Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Δεν θα μπούμε στον κόπο να σχολιάσουμε την ατάκα «τώρα αρχίζουν τα δύσκολα» που ακούμε κατά ριπάς τις τελευταίες μέρες. Όταν η εικόνα της χώρας, όχι μόνο σε δείκτες, μετρήσεις και προβλέψεις όπου είμαστε απλά χρεοκοπημένοι, αλλά στους εμπορικούς δρόμους, τις γειτονιές και τα πανεπιστήμια θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο τύπου Βαγδάτης ή Βελιγραδίου τότε είναι αντιληπτό τι μας επιφυλάσσουν για το μέλλον.
Αυτή τη στιγμή το θέμα που καίει είναι η συμφωνία του Eurogroup. Μία συμφωνία ΔΝΤ και Γερμανίας, βεβαίως, την οποία απλώς η Ελλάδα θα διεκπεραιώσει. Θα εστιάσουμε σε δύο θέματα. Πρώτον, το πρακτικό. Εντάξει, άντε και να δεχτούμε πως η μείωση επιτοκίων, η χρονική επιμήκυνση αποπληρωμής και η επιστροφή κερδών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι θετικές αποφάσεις, παρότι κανείς δεν μας ξεκαθάρισε αν αναφερόμαστε στα ήδη κερδισμένα της ΕΚΤ ή στα μελλοντικά και παρότι οι τόκοι στα ομόλογα που επιμηκύνθηκαν θα εξακολουθούν να τρέχουν και να φορτώνουν την επόμενη γενιά (για την οποία κατά τα άλλα «παλεύουμε»).
Η θρυαλλίδα των αποφάσεων ωστόσο, η επαναγορά χρέους, μπάζει από παντού. Η έκκληση για «πατριωτικό καθήκον» του Γ. Στουρνάρα προφανώς μας προϊδεάζει πως αυτά τα 31 δισ. του χρέους που θα αγοραστούν στο ένα τρίτο της τιμής τους (τα νούμερα αυτά είναι κατά μέσο όρο προφανώς καθώς δεν πρόκειται για μία ενιαία διαδικασία) θα αφορούν τις ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία και όχι τα hedge fund που στο κάτω κάτω μέχρι σήμερα πληρώνονται μέχρι κεραίας οπότε δεν έχουν κανένα λόγο (μιας και δεν είναι… πατριώτες) να χάσουν έστω και ένα ευρώ από τα κερδοσκοπικά κέρδη τους.
Ο γερμανικός τύπος αποπροσανατολιστικά έγραφε πως η συμφωνία του Eurogroup ήταν «καταπληκτική για τα κοράκια των hedge fund» (Σπίγκελ), παραμυθιάζοντας για ακόμη μία φορά το γερμανικό λαό. Τα κοράκια, όμως, μπορεί να αγοράζουν με 10-17 και να μπορούν την επόμενη βδομάδα να πουλήσουν με 28-20, όμως, δεν έχουν κανένα λόγο να κάνουν αφού μπορούν να πάρουν ολόκληρη την πίτα της ονομαστικής αξίας. Επιμένουμε σ’ αυτό για τον απλούστατο λόγο πως αν η κυβέρνηση προχωρήσει στο κατ’ ουσίαν «κούρεμα» των ομολόγων ασφαλιστικών ταμείων και ελληνικών τραπεζών δύο θα είναι τα αποτελέσματα: το νέο κούρεμα των ασφαλιστικών θα οδηγήσει σε κατάρρευσή τους, το κούρεμα των τραπεζών θα οδηγήσει σε νέα ανάγκη ανακεφαλαιοποίησής τους (πέρα απ’ αυτά που προβλέπονται στη διαβόητη δόση).
Μέσα στην επόμενη βδομάδα θα ξέρουμε αν η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει το… έργο που ξεκίνησε το καταστροφικό PSI. Θα μάθουμε επίσης πώς θα βρει αυτά το 10 δισ. που είναι απαραίτητα για την επαναγορά. Θα τα πάρει όλα απ’ τον EFSF ή θα εκδώσει νέα ληστρικά έντονα γραμμάτια; Δεν γνωρίζουμε. Εκτός του προφανούς πάντως, πως πρόκειται για νέο δάνειο, εγείρεται ένα άλλο ζήτημα. Εφόσον η ευρωζώνη και το ΔΝΤ αποφάσισαν πως η Ελλάδα μπορεί να δανειστεί 10 δισ. «καινούργια» λεφτά -που δεν προβλέπονται από τα Μνημόνια- είναι δυνατόν κανείς στην κυβέρνηση να μην αναρωτήθηκε 1) γιατί δεν μας έδιναν ως τώρα την προβλεπόμενη δόση, 2) γιατί αυτά τα λεφτά να μην χρησιμοποιηθούν άμεσα, τώρα, σήμερα για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους εντός του κράτους, για τα εφάπαξ και πάει λέγοντας; Εφόσον όλοι μα όλοι αναλυτές, πολιτικοί και αξιωματούχοι παραδέχονται πως ακόμη κι έτσι θα χρειαστεί νέο κούρεμα χρέους μελλοντικά, είναι δυνατόν να πετάς 10 δισ. σε ένα χρέος που δεν εξυπηρετείται καταδικάζοντας τη χώρα σε διαιώνιση της ομηρίας; Είναι δυνατόν να μιλούν για επιτυχία αντί να διεκδικήσουν αυτά τα λεφτά να πάνε στην πραγματική αγορά, να φτιάξουν νέο ΑΕΠ -να προωθήσουν τη διαβόητη ανάπτυξη- ρίχνοντας έτσι το χρέος;
Είναι απαραίτητο να σταματήσει η λογική των μονόδρομων. Είναι απαραίτητο ένα πρόγραμμα εθνικής ανασυγκρότησης. Είναι απαραίτητο ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο. Η χώρα εδώ και πέντε μήνες επιβιώνει με έντοκα γραμμάτια, που τα πληρώνει πολύ ακριβά, η οικονομία της σφαδάζει και η πολιτική της κωφεύει. Ποιο είναι το στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης; Να πάρουμε τη δόση και βλέπουμε. Ε, δεν αρκεί ούτε αυτή η δόση, ούτε η επόμενη, ούτε η παραεπόμενη. Το μέλλον προδιαγράφεται ακόμη πιο ζοφερό απ’ τη ζώσα εποχή του συμπυκνωμένου σε βαθμό πνευματικού ακρωτηριασμού παρόντος. Αυτό είναι το συνολικό ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τους πάντες, τόσο τους «θριαμβευτές» των Βρυξελλών, όσο και της αντιπολίτευσης που περιμένει να πάρει την εξουσία, κωφεύοντας κι αυτή στο γεγονός ότι μονάχα μέσω σφοδρών αγώνων και συγκρούσεων μπορεί η χώρα να αποκτήσει μία ελπίδα για το αύριο. Μέχρι τότε θα παραμείνουμε σε ομηρία.