Ο αριθμός των γευμάτων κατά τη διάρκεια της μέρας μπορεί να βοηθήσει την πρόληψη της παχυσαρκίας αλλά και να μην ξαναπάρει τα κιλά που έχασε από δίαιτα, σύμφωνα με νέα αμερικάνικη έρευνα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ενώ τα παχύσαρκα άτομα τρώνε λιγότερο συχνά από τα άτομα με φυσιολογικό βάρος, εξακολουθούν να καταναλώνουν περισσότερες θερμίδες και είναι λιγότερο σωματικά δραστήριοι κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αντιθέτως, τα άτομα με φυσιολογικό βάρος, περιλαμβανομένων και εκείνων που έχουν χάσει πολλά κιλά, τρώνε συχνότερα κατά τη διάρκεια της ημέρας. «Οι περισσότερες έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα που τρώνε πιο συχνά έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος. Χωρίς ωστόσο κανείς να μπορεί να το αιτιολογήσει», σημειώνει η Δρ Τζέσικα Μπάσμαν, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μέριγουντ της Πενσυλβάνια. Έτσι λοιπόν θέλησαν να διερευνήσουν λοιπόν τη σχέση μεταξύ του αριθμού των γευμάτων που τρώνε οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ημέρας και της ικανότητας να μην ξαναπάρουν κιλά μετά από μια δίαιτα. Έθεσαν υπό ιατρική παρακολούθηση 250 άτομα για 12 μήνες, αναλύοντας τα στοιχεία που είχαν προκύψει από δύο μεγάλες κλινικές μελέτες των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας. Στην μια εξετάζονταν οι διατροφικές συνήθειες των ατόμων με Δείκτη Μάζας Σώματος μεταξύ 25 και 37, δηλαδή υπέρβαροι έως και παχύσαρκοι. Στην άλλη μελέτη εξετάζονταν ενήλικοι άνδρες και γυναίκες με φυσιολογικό βάρος (ΔΜΣ από 19 έως και 24,9), όπου οι μισοί είχαν χάσει τουλάχιστον 13,6 κιλά και είχαν διατηρήσει το νέο τους βάρος για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Κατά μέσο όρο, τα άτομα με κανονικό βάρος έτρωγαν τρία γεύματα και λίγο περισσότερο από δύο σνακς την ημέρα, ενώ η ομάδα των υπέρβαρων ατόμων έτρωγε κατά μέσο όρο τρία γεύματα και μόλις ένα σνακ την ημέρα. Γενικά, αν και τα άτομα που είχαν χάσει βάρος στο παρελθόν κατανάλωναν λιγότερες θερμίδες, περίπου 1.800 ανά ημέρα, συγκριτικά με τα άτομα με κανονικό βάρος και τους υπέρβαρους, που κατανάλωναν 1.900 και περισσότερες από 2.000 την ημέρα, αντίστοιχα.
Δραστηριότητες και μικρά γεύματα προλαμβάνουν την παχυσαρκία
Η Δρ Μπασμαν εξηγεί ότι τα σνακς μπορεί να συντελούν στην πρόληψη της επαναπρόσληψης του βάρους, καθώς «κόβουν» την πείνα. «Αν τρώμε πιο συχνά, αυτό σημαίνει ότι πεινάμε λιγότερο. Αν μεσολαβούν 10 ώρες μεταξύ των γευμάτων μας, είναι φυσιολογικό τα γεύματα αυτά να είναι μεγάλα σε ποσότητα», εξηγεί η ερευνήτρια. Η Δρ Μπάσμαν εξηγεί πάντως ότι όσοι είχαν χάσει βάρος, ήταν και πιο σωματικά δραστήριοι, «καίγοντας» περίπου 3.000 θερμίδες ανά εβδομάδα μέσω γυμναστικής και άλλων δραστηριοτήτων, συγκριτικά με τις 2.000 θερμίδες ανά εβδομάδα για τα άτομα με κανονικό βάρος και τις 800 θερμίδες των υπέρβαρων ατόμων. «Τελικά διαπιστώνουμε ότι το να είναι κανείς υπερβολικά δραστήριος και να τρώει συχνότερα γεύματα, συντελεί στην πρόληψη της παχυσαρκίας», καταλήγει η ερευνήτρια.
Η διατροφολόγος Π. Κουστουράκη σχολιάζει την νέα έρευνα
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΛΙΝΗ
Η σύνδεση του αριθμού των γευμάτων με την πρόληψη της παχυσαρκίας στην αμερικάνικη έρευνα, είναι μια ενθαρρυντική εξέλιξη στον «πόλεμο» κατά της παχυσαρκίας. Στην προσπάθεια να δούμε σε μεγαλύτερο βάθος αυτή την εξέλιξη, ζητήσαμε τη βοήθεια της Παρασκευής Κουστουράκη, κλινικής Διαιτολόγου- Διατροφολόγου, η οποία σχολιάζει τη νέα έρευνα γα λογαριασμό του «Τ.Θ.»:
«Η επιστημονική κοινότητα που ασχολείται με την αντιμετώπιση και την πρόληψη της παχυσαρκίας συχνά συστήνει την κατανάλωση μικρών και συχνών γευμάτων. Παρά το γεγονός όμως, ότι η διατροφική πρακτική των τριών κυρίων γευμάτων και των δύο σνακ αποτελεί το σύνηθες προτεινόμενο όπλο, οι ενδείξεις από τη βιβλιογραφία τελικά δεν είναι και τόσο ενθαρρυντικές. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η αξιολόγηση της ανθρώπινης διατροφικής συμπεριφοράς είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ παρατηρείται ότι οι άνθρωποι που καταναλώνουν μικρά και συχνά συνήθως έχουν υγιεινότερες συνήθειες π.χ. ασκούνται περισσότερο. Το 2009 σε μια ανασκόπηση μελετών, που αφορούσαν το ρόλο των μικρών και συχνών γευμάτων στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, φάνηκε πως το σωματικό βάρος των συμμετεχόντων ήταν τελικά ανεξάρτητο από τη συχνότητα των γευμάτων. Η μόνη συσχέτιση που βρήκαν ήταν με τη συνολική ενεργειακή πρόσληψη.
Παρ’ όλα αυτά οι θετικές ενδείξεις για τα μικρά και συχνά γεύματα δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν, ενώ τα 3 κύρια γεύματα φαίνεται να είναι απαραίτητα. Αυτό στο οποίο φαίνεται να υπερτερούν τα 6 μικρά γεύματα, αν και με μικρή διαφορά, είναι στη μικρότερη επίδραση που ασκούν στις ορμόνες της όρεξης και του κορεσμού (κυρίως τη γκρελίνη και τη λεπτίνη) αλλά και στην ινσουλίνη.
Αυτό το οποίο είναι παρά πολύ σημαντικό είναι η εξατομίκευση του διατροφικού πλάνου με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ατόμου. Στη σύγχρονη εποχή με τους τόσο έντονους ρυθμούς ζωής, η προσθήκη ενός επιπλέον άγχους, όπως αυτό του ωραρίου κατανάλωσης των γευμάτων, ίσως να μην είναι και ο καλύτερος τρόπος χειρισμού του προβλήματος. Κάποιες ιδιαίτερες κατηγορίες ομάδες ανθρώπων επίσης, όπως όσοι πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου Ι, δύσκολα διαχειρίζονται ένα τόσο αυστηρό ωράριο γευμάτων.
Οι υγιεινές διατροφικές συνήθειες και η συνολική ενεργειακή πρόσληψη φαίνεται να είναι τα σημεία που πρέπει κυρίως να εστιάσουμε. Η ερευνητική διαδικασία λοιπόν οφείλει να συνεχιστεί, και μάλιστα με έμφαση στο σωστότερο σχεδιασμό και στην ακριβέστερη καταγραφή της καταναλισκόμενης ποσότητας από τους συμμετέχοντες. Αυτό όμως που μπορεί να προταθεί, τόσο για την πρόληψη όσο και για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, είναι η κατανάλωση της σωστής ποσότητας τροφής και η υιοθέτηση καλύτερων και υγιεινότερων διατροφικών συνηθειών.