Του Γιώργου Μαριά
Τις τελευταίες μέρες με τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις παρακολουθήσαμε αρκετούς πολιτικούς να επαναλαμβάνουν τη φράση-κλισέ “στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα” την ίδια στιγμή που φαινόταν αδύνατο να βρεθεί οποιαδήποτε διέξοδος στις απανωτές συζητήσεις σε επίπεδο κομμάτων και πολιτικών αρχηγών.
Μήπως όμως το αδιέξοδο είναι βαθύτερο και έχει να κάνει με την αναδυόμενη ασυμβατότητα μεταξύ της λειτουργίας των “αγορών” με τις δημοκρατικές διαδικασίες και αποφάσεις;
Η άτακτη κατρακύλα των χρηματιστηρίων παγκοσμίως μετά την εξαγγελία του πρωθυπουργού (όσο γράφονται αυτές οι γραμμές) για δημοψήφισμα και η απότομη άνοδος, γεμάτη αισιοδοξία ,όταν η πρόταση για το δημοψήφισμα επέστρεψε στο συρτάρι υποδεικνύουν μια τέτοια σχέση ασυμβατότητας.
Πώς φτάσαμε ως εδώ;
Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος και άρα και της κοινοβουλευτικής-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας προηγείται της οικονομικής κρίσης και παγκοσμίως και στην Ελλάδα. Η σύγκλιση σοσιαλδημοκρατίας και συντηρητικών, η ταυτόχρονη πτώση της αριστεράς, η μετατροπή της πολιτικής σε τεχνοκρατική διαχείριση, η ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση των κρίσιμων αποφάσεων από τα εκλεγμένα κοινοβούλια προς υπερεθνικούς οργανισμούς ή ολοκληρώσεις ,όπως το Δ.Ν.Τ. και η Ε.Ε., συνέβαλλαν σε μια αργή αλλά σταθερή απαξίωση της πολιτικής (και των παθών που τη συνόδευαν).
Με την οικονομική κρίση και τις τραγικές συνέπειές της στην Ελλάδα, τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου της μεταπολίτευσης μέσα σε λίγους μήνες, η απονομιμοποίηση μετατράπηκε σε οργή απέναντι στους πολιτικούς και την πολιτική- εκφράζεται είτε ως διάθεση αποχής είτε με συχνά βίαιες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Συμβολικό αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας ήταν και η εκδίωξη του προέδρου της δημοκρατίας από τη στρατιωτική παρέλαση της Θεσσαλονίκης.
Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στο σκηνικό πολιτικής κρίσης των τελευταίων ημερών. Οι “αγορές” και οι ηγέτες της ευρωζώνης θεώρησαν την τοποθέτηση του λαού, είτε με δημοψήφισμα είτε με εκλογές, σαν το χειρότερο δυνατό ενδεχόμενο. Υπήρξαν πιέσεις από κάθε κατεύθυνση να μην αποφασίσει ο ελληνικός λαός αν θέλει ή όχι να επικυρώσει μια δανειακή σύμβαση που υπογράφει μία κυβέρνηση που εξελέγη με ένα πρόγραμμα εντελώς αντίθετο από αυτό που εφαρμόζει. Ή αν αξίζουν οι πολυετείς θυσίες για να παραμείνει εντός της ζώνης του ευρώ ή όχι. Σε ένα δημοψήφισμα που κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν πράγματι εκβιαστικό και το ερώτημα θα τιθόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να πριμοδοτείται η απάντηση που θα ενέκρινε τη συνέχεια της πολιτικής του μνημονίου.
Οι δικαιολογίες ποικίλες και αντικρουόμενες: δεν είναι ώριμος ο λαός να αποφασίσει, η χώρα είναι σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, είναι αυτονόητο να είμαστε εντός της ευρωζώνης και αδιανόητο εκτός αυτής(κάτι που εξοβελίζει στη σφαίρα του “πολιτικά αδιανόητου” το 1/3 του εκλογικού σώματος που διάκειται αρνητικά απέναντι στο ευρώ ).
Τελικά η μόνη λύση που έγινε αποδεκτή ήταν μία λύση που παραβλέπει τη βούληση των πολιτών, δεν αποζητά τη νομιμοποίηση και συγκροτεί συμμαχίες σε επίπεδο κορυφής για την υπέρβαση του προβλήματος και την πάση θυσία επικύρωση της δανειακής σύμβασης χωρίς καν να είναι γνωστοί οι όροι που τη συνοδεύουν. Η όποια κυβέρνηση πρέπει να υλοποιεί ό,τι απαιτεί το πλέγμα συμφερόντων του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Σε αυτή την κατεύθυνση συγκλίνουν τα κελεύσματα στον τύπο ότι μπροστά στον κίνδυνο της χρεοκοπίας πρέπει να ενεργοποιηθεί το άρθρου 48 του Συντάγματος που προβλέπει έκτακτες εξουσίες σε κατάσταση πολιορκίας και οι δηλώσεις Βενιζέλου στις 21/9 στη βουλή“δεν μπορεί να βρεθεί λύση ούτε δημοκρατικά ούτε μέσα από τις εκλογές, η οποία να είναι αξιόπιστη...Πολλές φορές οι λαοί επιλέγουν δημοκρατικά το αδιέξοδο.» . Μέσα σ' αυτό το τοπίο πληθαίνουν τα δημοσιεύματα του ξένου τύπου που κάνουν λόγο για στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα, σαν πιθανή εναλλακτική για την υλοποίηση των μέτρων.
Μήπως όμως η πραγματικά μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης είναι η αδυναμία στο δια-συνδεδεμένο κόσμο μας να υπάρξει ανοχή σε πολιτικές που δε συμβαδίζουν με την ταχύτητα των οικονομικών συναλλαγών, οι οποίες επιβάλλουν de facto πολιτικές αποφάσεις (χωρίς περιθώρια για χρόνο προσαρμογής), αποφάσεις που τελικά παίρνονται από “παίκτες” στο πεδίο της οικονομίας;
Η μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης είναι η αφετηρία πολλών θεωρητικών προσεγγίσεων στο δημοκρατικό ζήτημα διεθνώς. Ο Σλοβένος θεωρητικός Σλάβοι Ζίζεκ παρατηρεί ότι “μέχρι τώρα ο καπιταλισμός έμοιαζε άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δημοκρατία-κατά καιρούς σημειώνονταν εκτροπές προς τη δικτατορία- αλλά ύστερα από λίγο καιρό η δημοκρατία επιβαλλόταν και πάλι”. Υποστηρίζει ότι ο σύνδεσμος αυτός τώρα πια έχει σπάσει στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ασίας. Ο “καπιταλισμός με ασιατικές αξίες” της Σιγκαπούρης και της Κίνας, η άμεση εκτέλεση σε πολιτικό επίπεδο των οικονομικών επιλογών χωρίς τη “χρονοβόρα” δημοκρατική διαβούλευση φαίνεται ικανή να εκτοξεύσει την οικονομική ανάπτυξη και αποτελεί σήμερα πρότυπο πολύ περισσότερο απ' ότι η ασθμαίνουσα οικονομικά και πολιτικά Ευρώπη. Η αξιοποίηση των ευκαιριών των έκτακτων καταστάσεων είναι το βασικό επιχείρημα στο Δόγμα του Σοκ, όπου η Ναόμι Κλάιν πείθει για την (μη) εκτίμηση της νεοφιλελεύθερης σχολής του Σικάγο και του ΔΝΤ στη δημοκρατία.
Το πραγματικό πρόβλημα δημοκρατίας σήμερα συνοψίζεται στην χαώδη απόσταση μεταξύ των αποφάσεων και των κερδοσκοπικών κινήσεων στις περιβόητες “αγορές” (που παρεμπιπτόντως έχουν όνομα- είναι το σύμπλεγμα χρηματιστηριακών ιδρυμάτων-τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων) και τις πραγματικές ανάγκες επιβίωσης και αξιοπρέπειας των ανθρώπων που βιώνουν τις επιπτώσεις αυτών των αποφάσεων, χωρίς καμία δυνατότητα να τις ελέγξουν.
Η επιστροφή της πολιτικής
Τα καθεστώτα παύουν να βασίζονται και να επιζητούν τη νομιμοποίηση για δύο λόγους: γιατί αυτό βοηθάει τη λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος και γιατί μπορούν (προς το παρόν).
Είναι τα ίδια τα καθεστώτα, πριν από τους λαούς, που αμφισβητούν τη λειτουργικότητα της δημοκρατίας. Όμως, όταν ένα υπόδειγμα καταρρέει, αφήνει χώρο (για περιορισμένο χρονικό διάστημα) για διατύπωση εναλλακτικών που μπορεί να καταστούν ηγεμονικές. Όταν δεν υπάρχει περιθώριο λύσεων ούτε με την ήδη απονομιμοποιημένη κοινοβουλευτική οδό ανοίγεται το πεδίο για ριζοσπαστικές λύσεις. Το ξέσπασμα νέων κινημάτων παγκοσμίως (από την αραβική άνοιξη στους αγανακτισμένους της Ευρώπης και της Αμερικής) δείχνει μία τάση επαναφοράς της πολιτικής, με την έννοια των συλλογικών αποφάσεων για ζητήματα που αφορούν συνολικά την κοινωνία. Οι αγανακτισμένοι στην Ελλάδα ψυχανεμίστηκαν το πρόβλημα με το αίτημα για “πραγματική δημοκρατία”. Όμως η απάντηση αυτή παρέμεινε φτωχή καθώς περιορίστηκε στη δημοκρατία “όσων τύχαινε να είναι εκεί”. Σε κάθε περίπτωση το 99% που δείχνει να αφυπνίζεται, θα αναζητήσει εναλλακτικούς δρόμους, χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρει.
Πέρα από τις απαιτήσεις της οικονομίας και της αγοράς δεν μπορούμε να ξεχνάμε το καθοριστικό ρόλο της πολιτικής. Σε τελική ανάλυση το δημοκρατικό ζήτημα θα λυθεί με όρους πολιτικής βούλησης, είτε για την επανοηματοδότησή του είτε για την υπέρβασή του.