To πέταγμα του κύκνου
Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Φέρνοντας φευγαλέα στο νου τον Τέρενς Μάλικ, οποίος είχε επανέλθει στα κινηματογραφικά δρώμενα με το «Λεπτή κόκκινη γραμμή» (The Thin Red Line, 1998) είκοσι χρόνια μετά την προηγούμενη ταινία του «Μέρες ευτυχίας» (Days of heaven, 1978), o Νίκος Τζίμας πραγματοποιεί τη δική του μεγάλη και πλήρως απροσδόκητη επιστροφή, καταλήγοντας δυστυχώς να αφήσει ως κατακάθι στην καλύτερη των περιπτώσεων ένα παγερό αίσθημα αμηχανίας, αν όχι ένα υποτιμητικά διαγραφόμενο μειδίαμα. Είκοσι έξι χρόνια λοιπόν μετά την τελευταία του ταινία, «Τα χρόνια της θύελλας» και με τις δάφνες από τις κορυφαίες στιγμές της φιλμογραφίας του, «Αστραπόγιαννος» και «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» να κοσμούν μεν την τροπαιοθήκη του αλλά να μοιάζουν πλέον ξεθωριασμένες, ο Τζίμας γυρνά στα κινηματογραφικά λημέρια με μία ελληνοαμερικάνικη παραγωγή και με πολλά γνωστά ελληνικά και ξένα ονόματα στο καστ.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του σκηνοθέτη η εν λόγω ταινία αποτελούσε ένα εξεχόντως προσωπικό στοίχημα και έγινε πραγματικότητα μετά από επίπονη προσπάθεια, έρευνα και προεργασία δεκαπέντε ολόκληρων ετών. Δυστυχώς όχι μόνο το στοίχημα χάνεται, αλλά εν τέλει διακυβεύεται μία υστεροφημία, η οποία θα έστεκε στο ύψος που της αναλογεί αν απλώς αφηνόταν να αναπαυθεί εν ειρήνη. Ο Τζίμας (εκ)βιαστικά και πανικόβλητα βουτά την ταινία του σε μία επιχρυσωμένη κολυμπήθρα πολιτικοποίησης και την αφήνει να βυθιστεί και να πνιγεί φορτώνοντάς την με βαρίδια που βαφτίζονται «κοινωνικός προβληματισμός και καταγγελία».
Επί της ουσίας έχουμε ένα μίγμα ξύλινου και άψυχου διδακτισμού, ένα τηλεοπτικής κόπιας πολιτικό θρίλερ με κοινότυπες (ανά)τροπές και ένα υποχρεωτικό και παπαγαλίζον οικολογικό μήνυμα τόσο… εκκωφαντικά ηχηρό που θυμίζει σποτάκι για την παγκόσμια ημέρα προστασίας του περιβάλλοντος. Με το μοντάζ να ενέχει ένα άνευρο ρόλο διεκπεραιωτή, με πλάνα που υπονομεύουν και το ίδιο το πανέμορφο ελληνικό τοπίο θυμίζοντας καμπάνια του ΕΟΤ, με διαλόγους αφόρητα κλισαρισμένους και με μία διάχυτη και ανεξέλεγκτη «λαογραφική απεικόνιση» που καταντά γραφική και φαιδρή, η ταινία μοιάζει περισσότερο με κακόγουστο αστείο παρά με κινηματογραφικό πόνημα.
Όσον αφορά μάλιστα την… τουριστική αξία της ταινίας, για όποιον διατηρεί τις αμφιβολίες του, να τον ενημερώσουμε πως η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος έσπευσε να παρουσιάσει σε ειδική προβολή την ταινία μία μέρα πριν από την πρεμιέρα της, κρίνοντας πως αποτελεί μία ιδανική διαφήμιση του φυσικού κάλλους της Ηπείρου… Παρεμπιπτόντως, η οικολογική καταστροφή κρίνεται αναγκαίο να παρουσιαστεί σπιθαμή προς σπιθαμή και με πομπώδεις φανφάρες, σε περίπτωση που τύχει και δεν αντιληφθούμε το πρωτοφανές μέγεθός της, ενώ οι συγκρούσεις που έπονται θυμίζουν σαπουνόπερα με γαρνίρισμα ολίγον πιστολίδι και κυνηγητό. Για τις ανεκτίμητες στιγμές γέλιου που προσφέρει το κάκιστο και προχειρότατο αγγλικό ντουμπλάρισμα γνωστών Ελλήνων ηθοποιών δεν θα ειπωθούν πολλά περισσότερα, σε μία απέλπιδα απόπειρα δημιουργίας κάποιας τεχνητής αίσθησης κινήτρου στους υποψήφιους θεατές. Το δικό μας χρυσό μετάλλιο πάντως απονέμεται στη σκηνή όπου ο Γιάννης Βούρος απειλεί με μία απόκοσμη αγγλική φωνή ότι «the knife will cut to the bone»…
τίτλος; The Fighter ***
Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος
Ο Ντίκι Έκλαντ είναι το καμάρι του Λόουελ... Τι είναι το Λόουελ; Ένα από αυτά τα χιλιάδες καμένα μέρη στα βάθη των πολιτειών της Αμερικής, όπου κυκλοφορούν ανθρώπινα ζόμπι, ρακοσυλλέκτες, τύποι με σαπισμένα δόντια και τεράστιες κοιλιές, γυναίκες ξεχασμένες, χοντρές και κακοβαμμένες. Γιατί ο Ντίκι είναι το καμάρι; Διότι το 1978 σ’ έναν αγώνα μποξ έριξε κάτω (ή μήπως σκόνταψε;) τον μεγάλο μποξέρ Σούγκαρ Ρέι κι έβαλε το Λόουελ στο χάρτη. Βέβαια, τώρα ο Ντίκι ρουφάει κρακ και είναι μαστουρωμένος δίχως παύση, αλλά παρόλα αυτά ονειρεύεται τη μεγάλη επιστροφή, αφού προπονεί το μικρό, ετεροθαλή αδερφό του, τον Μίκι. Ο Μίκι, χαμηλών τόνων, συγκρατημένος κι εσωστρεφής είναι μαριονέτα στα χέρια του φαφλατά αδερφού του και της καταπιεστικής μάνας του που τον μανατζάρει. Ο μόνος τρόπος για να καταφέρει να βγει από τη λάσπη και να εκμεταλλευτεί το ταλέντο του στην πυγμαχία, θα είναι να βάλει φρένο στην οικογένεια και να κοιτάξει μπροστά. Μόνο που, ως συνήθως, η θεωρία είναι πιο εύκολη από την πράξη.
Όχι, δεν πρόκειται για ένα έπος αλά Ρόκι Μπαλμπόα με μούσκουλα και μπουνιές σε αργή κίνηση. Φυσικά και υπάρχουν μερικές σκηνές πυγμαχίας, άκρως πειστικές και καλοφτιαγμένες, ικανές να ανεβάσουν την αδρεναλίνη και να χτίσουν ένα μικρό μύθο, αλλά το ζουμί δεν βρίσκεται εκεί. Είναι ο αγώνας των «λευκών σκουπιδιών» (“white trash” όπως το λένε στις Η.Π.Α.), μιας πολυάριθμης παραγκωνισμένης κοινωνικής τάξης, που κινεί ράθυμα τους τελευταίους τροχούς μιας τεράστιας οικονομίας και που ζει στο σκοτάδι, εξοικειωμένη με την ανεπαρκή κοινωνική πρόνοια. Άμυνά τους ο συντηρητισμός, η θρησκοληψία και οι ασφυκτικές οικογενειακές σχέσεις, τόσο ασφυκτικές μάλιστα, που αν κάποιος προσπαθήσει να ξεγλιστρήσει, οι υπόλοιποι τον τραβάνε από τα πόδια πίσω, σαν σιδερένιες μπάλες φυλακής. Παρόλα αυτά υπάρχει η γραφική πίστη στο αμερικάνικο όνειρο, πως αν κανείς παλέψει πολύ, θα τα καταφέρει, θα την πιάσει την καλή και θα γίνει ένας νικητής. Να θυμάται πάντα, όμως, τον απλό και συνάμα τρομακτικό κανόνα του Λόουελ: «όλοι μαζί» ή κανένας.
Δεν θα επιμείνω στο ότι η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Έχει γίνει σούπα πια, λες και η μυθοπλασία από μόνη της δεν φτάνει, λες κι έχουμε την ανάγκη να μας λένε πως κάτι κάπου έχει γίνει για να ακούσουμε μια ιστορία. Θα πω, όμως, πως στο αμερικάνικο σταρ σίστεμ των ηθοποιών δεν φιγουράρουν άδικα μερικά ονόματα: Στη μια πλευρά του ρινγκ ο Μαρκ Γουόλμπεργκ είναι άκρως πειστικός στο ρόλο του αμήχανου Μίκι που παλεύει να βγει από τις σκιές. Στην άλλη πλευρά του ρινγκ ο Κρίστιαν Μπέιλ τα δίνει όλα στο ρόλο του απρόβλεπτου, ανώριμου, ασταθή, νευρικού και συναισθηματικού Ντίκι. Από αυτήν την αντιπαράθεση ευτυχώς προκύπτει ένας τρίτος νικητής, άκρως ευπρόσδεκτος: ο θεατής.