του Γιώργου Παπαδημητρίου
Πριν από τρεις ημέρες συμμετείχα σε μία συζήτηση με θέμα τη σφαγή της περασμένης Παρασκευής στο Νιουτάουν του Κονέκτικατ, στις ΗΠΑ, με θύματα 20 παιδιά και 6 ενήλικους. Η κουβέντα δεν περιστράφηκε τόσο γύρω από το περιστατικό καθαυτό, αλλά γύρω από διάφορες προεκτάσεις του, με κυριότερη αυτή της μιντιακής προβολής που πυροδότησε. Όπως έχουμε αναφέρει πολλάκις, τα όσα διαδραματίζονται στον κόσμο μας, οι πληροφορίες και των ερεθίσματα που φτάνουν στους δέκτες μας ολοένα και «θεαματικοποιούνται», λαμβάνουν δηλαδή όλο και πιο έντονη χροιά, φύση και αντιμετώπιση ενός θεάματος. Ο θάνατος και η τραγωδία δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν από αυτό το νοσηρό παιχνίδι. Αντιθέτως, είναι μάλλον βέβαιο πως θα ήταν οι πρώτοι που θα έσερναν τον χορό. Το αίμα που πιτσιλάει τις οθόνες πουλάει ούτως ή άλλως, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για αθώο παιδικό αίμα.
Το πρώτο ζήτημα που μπορεί να εγείρει κάποιος είναι η σχετικοποίηση του θανάτου, η παντελώς διαφορετική αντιμετώπιση που τυγχάνουν παραπλήσια ή και πανομοιότυπα φρικτά περιστατικά. Σύσσωμη η διεθνής κοινότητα, μέσα από τους επίσημους τελάληδές της, εξέφρασε την θλίψη και τον αποτροπιασμό της για το περιστατικό στο Νιουτάουν. Παρακολουθήσαμε συγκινημένοι, σπιθαμή προς σπιθαμή, όλη την πορεία των δακρύων του Μπάρακ Ομπάμα, καθώς κυλούσαν καυτά στα μάγουλά του. Ισχύουν όμως τα ίδια δεδομένα αντιμετώπισης σε συνεχιζόμενες τραγωδίες που εκτυλίσσονται σε καθημερινή εμπόλεμες ζώνες ή σε εξαθλιωμένες χώρες ανά τον κόσμο, όπου οι κάτοικοι μαστίζονται από πείνα και ασθένειες; Η απάντηση είναι προφανής. Όχι φυσικά. Για αυτή τη διαφορά στάσης μπορεί κανείς να βρει μια πληθώρα από δικαιολογίες, αιτίες και αφορμές. Είναι μία κατάσταση που απορρέει αβίαστα και φυσιολογικά με βάση τα κυρίαρχα μοτίβα που διαμορφώνουν εν πολλοίς την οπτική μας.
Η πάσα αλήθεια είναι πως έχουμε δεχτεί δίχως ιδιαίτερο προβληματισμό πως σε κάποια κακότυχα μέρη του κόσμου θα υφίστανται βίαιες και αιματηρές συγκρούσεις, θα υπάρχουν εκατόμβες αμάχων, θα ξεκληρίζονται πληθυσμοί από την πείνα, θα αγγίζει η παιδική θνησιμότητα νούμερα ιλιγγιώδη. Αντιλαμβανόμαστε όλα τα παραπάνω ως μία φυσική αλληλουχία πραγμάτων, ως μία άρρηκτη αλυσίδα γεγονότων που ισχύει όχι για όλους αλλά για κάποιους μακρινούς και αθέατους και παράλληλα, ιδιαίτερα γκαντέμηδες. Αντιστοίχως, όταν κάτι αναπάντεχο έρχεται να διαταράξει βίαια και εντελώς απροσδόκητα τη μακάρια καθημερινότητά μας, ξεσπάμε σε λυγμούς, υπογραμμίζουμε την επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων και επαναλαμβάνουμε ακατάπαυστα τα όσα φρικαλέα έχουν προηγηθεί, λες και υπάρχει περίπτωση να τα ξορκίσουμε. Είναι σκληρό, είναι βάναυσο, είναι άδικο, είναι κοντόφθαλμο, αλλά έτσι είναι και δεν υπάρχει λόγος να το δαιμονοποιούμε πλεονασματικά. Μία πινελιά ολέθρου σε ένα καμβά –έστω επιφανειακής φυσιολογικότητας– είναι πάντοτε δακτυλοδεικτούμενη. Μία ακόμη νότα πόνου σε ένα ατελείωτο κονσέρτο βίας είναι σταγόνα στον ωκεανό. Για να το θέσουμε αλλιώς, αν σου επιτεθεί ένας πύθωνας στη ζούγκλα, όπως και να έχει το δέχεσαι λίγο πιο εύκολα από να σου στήσει ενέδρα στον καναπέ του αστικού σου διαμερίσματος.
Υπάρχει η άποψη πως ο θάνατος είναι η ύστατη δικλείδα απονομής δικαιοσύνης σε αυτό τον μάταιο κόσμο. Καιροφυλακτεί και την έχει στημένη σε όλους, ανεξάρτητα από τα πλούτη ή την ισχύ του καθενός. Κανείς δεν ξεφεύγει από αυτόν, όσο αδίστακτος και μοβόρος κι αν έχει φανεί στη ζωή του. Αυτή είναι όμως μονάχα η μισή αλήθεια, αν όχι απλώς ένα μικρό της κλάσμα, καθότι παραγνωρίζει πολλές παραμέτρους. Πέρα από το αποτέλεσμα, υπάρχουν τόσο η διαδικασία έλευσής του όσο και η μετέπειτα ερμηνεία και αξιολόγησή του. Ο επώνυμος θάνατος δεν μετράει εξίσου με τον ανώνυμο, πάντοτε βαραίνει περισσότερο παρόλο που δεν υπάρχει κανένας βιολογικός, ηθικός ή συναισθηματικός κώδικας που να το επιτάσσει. Υπάρχει όμως ο άκαμπτος κοινωνικός. Στην περίπτωση μιας προσωπικότητας εμβέλειας του Μαχάτμα Γκάντι (ολότελα τυχαίο το παράδειγμα) μπορεί κανείς εύκολα να αποδεχτεί τον συλλογικό θρήνο, στην περίπτωση όμως της μαζικής υστερίας για τον θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνα (εξίσου ενδεικτικό παράδειγμα) δεν προκύπτει ένα τοσοδούλι οξύμωρο; Το κακό είναι ολόγυρά μας τόσο γιατί το γεννούν οι συνθήκες όσο και γιατί κυκλοφορεί και από μόνο του, όντας αναπόσπαστο στοιχείο του κόσμου μας. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η αλήθεια είναι ότι λίγα μπορούμε να κάνουμε. Όσον αφορά όμως το πρώτο, η αλήθεια είναι ότι απλώς λίγα κάνουμε.