Σε μια κατάμεστη αίθουσα στο ευρωκοινοβούλιο στις Βρυξέλες, τέσσερις από τις πιο καινοτόμες ελληνικές επιχειρήσεις έστειλαν προχθές το μήνυμα ότι υπάρχει και μια άλλη ελληνική επιχειρηματικότητα, μια διαφορετική Ελλάδα, από αυτή που προβάλλεται στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Οι συμμετέχοντες στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο ευρωβουλευτής των Ευρωπαίων Φιλελευθέρων και Δημοκρατών Θόδωρος Σκυλακάκης, άκουσαν τον Γιώργο Κορρέ να εξηγεί πως η Ελλάδα έχει έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό ενδημικών βοτάνων, πάνω στα οποία στηρίχθηκε η δημιουργία μιας επιτυχημένης εξαγωγικής ελληνικής βιομηχανίας, που δημιούργησε τη δική της διεθνή μάρκα, στηριγμένη στην καινοτομία, στην έρευνα και στην στενή συνεργασία με τους Έλληνες παραγωγούς. Μαστιχοπαραγωγούς στη Χίο, παραγωγούς κρόκου στην Κοζάνη, παραγωγούς αρωματικών φυτών και άλλων οργανικών καλλιεργειών σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Άκουσαν τον Πωλ Ευμορφίδη της Coco-mat να εξηγεί πως η διαφορετική κουλτούρα συνεργασίας και ανθρώπινης προσέγγισης της επιχειρηματικότητας, οικοδόμησε μια επιτυχημένη ελληνική διεθνή εταιρία με τζίρο 70 εκ. ευρώ. Άκουσαν τον Αντώνη Καράτζη να περιγράφει πως η Ελλάδα διαθέτει μια 96% εξαγωγική επιχείρηση, που είναι πρώτη στην Ευρώπη και διεθνώς, σε σειρά εξειδικευμένων προϊόντων δικτύων (από συσκευασίες για προϊόντα σούπερ μάρκετ, μέχρι καινοτόμα δικτυωτά για έλεγχο του μικροκλίματος στα θερμοκήπια και συσκευασίες για 50 εκ. χριστουγεννιάτικα δέντρα κάθε χρόνο). Άκουσαν ακόμα τον Μάνο Δομαζάκη να εξηγεί πως η Creta Farm κατάφερε να δημιουργήσει αλλαντικά με ελαιόλαδο και ελάχιστα κορεσμένα λίπη, που είναι τα μόνα στον κόσμο με την αποδοχή της αμερικάνικης καρδιολογικής εταιρίας αλλά και εξαιρετική γεύση, που επέτρεψαν στην εταιρία να κερδίσει μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς και να έχει σοβαρές διεθνείς συνεργασίες και προοπτικές.
Άκουσαν όμως την ίδια στιγμή και την αγωνία της ελληνικής καινοτόμας και εξαγωγικής επιχειρηματικότητας για το γεγονός ότι υποχρεώνεται να ανταγωνιστεί πληρώνοντας διπλάσια και τριπλάσια επιτόκια (από π.χ. τους Γερμανούς), αγοράζοντας πρώτες ύλες με μετρητά και βλέποντας τις τράπεζες να κόβουν τη χρηματοδότησή της, για να συνεχίσουν να πριμοδοτούν κακές τραπεζικές αποφάσεις.