Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Η κούρσα για τον Χρυσό Αλέξανδρο

Η κούρσα για τον Χρυσό Αλέξανδρο
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

 

Ξεκίνημα με την καλύτερη στιγμή του Διεθνούς Διαγωνιστικού, τουλάχιστον με βάση τα όσα έχουμε δει ως και την πέμπτη ημέρα του Φεστιβάλ. Το σκηνοθετικό του Αλί Αϊντίν, με τον τίτλο «Μούχλα», έχει δικαίως κερδίσει τις εντυπώσεις. Με μετρημένο ρυθμό και αξιοζήλευτη εκφραστική και αφηγηματική οικονομία, ο Αϊντίν μας προσκαλεί σε ένα ταξίδι λύτρωσης από τραύματα και ενοχές του παρελθόντος. Τα βάθη της Ανατολίας, ιδανικός καμβάς για αυτή τη διαδρομή εξιλέωσης και περισυλλογής. Από τη μια, η σαρωτική δύναμη της απώλειας, η μόνιμη αίσθηση ενός δυσαναπλήρωτου κενού που ματώνει την καρδιά. Από την άλλη, οι υποδόριες τύψεις για τη σιωπή χρόνων που έχει εξισωθεί με υποταγή και συνενοχή. Ένα προσωπικό δράμα που λειτουργεί ως παλέτα για να ζωγραφιστεί το αντίστοιχο συλλογικό. Ένα πορτρέτο μιας χώρας που δεν ήρθε ποτέ σε ειλικρινή διάλογο μήτε με το παρελθόν μήτε με το παρόν της, αφήνοντας σε αβέβαια χέρια το μέλλον της. Ο πρωταγωνιστής Ερτζάν Κεσάλ παραδίδει ένα tour de force τραχύτητας και συσσωρευμένου πόνου. Άκαμπτο πρόσωπο, αιώνια θλιμμένο βλέμμα. Τον θυμόμαστε εξάλλου από την στιβαρή του ερμηνεία στην πρόσφατη ταινία «Κάποτε στην Ανατολία», του κορυφαίου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, επομένως ουδεμία έκπληξη. Αν υπάρχει μία ευχάριστη έκπληξη, αυτή δεν είναι άλλη από την ωριμότητα της σκηνοθετικής ματιάς του Αλί Αϊντίν, ο οποίος αφήνει πολλές και ευχάριστες υποσχέσεις. Ένας δημιουργός που μας κάνει να αδημονούμε από τώρα για τη δεύτερή του ταινία, ένα από τα ομορφότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν κατά τη θέαση ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ.

Από τη μεγαλύτερη ικανοποίηση, ας περάσουμε τώρα και στη μεγαλύτερη απογοήτευση. Στο πρόσφατο φεστιβαλικό παρελθόν, έχουμε πολλές φορές ανακαλύψει διάφορα διαμαντάκια του σύγχρονου ρουμάνικου κινηματογράφου, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό συχνότητας που είχαμε προφανώς κακομάθει. Εξ ου και η δυσάρεστη αμηχανία που μας επιφύλαξε η ταινία «Ένας μήνας στην Ταϊλάνδη», του Παούλ Νεγκοέσκου. Τι περιμέναμε; Κάτι από τα στοιχεία που έχουν αναδείξει και καθιερώσει το άτυπο «νέο ρουμάνικο κύμα». Όπως ένα νατουραλισμό που να αναδύεται φυσικά και αβίαστα. Είτε ένα αιχμηρό σχόλιο κοινωνικού προβληματισμού, δοσμένο μέσα από σφήνες χιούμορ και πρωτοτυπίας. Το μόνο που κατορθώνει η παραπάνω ταινία είναι να φανεί εύπεπτα ευχάριστη, χωρίς να γίνει ούτε για μια στιγμή πιο τολμηρή ή διεισδυτική. Απογοητεύσεων συνέχεια, με το μεξικάνικο «Εδώ κι εκεί», του Αντόνιο Μέντεζ Εσπάρζα, αν και οφείλουμε σαφώς να διαχωρίσουμε τις δύο περιπτώσεις, καθώς η δεύτερη είναι απλώς μία διάψευση υψηλών προσδοκιών. Δωρική σκηνοθεσία, λιτό και απέριττο ύφος, αλλά από την πολύ λιτότητα, κάπου χάνεται και το στοίχημα της ανάπτυξης, για να είμαστε και στο πνεύμα των ημερών. Το ουμανιστικό στόρι χάσκει κάπως μετέωρο και ορφανό, χωρίς κορυφώσεις αλλά και χωρίς λανθάνουσες κινητήριες δυνάμεις.

Συνέχεια, με τη δανέζικη περιπέτεια «Μία πειρατεία», η οποία σαφώς και λαμβάνει θετικό πρόσημο. Στο σκηνοθετικό πηδάλιο ο Τομπίας Λίντχολμ, ο οποίος έφτιαξε το κινηματογραφικό του όνομα πλάι στον Τόμας Βίντερμπεργκ, υπογράφοντας τα σενάρια τόσο του «Submarino» όσο και του πολύ-αναμενόμενου «Hunt». Προσεγμένο σενάριο και μεθοδική σκηνοθετική προσέγγιση σε μία ιστορία που θα μπορούσε πανάνετα να μετατραπεί σε πολλάκις αναμασημένο θέαμα. Οξυδερκής αποτύπωση των σφυγμών που ανεβαίνουν, της λεπτής κλωστής που διαχωρίζει την τραγωδία από το χάπι εντ. Παράλληλα επίπεδα κλειστοφοβίας και αγωνίας και μία κοντινή ματιά στην επώδυνη διαδικασία στάθμισης συμφερόντων. Όσο περνά η ώρα, γίνεται φανερό πως είναι απαραίτητο να μπει λίγο κρασί στο νερό κάθε τομέα. Η προσωπική ηθική και η ιερότητα της ανθρώπινης ζωής δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον κανόνα, παίζουν κι αυτές στο ίδιο παιχνίδι.

 

Κλείνουμε με την ταινία «Τα παιδιά της Κινσάσα», του Βέλγου Μαρκ - Ανρί Βαϊνμπέργκ, η οποία πασχίζει να ισορροπήσει αρμονικά μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ. Όπως σε πλείστες άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, η ταινία πέφτει στην προφανή παγίδα και καταλήγει να μην είναι ούτε ένας επιτυχής συγκερασμός ούτε να αφήνεται στη θαλπωρή και την ασφάλεια του ντοκιμαντέρ. Οι εικόνες ενός κόσμου βουτηγμένου στην απελπισία και στη φρίκη, τον οποίο όλοι εμείς επιλέγουμε να αγνοούμε είναι τόσο χειροπιαστές που ανά στιγμές που αφήνουν ένα δυσβάσταχτο αίσθημα μουδιάσματος. Από την άλλη, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν μία συμπαγή ταινία, όσο καλές κι αγνές κι αν είναι οι προθέσεις. Η δύναμη των εικόνων δεν μετουσιώνεται σε κινηματογραφική μαγεία και η λύση του πατροπαράδοτου ντοκιμαντέρ μάλλον θα ήταν προτιμότερη. Κατά τα λοιπά, με σχεδόν κομμένη την ανάσα περιμένουμε τις προσεχείς ημέρες το «Δεν είμαι χίπστερ» του Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον ελέω τίτλου, καθώς και την ταινία του Έκτορα Λυγίζου «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού».

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Για αυτούς που την πληρώνουν ακριβά

Η κούρσα για τον Χρυσό Αλέξανδρο