοψηφία. Θα ήταν πράγματι ενδιαφέρον να παρακολουθούσαμε τις αντιδράσεις σε παγκόσμια κλίμακα σε διάφορες υποθετικές περιπτώσεις. Φερ’ ειπείν, τι θα συνέβαινε αν κάποιο αστρικό νεφέλωμα ή κάποιο παρεμφερές πλήρως εξηγήσιμο επιστημονικά φαινόμενο συμπτωματικά σκοτείνιαζε απότομα τη γήινη ατμόσφαιρα την 21η Δεκεμβρίου. Αν δεν σας αρέσει να μιλάμε με υποθέσεις, μπορείτε να ανατρέξετε στο όχι και τόσο μακρινό 1938 και τη ραδιοφωνική εκπομπή Mercury Theatre on Air του δικτύου CBS. Το enfant terrible ονόματι Όρσον Ουέλς διασκεύασε τόσο πειστικά το μυθιστόρημα του Χ. Τζ. Ουέλς «Ο πόλεμος των κόσμων» που προκάλεσε μαζικό κύμα υστερίας και παραφροσύνης. Το 1938 μΧ, όχι το 2.300 πΧ. Στις ΗΠΑ, όχι σε κάποιο μικροσκοπικό νησάκι της Πολυνησίας. Για να επανέλθουμε στο τώρα, καλό θα ήταν να προστεθούν δύο μικρές αρνήσεις στο γνωστό ρεφρέν. It’s not the end of the world as we know it and we don’t feel fine. Ο κόσμος είναι εδώ και συνεχίζει απτόητος.