Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
«Ανακοινώνουμε στον κόσμο ότι ο Καντάφι σκοτώθηκε στα χέρια της επανάστασης. Είναι μία ιστορική στιγμή. Είναι το τέλος της τυραννίας και της δικτατορίας. Ο Καντάφι συνάντησε τη μοίρα του». Έτσι ανακοίνωσε ο αντιπρόεδρος του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου της Λιβύης, Αμπντέλ Χαφέζ Γκόγκα, τον θάνατο του επί 42 χρόνια ηγέτη της χώρας, Μουαμάρ Καντάφι. Ακολούθησε και η επιβεβαίωση διά στόματος του ντε φάκτο πρωθυπουργού του Συμβουλίου Μαχμούντ Τζιμπρίλ. «Επιβεβαιώνουμε ότι όλα τα κακά, περιλαμβανομένου του Καντάφι, εξαφανίστηκαν από την αγαπημένη αυτή χώρα. Οι Λίβυοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει να ξεκινήσουμε μία νέα Λιβύη, μία ενωμένη Λιβύη, για ένα λαό και ένα μέλλον».
Τόσο οι νέοι ηγέτες της Λιβύης όσο και η διεθνής κοινότητα αντιμετώπισαν με χαρά και ικανοποίηση την είδηση του θανάτου του Μουαμάρ Καντάφι. Ωστόσο, οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες και ουδείς μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη δολοφονία, όπως αυτή του μπιν Λάντελ ή του αλ Ζαουάκι. Την Πέμπτη το πρωί τα διεθνή ειδησεογραφικά μετέδιδαν πως ο Καντάφι όντας βαριά τραυματισμένος ήταν πλέον αιχμάλωτος του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου. Μετά από πολλές ώρες ανακοινώθηκε πως ο αιχμάλωτος Καντάφι ήταν πλέον νεκρός.
Άλλωστε, η πτώση του καθεστώτος του Μουαμάρ Καντάφι είχε προαναγγελθεί στις 17 Μαρτίου όταν το ψήφισμα 173 του ΟΗΕ ενέκρινε την επιβολή «όλων των απαραίτητων μέτρων για την προστασία των πολιτών». Την ίδια μέρα είχε προδιαγραφθεί και η τύχη του ίδιου του συνταγματάρχη, που είτε θα πέθαινε στα χέρια του ΝΑΤΟ και των αντικανταφικών είτε θα δικαζόταν. Συμπαθής ή όχι ο συνταγματάρχης αφήνει πίσω του μια μεγάλη ιστορία των πρώτων ριζοσπαστικών δεκαετιών της εξουσίας του μέχρι την μετάλλαξη και τον εκφυλισμό σε ένα αυταρχικό καθεστώτος.
Τα πρώτα χρόνια του Καντάφι
Την 1η Σεπτεμβρίου του 1969, ο νεαρός συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι ανέτρεψε με πραξικόπημα τον βασιλιά Ιντρίς, έναν διεφθαρμένο και φιλοδυτικό μονάρχη. Η ρήξη του με την Δύση και συγκεκριμένα τις ΗΠΑ ήταν σφοδρή. Έδιωξε τις αμερικάνικες βάσεις από το λιβυκό έδαφος και παράλληλα εθνικοποίησε τα πετρέλαια, αλλά και τις υπόλοιπες βιομηχανίες, της χώρας. Τα λεφτά του κράτους πήγαν σε δημόσια έργα και μαζί με την αναδιανομή της γης, ανέβασαν το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού που βίωνε την Ισλαμική Σοσιαλιστική Δημοκρατία (όπως αυτή θεσπίστηκε το 1976). Η «Τζαμαχιρία» (εξουσία των μαζών) ήταν το εσωτερικό καθεστώς της ριζοσπαστικής Λιβύης, η ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και ο παναραβισμός ήταν η εξωτερική πολιτική του συνταγματάρχη Καντάφι.
Ήταν εξ αρχής θιασώτης της ένωσης των αραβικών πληθυσμών σε ένα έθνος κράτος, μια προσπάθεια την οποία υποστήριζε και δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει ο ηγέτης της Αιγύπτου Αμπντέλ Νάσερ. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας ο Καντάφι, εν έτει 1972, ανήγγειλε την «Ομοσπονδία των Αραβικών Δημοκρατιών» μεταξύ της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Συρίας, όμως το εγχείρημα απέτυχε λόγω εσωτερικών διαφωνιών. Το 1974 επιχειρεί εκ νέου την δημιουργία ομοσπονδίας με την Τυνησία, συμφωνία που όχι μόνο δεν πραγματοποιείται αλλά δημιουργεί και εχθρότητα ανάμεσα στα δυο κράτη.
«Το κακό σκυλί της Μέσης Ανατολής»
Εν συνεχεία κερδίζει το παρατσούκλι «κακό σκυλί της Μέσης Ανατολής» από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρίγκαν. Ο λόγος ήταν η υποστήριξη που πρόσφερε ο Καντάφι τόσο προς την απελευθέρωση της Παλαιστίνης και το PLO του Γιάσερ Αραφάτ όσο και προς το Ιράν του Αγιατολάχ Χομεϊνί, που πήρε την εξουσία μετά την επανάσταση εναντίον του Μοχάμεντ Ρεζά Παχλεβί και βρισκόταν σε πόλεμο με το Ιράκ (από το 1980 μέχρι το 1988). Την ίδια δεκαετία ο Μουαμάρ Καντάφι είχε στενές σχέσεις και με τον IRA, αλλά και με τα απελευθερωτικά κινήματα στη Δυτική Αφρική, κυρίως με τη Σιέρα Λεόνε και τη Λιβερία.
Τις δυο πρώτες δεκαετίες της εξουσίας Καντάφι, οι κινήσεις του συνταγματάρχη σε εσωτερική και εξωτερική πολιτική είχαν ως αποτέλεσμα να απολαμβάνει την απόλυτη στήριξη του λιβυκού λαού. Η μόνη πρόκληση που αντιμετώπισε ήρθε από τη Δύση. Το 1986 η Λιβύη κατηγορήθηκε για τη βόμβα στη ντισκοτέκ του Δυτικού Βερολίνου, ονόματι La Belle, στην οποία σύχναζαν Αμερικανοί στρατιώτες. Στις 14 Απριλίου του ίδιου έτους, η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ βομβαρδίζει την Τρίπολη και το σπίτι του Καντάφι, αποτυγχάνοντας να σκοτώσει τον Λίβυο ηγέτη. Ποτέ δεν αποδείχτηκε η εμπλοκή της Λιβύης στην επίθεση στην ντισκοτέκ, όπου πέθαναν 3 άνθρωποι, ενώ από την άλλη ο συνολικός απολογισμός της αμερικάνικης επίθεσης σταμάτησε στους 60 νεκρούς, μια εκ των οποίων ήταν κόρη του Καντάφι.
Στα τέλη της δεκαετίας του 80, εν έτει 1988, υπάρχουν νέες υπόνοιες για λιβυκό δάκτυλο στην βόμβα που σκότωσε 270 ανθρώπους πάνω από την πόλη του Λόκερμπι που επέβαιναν. Η πτήση της Pan-AΜ 103 οδηγεί τον Καντάφι στην απομόνωση από τη διεθνή κοινότητα.
Έτσι, φτάνουμε στην δεκαετία του ’90 όπου η Τζαμαχιρία έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τους εσωτερικούς εχθρούς. Το καθεστώς του συνταγματάρχη όμως συνέτριψε βίαια την ισλαμιστική εξέγερση, και τότε με έδρα την Βεγγάζη, δίχως ποτέ να γίνει κάποιος απολογισμός των θυμάτων ή των υποκινητών. Δυο ακόμη προσπάθειες πραξικοπήματος μας φέρνουν στο τέλος της δεκαετίας και στην αλλαγή κατεύθυνσης του Μουαμάρ Καντάφι.
Ο εκφυλισμός και η συνθηκολόγηση με τη Δύση
Η νέα χιλιετία σήμανε τον απόλυτο εκφυλισμό του καθεστώτος Καντάφι. Η απόλυτη σύμπραξη με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη έρχεται μετά την εκθρόνιση του Σαντάμ Χουσεΐν. Τότε ο Καντάφι φοβούμενος την ίδια μοίρα προσεγγίζει τη Δύση, υπογράφει συμφωνίες για το λιβυκό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ο Τόνι Μπλερ και ο Γκέραρντ Σρεντερ είναι οι πρώτοι ηγέτες που τον επισκέπτονται. Παράλληλα, λύνει τα προβλήματα με τις ΗΠΑ, καθώς στηρίζει έμπρακτα τον «πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας». Έτσι ο Τζορτζ Μπους εν έτει 2006 δεν περιλαμβάνει την Λιβύη στις χώρες που προωθούν την τρομοκρατία για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες.
Συμβολικά, η πρώτη προσέγγιση του Καντάφι προς τη Δύση ήταν η παράδοση των δυο υπόπτων της έκρηξης του Λόκερμπι το 1999. Μέσα σε δέκα χρόνια ο Καντάφι ήταν ένας ιδιόμορφος εταίρος των ΗΠΑ και της ΕΕ. Έτσι και πάλι συμβολικά, τον Αύγουστο του 2009 ένας από τους δυο υπόπτους αποφυλακίστηκε με αιτιολογία προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Ο Αμπντέλ Μπασέτ Αλί αλ-Μεγκράχι γύρισε στην Λιβύη και μόλις προ ολίγων μηνών, τον περασμένο Φεβρουάριο, το πόρισμα έρευνας που είχε διατάξει ο πρωθυπουργός της Αγγλίας, Ντέιβιντ Κάμερον, έδειξε ότι η πρώην κυβέρνηση των Εργατικών του Γκόρντον Μπράουν διευκόλυνε όπως μπορούσε την απελευθέρωση του Λίβυου βομβιστή από τις φυλακές της Σκωτίας.
Πως φτάσαμε στο τέλος του Καντάφι
Το κάποτε εθνικοαπελευθερωτικό καθεστώς είχε καταλήξει να ξοδεύει χρήματα για την ιταλική ομάδα Γιουβέντους ώστε ένας εκ των υιών Καντάφι, ο Αλ-Σααντί, να κάνει το καπρίτσιο του. Ο πάλαι ποτέ ριζοσπαστικός οραματιστής των πρώτων δεκαετιών είχε ήδη μεταμορφωθεί σε έναν αιμοδιψή δικτάτορα και όταν ήρθε η αραβική άνοιξη προσπάθησε να καταστείλει τις αντιδράσεις. Η εξέγερση της 17ης Φεβρουαρίου στην Λιβύη βέβαια, δεν έμοιαζε με ούτε με την Τυνησία ούτε με την Αίγυπτου. Ο λόγος ήταν πως το πλήθος των αντικανταφικών ήταν ένοπλο. Από την εποχή της πραγματικής Τζαμαχιρίας, ο Καντάφι είχε βάλει όπλα στα χέρια του πλήθους, μέσω των λαϊκών επιτροπών. Ταυτόχρονα ο αποστάτης στρατηγός Αμπντέλ Φατάχ Γιουνίς, πρωτοπαλίκαρο του Καντάφι στην επανάσταση του 1969, εξόπλιζε όλους τους αντικανταφικούς. Έτσι, ο ένοπλος αγώνας ξεκίνησε και οι αντικανταφικοί, υπό τις οδηγίες του Γιούνις, κατάφεραν να φτιάξουν ένα προπύργιο και να επιτίθενται εναντίον στρατηγικών πόλεων, όπως η Μπρέγκα, τις οποίες όμως δεν μπορούσαν να κρατήσουν για πολύ.
Μέχρι τον Μάρτιο οι κανταφικές δυνάμεις είχαν πλέον φτάσει έξω από τη Βεγγάζη. Τότε ήρθε το ψήφισμα του ΟΗΕ, Γάλλοι Άγγλοι πρωτοστάτησαν με τους Αμερικάνους να μην βροντοφωνάζουν την επέμβαση, λόγω της ταραχώδους σχέσης τους με τον αραβικό κόσμο. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα ήταν θέμα χρόνου, και θέλησης του ΝΑΤΟ, να πέσει το καθεστώς Καντάφι.
Εδώ εγείρεται ένα μεγάλο ζήτημα. Το τελευταία 12 χρόνια έχουμε βιώσει διάφορες επεμβάσεις με πρόσχημα την «ανθρωπιστική βοήθεια». Η πρώτη φορά που το ΝΑΤΟ εκτελούσε στρατιωτική επέμβαση σε κυρίαρχο κράτος ήταν το 1999 στη γειτονιά μας. Οι βομβαρδισμοί εναντίον της Γιουγκοσλαβίας είχαν στόχο τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο οποίος δεν έπαιξε το δυτικό παιχνίδι και κατέληξε να πεθαίνει σε ένα κελί στη Χάγη. Μετά ήταν το Αφγανιστάν και οι Ταλιμπάν για να ακολουθήσει το Ιράκ και ο Σαντάμ. Με τα χρόνια οι λαοί σταμάτησαν να αντιδρούν. Μάθαμε πως όταν οι ΗΠΑ δεν συμπαθούν κάποιον, η επέμβαση είναι παραπάνω από πιθανή. Συνήθως μάλιστα με την στήριξη του ΟΗΕ.
Έτσι και χθες, οι υποκριτές της Δύσης στο άκουσμα του θανάτου του Καντάφι έκαναν λόγο για μια ιστορική μέρα μετάβασης στην ειρήνη. Ούτε λόγος για τις συνθήκες του θανάτου του. Καμία πολιτική ρητορική δεν μπορεί να δικαιολογήσει την δολοφονία ενός βαριά τραυματισμένου ανθρώπου. Ούτε λόγος για άλλους δεσποτικούς δικτάτορες, όπως τον Αμπντάλα στην Σαουδική Αραβία ή τον Σάλεχ στην Υεμένη. Μια νέα εποχή αποικιοκρατίας ξεκινά για την Λιβύη σε μια ακόμη επιβράβευση ιμπεριαλιστικής επέμβασης και νομιμοποίηση του φόνου των αντιπάλων των ΗΠΑ.