Οι Καταληψίες διαδηλωτές απαντούν με δικαστική νίκη που απαγορεύει την εκδίωξη τους
Μάικλ Ράτνερ: «ο δήμαρχος Μπλούμπεργκ είναι άξιος περιφρόνησης»
Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μάικλ Μπλούμπεργκ, διέταξε μεταμεσονύκτια επιχείρηση εκκαθάρισης των διαδηλωτών από το πάρκο Ζουκότι στο Μανχάταν, την καρδία του κινήματος της Κατάληψης του δημόσιου χώρου. Εκατοντάδες αστυνομικοί με κράνη και ασπίδες έφτασαν στη 1 το βράδυ και διέταξαν τους διαδηλωτές, οι οποίοι βρίσκονται εκεί από τις 17 Σεπτεμβρίου, είτε να φύγουν, είτε να μείνουν και να συλληφθούν. Με μια ξεκάθαρα στρατηγική κίνηση, ο δήμος της Νέας Υόρκης εμπόδισε την δημοσιογραφική κάλυψη της εκκαθάρισης, αναγκάζοντας ακόμη και τηλεοπτικά ελικόπτερα να μην προσεγγίσουν την περιοχή. Ενόσω η μάχη μεταξύ του δήμου και των διαδηλωτών μαίνεται, οι Καταληψίες της Γουόλ Στριτ πήραν ακόμη ένα μάθημα. Η αστυνομία της οικονομικής πρωτεύουσας των ΗΠΑ προσπάθησε να συμμορφώσει τους πολίτες με περισσότερες από 200 συλλήψεις και με καταστολή, περίπου όπως παρατηρούμε να συμβαίνει σε διαδηλώσεις ανά την Ευρώπη.
Το επιχείρημα που επικαλούνται οι αρχές της πόλης για την εκκαθάριση είναι πως η παρατεινόμενη παραμονή των ακτιβιστών εκεί δημιουργεί κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, καθώς και κίνδυνο πρόκλησης πυρκαγιάς. Έτσι, με αυτά τα λόγια και υπό την απειλή σύλληψης, οι αστυνομικοί ξεκίνησαν να απομακρύνουν τις σκηνές. Ορισμένοι από τους διαδηλωτές αποχώρησαν, με τους περισσότερους να παραμένουν εκεί και να φωνάζουν «Ποιανού είναι το πάρκο; Είναι το δικό μας πάρκο» και «Δεν υποχωρούμε, αυτό είναι το σπίτι μας». Μέχρι που συνελήφθησαν και εκδιώχτηκαν.
«Μην κάνετε άλλες σκέψεις. Η απόφαση της εκκαθάρισης ήταν δική μου». Ο Μάικλ Μπλούμπεργκ με δήλωσή του το πρωινό της Τρίτης πήρε την ευθύνη για την επιχείρηση της αστυνομίας, λέγοντας πως η κατάληψη είχε μετατραπεί από ένα χώρο διαδήλωσης σε ένα μέρος όπου ο κόσμος πήγαινε για να παραβεί τους νόμους. Μας έδωσε, μάλιστα, και μια ακόμη ερμηνεία της πρώτης τροπολογίας του Αμερικάνικου Συντάγματος. «Η πρώτη τροπολογία δίνει το δικαίωμα σε κάθε Νεοϋορκέζο να μιλήσει - αλλά αυτό δεν σημαίνει πως έχουν το δικαίωμα να κοιμηθούν σε ένα πάρκο ή να το καταλάβουν, αποκλείοντας ταυτόχρονα άλλους ανθρώπους».
Παρά τη ρητορική, η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο κ. Μπλούμπεργκ είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμη. Ο δημόσιος εισαγγελέας Μπιλ ντε Μπλάσιο (Bill de Blasio) επισημαίνει ακριβώς αυτό. Σε μια ανακοίνωση κόλαφος, ο κ. ντε Μπλάσιο κατηγορεί τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης για την «αχρείαστη και προκλητική» του ενέργεια. Παράλληλα, η δικαστής Λούσι Μπίλινγκς, του Ανώτατου Δικαστηρίου του Μανχάταν εξέδωσε προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει, τόσο στις αρχές της πόλης όσο και στον ιδιοκτήτη του πάρκου, την εκδίωξη των διαδηλωτών. Ωστόσο, ακόμη και μετά την προσωρινή αυτή εντολή, οι αστυνομικές δυνάμεις συνέχισαν να εμποδίζουν τους διαδηλωτές που προσπαθούσαν να ανακαταλάβουν το πάρκο. Τότε, ο Μάικλ Ράτνερ (Michael Ratner), πρόεδρος του Κέντρου για τα Συνταγματικά Δικαιώματα ο οποίος ήταν παρών στην προσπάθεια των διαδηλωτών, δήλωσε ότι ο δήμαρχος Μπλούμπεργκ είναι άξιος περιφρόνησης, καθώς παραβίασε μια εντολή δικαστηρίου.
Ενόσω η κριτική στον Νεοϋορκέζο δήμαρχο εντείνεται, στην πραγματικότητα η κίνησή του δρα αποκαλυπτικά. Σε στιγμές οικονομικής και δημοκρατικής, ακόμη περισσότερο, κρίσης, οι κυβερνήσεις στρέφονται κατά των πολιτών. Μέσω της καταστολής και των συλλήψεων οδηγούμαστε στον εκφοβισμό των διαδηλωτών, αλλά και των εκκολαπτόμενων διαδηλωτών. Ταυτόχρονα όμως, η εικόνα των αστυνομικών εναντίον των ειρηνικών διαδηλωτών, δημιουργεί συνειδήσεις. Έτσι, η ανυπακοή τείνει να αυξάνεται, όταν οι στόχοι της αντίδρασης παραμένουν σαφείς. Όσον αφορά αυτούς τους στόχους; Σίγουρα παραμένουν ουτοπικοί για κάποιους, αλλά όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος Τζον Γκρέι, της βρετανικής Γκάρντιαν, οι καταληψίες «μπορεί να μην προτείνουν λύσεις. Αλλά είναι αυτοί που συμπράττουν με την πραγματικότητα - όχι η κυρίαρχη ελίτ, η οποία παραμένει δέσμια μιας νεκρής ουτοπίας της αγοράς ».
«Αυτό το κίνημα δεν μπορεί να εκδιωχτεί»
Μετά την εκδίωξη, οι διαδηλωτές της Γουόλ Στριτ έστειλαν τις απόψεις τους στην βρετανική Γκάρντιαν. Μας λένε πως «ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να εκκαθαριστεί. Κάποιοι πολιτικοί μπορεί να μας εκδιώξουν από τους δημόσιους χώρους - τους δικούς μας χώρους - μονάχα σωματικά όμως. Εμείς όμως δίνουμε μια μάχη ιδεών. Η δική μας ιδέα είναι πως οι πολιτικές δομές οφείλουν να υπηρετούν εμάς, τους ανθρώπους – όλους εμάς, όχι μόνο αυτούς που έχουν συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο και δύναμη [..] Το όνειρο μας για μια δημοκρατία στην οποία μετράμε είναι ο λόγος για τον οποίο τόσοι πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται με την Κατάληψη της Γουόλ Στριτ και το κίνημα του 99%.