Το «ρίσκο της μακροβιότητας» εξέτασε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην εξαμηνιαία έκθεσή του με θέμα την «Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα παγκοσμίως». Όπως γίνεται αντιληπτό από την διατύπωση του ζητήματος, το ΔΝΤ στην πραγματικότητα επαναφέρει βίαια στο τραπέζι την πάγια πρακτική του, όπου έχει εμπλακεί, αλλά και πολιτικοοικονομική θέση του, περί της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, κάτι που ούτως ή άλλως είτε βρίσκεται πολύ ψηλά στην ατζέντα των κυβερνήσεων της λιτότητας, της ένδειας και του αυταρχισμού σε όλο τον Δυτικό κόσμο. Ο «οικονομικός κίνδυνος της μακροζωίας», όπως χαρακτηρίζει την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα δημοσιονομικά προβλήματα, επισημαίνει το ειδικό σώμα «επίλυσης κρίσεων» με απόλυτη επιτυχία όπως αποδεικνύεται σήμερα και στη χώρα μας. Ο τρόπος αντιμετώπισης που προτείνει δεν μας εκπλήσσει. Αύξηση ορίων συνταξιοδότησης, αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, σε συνδυασμό βέβαια με την μείωση των παροχών.
Όπως ρητά αναφέρεται στην έκθεση, η επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί ένα μεγάλο οικονομικό κίνδυνο, ο οποίος χαρακτηρίζεται «υποτιμημένος» παρότι θα επιβαρύνει πολύ τα δημόσια οικονομικά μεγέθη των ανεπτυγμένων οικονομιών του πλανήτη. Η πρόταση αντιμετώπισης δεν απέχει πολύ από τα ήδη πεπραγμένα ή προγραμματισμένα μέτρα που λαμβάνουν οι Δυτικές κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. «Επιμήκυνση του εργασιακού βίου με τρόπο ανάλογο της επιμήκυνσης του προσδόκιμου ζωής», επισημαίνει για τους «7 δισεκατομμύρια λόγους να είμαστε ανήσυχοι», όπως γράφει ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Έρικ Όπερς.
«Οι υποθέσεις που διατυπώνονται γενικώς για την αξιοποίηση όσων δεσμεύσεων έχουν αναληφθεί στο πεδίο των συντάξεων ενδέχεται, λοιπόν, να μην έχουν συνυπολογίσει με κατάλληλο τρόπο αυτήν την αύξηση της μακροβιότητας στο μέλλον», αναφέρεται στην έκθεση.
Σύμφωνα με όσα τονίζονται, εάν στη διάρκεια του 2050 το προσδόκιμο έχει πλέον αυξηθεί κατά μέσον όρο μια ολόκληρη τριετία, «το κόστος από τη γήρανση, που ήδη είναι υψηλό, θα αυξηθεί κατά 50%». Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό σημαίνει «δεκάδες τρισεκατομμύρια αμερικανικά δολάρια επιπλέον συνταξιοδοτικό κόστος», προστίθεται.
Η αύξηση κατά μία τριετία του βίου και κατά το παρελθόν υπολογίστηκε στις μελέτες ως επιπλέον κόστος για τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, όμως στην πράξη αυτή αποδείχθηκε «κατώτερη της πραγματικής εξέλιξης», τονίζεται και προστίθεται ότι «χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή γι' αυτό το θέμα».
Το ΔΝΤ εισηγείται στα μέλη του, αφενός να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα του προβλήματος, ενώ προτείνει και μεθόδους για την αντιμετώπισή του. «Η βέλτιστη πολιτική έγκειται στη σύνδεση του δικαιώματος συνταξιοδότησης με την πραγματική εξέλιξη της μακροβιότητας, κατά προτίμηση μέσω αυτοματοποιημένων αναπροσαρμογών, ή και περιοδικών αναπροσαρμογών στη βάση ενός μαθηματικού τύπου, ώστε να αποτρέπονται οι ατέρμονοι δημόσιοι διάλογοι για να δοθεί η λύση στο ζωτικής σημασίας θέμα» αυτό, υποστηρίζει το ΔΝΤ.
Πιο αναλυτικά, η αντιμετώπιση των «κινδύνων» της μακροζωίας απαιτεί σύμφωνα με το ΔΝΤ μια συντονισμένη δράση σε τρία επίπεδα.
- Πρώτον, οι κυβερνήσεις πρέπει να αναγνωρίσουν τον κίνδυνο που διατρέχουν και να υπολογίσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια το προσδόκιμο ζωής και τις υποχρεώσεις που μπορεί να αναλάβουν εξαιτίας ανεπαρκών πόρων συνταξιοδότησης στον ιδιωτικό τομέα.
- Δεύτερον, ο κίνδυνος πρέπει να διαμοιραστεί ανάμεσα στον ιδιωτικό τομέα, το δημόσιο τομέα και τα νοικοκυριά. Η «διάχυση» του κινδύνου μπορεί να προωθηθεί μέσα από την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης ή την σύνδεση τους με το προσδόκιμο ζωής και την αύξηση της ελαστικότητας των προγραμμάτων συνταξιοδότησης σε περίπτωση που εμφανιστούν ελλείμματα. Η ελαστικότητα αυτή προϋποθέτει δυνατότητα αύξησης των εισφορών, του ορίου συνταξιοδότησης και τη μείωση της σύνταξης.
- Τρίτον, το ΔΝΤ προτείνει την μεταφορά του κινδύνου στις κεφαλαιακές αγορές από προβληματικά συνταξιοδοτικά ταμεία σε αυτά που μπορούν να τον αντιμετωπίσουν καλύτερα!