Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Επιστροφή στη δραχμή: Ανατομία ενός προβλήματος

Επιστροφή στη δραχμή: Ανατομία ενός προβλήματος
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Yπό ορισμένες προϋποθέσεις η επιστροφή στη δραχμή θα ήταν καταστροφική, υπό τις ακριβώς αντίστροφες όμως (προς τις παραπάνω) προϋποθέσεις θα ήταν σωτήρια

Η αποτελεσματικότητα -αρνητική ή θετική- του χρήματος δεν εκπορεύεται από τη μορφοποίησή του, αλλά από τη διαχείρισή του

Αφού είμαστε στην Ευρωζώνη, οι λύσεις είναι τρεις: Να μας δίνει η Ευρώπη χρήματα, να μας βοηθήσει να τα βρούμε μόνοι μας ή να μας εγκαταλείψει

Αν η παραοικονομία δεν «συλληφθεί» τότε το ποσό που στερεί από τον δημόσιο κορβανά (και εφόσον δεν υπάρξουν άλλα έσοδα από την ανάπτυξη κλπ), θα καλύπτεται κάθε χρόνο από νέες απολύσεις

Η έξοδος μιας χώρας από την Ευρωζώνη, όσο και ευρύτερα από την Ε.Ε., δεν προβλέπεται ούτε καν έμμεσα από κάποια ευρωπαϊκή συνθήκη ή παρασυνθήκη

Αν χρεοκοπήσουμε, το βιοτικό μας επίπεδο θα «βουλιάξει» πολύ, ίσως 30 - 40 χρόνια πίσω και πάντως «απότομα», την πρώτη μέρα της χρεοκοπίας. Ωστόσο δεν θα διαρκέσει πολύ. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις τον δεύτερο χρόνο θα επανέλθουμε σε μια «άγρια», όχι όμως «πρωτόγονη» λιτότητα

Αν γυρίσουμε στη δραχμή, ο «βορράς» (όπως και αν ορίζεται αυτός γεωγραφικά) θα χάσει μια αγελάδα που ως τώρα την άρμεγε ασύστολα, πρόστυχα και αγρίως. Τα θηρία... Μας ζητάνε ακόμα και την Ακρόπολη

Γράφουν οι:

ΒΑΪΟΣ ΛΑΖΟΣ, καθηγητής εφηρμοσμένης οικονομικής πολιτικής

ΧΑΡΗΣ ΣΙΩΤΗΣ, καθηγητής χρηματοοικονομικής

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΝΑΤΑΣ, διδάκτωρ οικονομικής κοινωνιολογίας

Το ενδεχόμενο επιστροφής στη δραχμή είναι δυνατό μολονότι όχι πολύ πιθανό. Είναι όμως και ακανθώδες τόσο στη θετική, όσο και στην αρνητική του εξέλιξη. Διότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις η επιστροφή στη δραχμή θα ήταν καταστροφική, υπό τις ακριβώς αντίστροφες όμως (προς τις παραπάνω) προϋποθέσεις θα ήταν σωτήρια. Αυτό σημαίνει ότι η επιστροφή θα προσδιοριστεί αποκλειστικά από τα λάθη που θα γίνουν κατά τη διαδικασία και όχι από αυτή καθ' αυτή την διαδικασία.

Ένα σημαντικό λάθος που γίνεται στην ανάλυση της προβληματικής είναι ότι αν επιστρέψουμε στη δραχμή το χρέος μας θα αυξηθεί αυτόματα - θα φτάσει ίσως και στο διπλάσιο. Αυτό δεν έχει ούτε επιστημονική, ούτε αριθμητική ορθότητα. Διότι το (εξωτερικό) δημόσιο χρέος μιας χώρας, δεν εξαρτάται με κανένα τρόπο από τον όγκο του χρήματος (σε εθνικό νόμισμα, εδώ σε δραχμές) που κυκλοφορεί μέσα στη χώρα αυτή. Είτε δηλαδή οι δραχμές που θα έχουμε εδώ θα είναι 350 δις (όσο και το χρέος), είτε 500, είτε 150, είτε 2 τρις, το χρέος μας θα παραμένει στο ίδιο ύψος που είναι σήμερα. Δηλαδή 350 δις ευρώ. Με άλλα λόγια αν δεχτούμε ότι με μια μεγάλη ισοτιμία (π.χ. 1 ευρώ = 500 δραχμές) το χρέος θα αυξηθεί «αυτόματα» (όπως διατείνονται ακόμα και πρώην υπουργοί μας επί των οικονομικών) τότε πρέπει παράλληλα να δεχτούμε ότι με μια μικρή ισοτιμία (π.χ. 1 ευρώ = μισή δραχμή) το χρέος θα μειωθεί στο μισό. Αυτό ούτε επιστημονικά ούτε αριθμητικά είναι σωστό.

Όμως αφού το χρέος μας είναι σε ξένο νόμισμα (σε ευρώ σήμερα) για να το ξεχρεώσουμε θα πρέπει να δώσουμε στους ξένους δανειστές μας ευρώ και όχι δραχμές. Επομένως δεν έχει κανένα νόημα ο Υπουργός μας των Οικονομικών να μαζέψει μερικά δις ή τρις από μας (με φόρους, εισφορές κλπ) σε δραχμές και με αυτές να πάει στο εξωτερικό, να τις δώσει στους ξένους δανειστές μας και αυτοί να μας επιστρέψουν τα ομόλογά μας.

Αλλά τα ευρώ δεν μαζεύονται εδώ με δραχμικούς φόρους. Μαζεύονται από τους τουρίστες που θα έρθουν, από τις εξαγωγές μας, από ξένα κεφάλαια που θα επενδυθούν εδώ, από ναυτιλιακό αν θέλετε συνάλλαγμα των εφοπλιστών μας και από άλλα τέτοια συναλλαγματικά σημεία, οπότε προκύπτει εδώ το στοιχείο της ανταγωνιστικότητάς μας. Δηλαδή δεν έχει κανένα νόημα για έναν ξένο τουρίστα να έρθει στην Ελλάδα αν με ένα ευρώ (π.χ.) στην πατρίδα του πίνει μια μπύρα και με το ίδιο ευρώ (μετρημένο τώρα σε δραχμές) θα πίνει πάλι μια μπύρα. Αντίθετα αν πίνει 2 ή 3 ή 5 μπύρες θα έρθει. Προκύπτει έτσι τώρα το θέμα της ισοτιμίας. Για 2 π.χ. μπύρες η ισοτιμία θα πρέπει να είναι 1 προς 2 (ένα ευρώ προς 2 δραχμές), για 3 ένα προς τρεις, για 5 ένα προς 5 κ.ο.κ. Σήμερα η ισοτιμία είναι 1 προς 1 αφού (όπως είπαμε στο απλοποιημένο αυτό παράδειγμα με τις μπύρες) με 1 ευρώ πίνει μια μπύρα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην πατρίδα του. Με 2 όμως μπύρες η υποτίμηση θα είναι (αυτόματα με την επιστροφή στη δραχμή) 100%, με 3 μπύρες 200%, με 5 ίση με 400%

και πάει λέγοντας. Με ποια ισοτιμία λοιπόν θα επιστρέψουμε στη δραχμή, αν αποφασίσουμε να επιστρέψουμε;

Στο θέμα της ισοτιμίας ακούγονται τερατωδίες που όχι μόνο επιστημονικά και αριθμητικά δεν στέκουν, αλλά ούτε και εμπειρικά. Ακούγεται λ.χ. μια ισοτιμία 1 προς 1.000. Δηλαδή το 1 ευρώ θα μετατραπεί σε 1.000 δρχ. Δείτε τώρα τι θα συμβεί αν καθιερώσουμε μια τέτοια ισοτιμία. Όταν το 2001 καθιερώσαμε το ευρώ, οι τιμές διαμορφώθηκαν «αυτόματα» στη βάση των δραχμικών τιμών που είχαμε ως τότε. Το ίδιο, αλλά σε αντίστροφη μορφή θα γίνει λοιπόν και τώρα. Τότε ένα προϊόν (ας πούμε άνηθος) που κόστιζε ως τότε 341 δρχ αμέσως το πρωί της Δευτέρας που πιάσαμε το ευρώ στα χέρια μας, ο άνηθος κόστιζε 1 ευρώ, ένα άλλο που κόστιζε περίπου 1.150 δρχ. τώρα κόστιζε 3 ευρώ κ.ο.κ. (Ισοτιμία 1 ευρώ = 341 δρχ).

Τώρα λοιπόν με την επαναφορά της δραχμής (και με ισοτιμία 1 προς 1.000) ο άνηθος θα κοστίζει 1.000 δρχ., ένα κιλό πατάτες των 2 ευρώ, θα κοστίζει 2.000 δρχ. ένα ρολόι ..... Ελβετίας που μας πουλάνε τα κινεζάκια στους δρόμους από 7 ευρώ, θα πάει στις 7.000 δραχμές, ένα φθηνό πουκαμισάκι της λαϊκής από 30 ευρώ, θα έχει 30.000 δραχμές, ένα ζευγάρι παπούτσια των 120 ευρώ θα έχει 120.000 δρχ., μια γκαρσονιέρα θα νοικιάζεται με 250.000 δρχ., ένα «συλλεκτικό» χρυσοποίκιλτο ρολόι θα πάει από 800 ευρώ στις 800.000 δρχ. και αν πάμε παραπάνω ένα μοτοσακό θα πουλιέται 1.200.000 δρχ. και ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο 4 εκατομμύρια. Ακόμα πιο πάνω μια «καλοστεκούμενη» επένδυση από 1 εκατομμύριο ευρώ, θα απαιτεί τώρα πλέον ένα δισεκατομμύριο δραχμές. Ύψος τιμών δηλαδή κατοχικό. Έτσι πολύ γρήγορα όμως (το πολύ σε ένα χρόνο) θα μας χρειαστεί η εμπειρία του Μαρκεζίνη του 1953 που «έκοψε» από τις (τότε) δραχμές τα τρία μηδενικά και οι 50.000 δραχμές έγιναν απλώς 50 δραχμές, οι 120.000 πια 120 κ.ο.κ. Και εμείς από 1.000 δρχ. θα κατέβουμε στη 1 δρχ. Γιατί λοιπόν να κάνουμε αυτόν τον «ετήσιο» κύκλο και να μην πάμε κατευθείαν σήμερα, με την επιστροφή στη δραχμή στην ισοτιμία 1 ευρώ = 1 δραχμή αφού έτσι και αλλιώς σ' ένα χρόνο θα πάμε αναπόδραστα σ' αυτή; Μη ξεχνάμε άλλωστε πως η σημερινή «πλασματική» ισοτιμία είναι 1 προς 1 επειδή ακριβώς έχουμε όλοι στην Ευρωζώνη το αυτό νόμισμα και άρα την αυτή ανταγωνιστικότητα, εξ' ου και οι διαφορετικές τιμές. Επιπλέον η αρχική ισοτιμία 1:341 έχει αφομοιωθεί και άρα κατά ένα τρόπο «αχρηστευθεί» από ένα υπερπληθωρικό οικονομικό γίγνεσθαι μιας ολόκληρης δεκαετίας και άρα είναι αβάσιμη για να την λάβει κανείς υπόψη του. Από την άλλη πλευρά 10 χρόνια τώρα συνηθίσαμε στα μονόλεπτα και στα δίλεπτα, στο 1,35, στο 4,60 και στα πενήντα λεπτά. Μ' αυτόν τον τρόπο θα συνεχίσουμε χωρίς τριγμούς τις δοσοληψίες μας και απλώς από ευρώ θα κρατάμε στα χέρια μας (με λίγο παραποιημένο σχήμα έστω) δραχμές. Αλλά τότε πού είναι η υποτίμηση που θα μας εξασφαλίσει ανταγωνιστικότητα;

Η «πολιτική των πολλαπλών ισοτιμιών»

Εδώ προκύπτει η αναπόδραστη ανάγκη να εφαρμοστεί η λεγόμενη «πολιτική των πολλαπλών ισοτιμιών», ένα εργαλείο που στη νομισματική πολιτική είναι συχνά χρήσιμο. Αν ξεκινήσουμε π.χ. από την ισοτιμία 1 προς 1, τότε αυτή θα είναι η λεγόμενη «εσωτερική ισοτιμία». Για να έχουμε όμως ανταγωνιστικότητα η «εξωτερική ισοτιμία» θα μπορεί να είναι π.χ. 1:5 - δηλ. μια υποτίμηση 500%. Ένα ποσοστό δηλ. διόλου ευκαταφρόνητο. Επειδή όμως το σύστημα των «πολλαπλών ισοτιμιών» απαιτεί μια «ελεγχόμενη» (όπως λέγεται στην επιστημονική γλώσσα) συναλλαγματική πολιτική, με την εξωτερική ισοτιμία θα δραχμοποιείται το συνάλλαγμα που έρχεται από έξω σαν τουριστικό, ναυτιλιακό, εξαγωγικό κ.λπ. ενώ με την εσωτερική θα δραχμοποιηθούν όλες οι ποσότητες σε ευρώ που βρίσκονται στην Ελλάδα, δηλαδή όλα όσα έχουμε όλοι μας σαν καταθέσεις, ψιλά στην τσέπη μας, ποσά κρυμμένα στο μαξιλάρι μας, ρευστά που έχουν οι επιχειρήσεις και τα παρόμοια.

Αυτό θα γίνει, διότι η «ελεγχόμενη» συναλλαγματική πολιτική χρησιμοποιεί σαν κεντρικό εργαλείο της το «εθνικό» νόμισμα, πράγμα που σημαίνει ότι όλες οι συναλλαγές στον εθνικό χώρο (σ' όλη την Ελλάδα δηλαδή) γίνονται (θα γίνονται με την επιστροφή στη δραχμή) ακριβώς με αυτήν: Με τη δραχμή. Θα ξαναγίνεται με άλλα λόγια αυτό που γινότανε μέχρι λίγο πριν μπούμε στην Ευρωζώνη. Όλα γινότανε τότε με δραχμές. Έτσι και τώρα.

Η έτσι ορισθείσα κατά 5 φορές (500%) αυξημένη ανταγωνιστικότητά μας με τις ισοτιμίες αυτές (1:1 έναντι 1:5) δεν απειλείται από την υποτίμηση. Απειλείται από τον πληθωρισμό που ενδεχομένως η υποτίμηση θα προκαλέσει. Αυτό είναι γνωστός κανόνας της νομισματικής πολιτικής και ισχύει για όλες τις οικονομίες που κάνουν υποτίμηση. Άρα είναι μύθος (ή άγνοια) να λέμε ότι μια υποτίμηση κατά 30% (π.χ.), θα επιφέρει μείωση 30% στο εισόδημά μας. Αυτό θα μειωθεί μόνο κατά το ποσοστό του πληθωρισμού που ενδεχομένως θα προκληθεί από την υποτίμηση αυτή και από την εμπειρική παρατήρηση αυτό το πληθωριστικό ποσοστό είναι γύρω στο ένα πέμπτο του ποσοστού της υποτίμησης - δηλ. εδώ 6% (από 30%). Κατά 6% θα μειωθεί επίσης και η ανταγωνιστικότητά μας. Για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, δηλαδή η ανταγωνιστικότητά μας θα μειωθεί στο 400% (από 500% αρχικά) και αυτό περίπου σε 6 μέχρι 10 μήνες - όχι σήμερα, άμεσα. Άρα δεν θα χρειαστούμε μια «νέα υποτίμηση» όπως διατείνονται οι αρνητές της δραχμής που μιλάνε για «συνεχείς υποτιμήσεις» αν γυρίσουμε στη δραχμή. Και δεν θα την χρειαστούμε για τον επιπλέον λόγο ότι η ελεγχόμενη συναλλαγματική πολιτική θα συμβαδίζει αναπόφευκτα και με μια «ελεγχόμενη» δασμολογική πολιτική - από μια δασμολογική προστασία με άλλα λόγια. Εξάλλου αυτήν την προστασία μπορεί να μας την εξασφαλίσει -ακόμα καλύτερα, ώστε να μην μας επιτίθενται οι εμπορικοί μας εταίροι- και ένας κατάλληλος συνδυασμός των δύο ισοτιμιών μας. Με την εσωτερική ισοτιμία θα πληρώνουμε π.χ. τις εισαγωγές αγαθών πρώτης ανάγκης (πετρέλαιο, πρώτες ύλες κ.λπ.) και με την εξωτερική τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας. Επιπλέον μπορούμε να εφαρμόζουμε εδώ και μια πολιτική πολλαπλών υπο -ισοτιμιών για τις 2 ισοτιμίες κορμού.

Οι βασικοί νόμοι της καπιταλιστικής δραστηριότητας

Η αποτελεσματικότητα -αρνητική ή θετική- του χρήματος δεν εκπορεύεται από τη μορφοποίησή του, αλλά από τη διαχείρισή του. Με άλλα λόγια είτε δραχμή κρατάει κανείς στα χέρια του είτε ευρώ το πρόβλημα είναι να το συνδέσει με «καλή» σχέση με άλλα νομίσματα, να το προσαρμόσει στις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας του, να το εμφανίζει στην εσωτερική και στην εξωτερική αγορά όπως, όσο και όταν πρέπει κ.ο.κ. Την καπιταλιστική δραστηριότητα την συνθέτουν δύο βασικοί νόμοι. Ο νόμος πρώτον που λέει ότι το άτομο στις συναλλαγές του -και άρα και τα κράτη μεταξύ τους- επιδιώκει να «δώσει» τα λιγότερα και να «πάρει» τα περισσότερα, και αυτόν τον νόμο τον λέμε «Αρχή του Ατομικισμού» ή αλλιώς «Οικονομική αρχή». Και δεύτερον ο νόμος που λέει ότι η Οικονομία παράγει τόση ευμάρεια, όση και η προσπάθεια που κατέβαλλε για να την παράξει, κι αυτόν το νόμο τον λέμε «Νόμο της ίσης ανταποδοτικότητας».

Στο νομισματικό πεδίο -και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ, αν ξαναγυρίσουμε στη δραχμή- το παραπάνω σύμπλεγμα μας λέει -ή μας επιτάσσει- ότι ο ξένος τουρίστας που θα 'ρθει εδώ να περάσει τις διακοπές του, και ανεξάρτητα από τι ποσό πληρώνει στην πατρίδα του για να φάει μια φασολάδα, εδώ δεν πρέπει να την φάει με το ίδιο ποσό, με το οποίο την τρώμε εμείς, αλλά με μικρότερο. Αλλιώς δεν θα έχει κίνητρο να μας επισκεφτεί. Αυτό ορίζεται από το νομισματικό αξίωμα που λέει ότι η διακρατική κίνηση των κεφαλαίων δεν εξαρτάται από τις (διακρατικές) τιμές, αλλά από το δυναμισμό που εξασφαλίζει το κεφάλαιο (τουριστικό στην περίπτωσή μας, επενδυτικό κλπ) της μιας χώρας που κατευθύνεται προς την άλλη. Δηλαδή εν τέλει ο τουρίστας δεν θα 'ρθει εδώ επειδή τρώει τη φασολάδα του φτηνότερα από ό,τι στην πατρίδα του, αλλά φθηνότερα από εμάς. Το ίδιο ισχύει και αν την τρώει ακριβότερα στην πατρίδα του με την προϋπόθεση ότι η διαφορά των 2 ισοτιμιών δεν θα εξουδετερώνεται από τη διαφορά των δύο τιμών. Με άλλα λόγια αν εμείς την τρώμε με 1 ευρώ (σε δραχμές με όποια ισοτιμία την ορίσουμε) αυτός θα πρέπει να την τρώει με μισό ευρώ και αυτό σημαίνει μια υποτιμημένη δραχμή κατά 100%. Αν πληρώνει και ο ίδιος όμως 1 ευρώ, τότε το νόμισμά μας (επομένως και η ευμάρειά μας) είναι υπερτιμημένη και θα πρέπει να υποτιμηθεί. Αυτήν ακριβώς την σκοπιμότητα εξασφαλίζει η νομισματική πολιτική με το εργαλείο των πολλαπλών ισοτιμιών, που αναλύσαμε πιο πάνω - σε περίπτωση επιστροφής στη δραχμή.

Οι τρεις λύσεις

Έτσι ή αλλιώς πάντως η χώρα μας αυτή τη στιγμή χρειάζεται χρήματα. Επί 30 χρόνια (από το 1981 μέχρι σήμερα) καταπατούσε ασύστολα τον έναν από τους δύο νόμους που προαναφέραμε, αυτόν δηλ. της «ίσης ανταποδοτικότητας» και κατά τη διαπραγμάτευση των ως τώρα μνημονίων κατά πάσα πιθανότητα και τον δεύτερο. Αφού όμως είμαστε στην Ευρωζώνη οι λύσεις είναι τρεις: Να μας δίνει η Ευρώπη αυτά τα χρήματα, να μας βοηθήσει να τα βρούμε μόνοι μας ή να μας εγκαταλείψει. Η πρώτη λύση δεν πρέπει να περιλαμβάνει τοκογλυφικά επιτόκια, αποπνικτικό χρονικό διάστημα, ούτε εξαγορά μισοτιμής των περιουσιακών μας στοιχείων. Τουλάχιστον αυτά. Η δεύτερη λύση είναι να μας «εγκρίνει» την επιστροφή στη δραχμή, δίνοντάς μας όσα χρήματα χρειάζονται ώσπου να αρχίσουμε να τα μαζεύουμε μόνοι μας με τη νομισματική, τη συναλλαγματική και την προστατευτική πολιτική που πια απρόσκοπτα και όπως τις αναλύσαμε παραπάνω θα τις εφαρμόζουμε. Η τρίτη λύση σημαίνει αποκλεισμό μας από κάποιο δανεισμό ή βοήθεια από έξω.

Από καθαρά οικονομικής πλευράς η δεύτερη λύση είναι η καλύτερη, ακολουθεί κατόπιν η τρίτη και τελευταία η πρώτη. Η τρίτη λύση σημαίνει στάση πληρωμών (προς τους δανειστές μας), χρεοκοπία, αυτόματη ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και άρα άμεση εξάλειψη του ελλείμματος (ίσα έξοδα - έσοδα), ποσοτική αναδιάρθρωση («κούρεμα») και χρονική αναδιάταξη («επιμήκυνση») του χρέους μας και διεθνή οικονομικό έλεγχο που σημαίνει είσπραξη ποσών από τους δανειστές μας με όποιο τρόπο βρίσκουν οι ίδιοι πρόσφορο, όπως π.χ. με κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων ή δαπανών ή εσόδων κλπ. Ταυτόχρονα όμως το χρέος μας θα μειωθεί (θα «κουρευτεί») κατά 60% τουλάχιστον, για να μην πούμε 70% (η Αργεντινή το έφτασε στο 75%), αφού ήδη σήμερα τα ομόλογά μας διακινούνται με το 60% και συχνά 50% της αξίας τους. Άρα το χρέος μας από 350 δις που είναι σήμερα, θα κατέβει στα 150 δις τουλάχιστον, δηλαδή στο 60% και άρα στο επιτρεπτό από την Ευρώπη όριο. Ταυτόχρονα η επιμήκυνση θα μας «επιτρέψει» με τα έσοδά μας να πληρώνουμε μισθούς, συντάξεις, αμυντικές δαπάνες, υγεία, παιδεία -ίσως κάπως πιο «συμμαζεμένα» όλα αυτά- και γενικότερα την εσωτερική λειτουργικότητα του κράτους μας. Φυσικά θα ξαναγυρίσουμε στη δραχμή και θ' αρχίσουμε άμεσα την εφαρμογή των ευεργετικών πολιτικών που προαναφέραμε. Έτσι με την πρώτη ακόμα χρονιά θ' αρχίσουμε να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα με το οποίο θα πληρώνουμε τις περιορισμένες εισαγωγές περιορισμένων πρώτων υλών και αγαθών πρώτης ανάγκης. Τα τσερόκι παραμερίζονται.

Με τη δεύτερη λύση (επιστροφή στη δραχμή) θα έχουμε όλα τα ευεργετικά εργαλεία της τρίτης, συν επιπλέον (χωρίς ίσως «κούρεμα» αλλά μόνο με μια κάποια επιμήκυνση) τη βοήθεια της Ευρώπης. Έτσι αν με την τρίτη λύση θα χρειαστούμε 6 - 7 χρόνια για να «σταθούμε στα πόδια μας» με τη δεύτερη θα χρειαστούμε τα μισά.

Τα μισά (και τα μισά χρήματα επίσης) θα χρειαστούμε και σε σύγκριση με όσα θα πάρουμε από την Ευρώπη, αν δεν μας «επιτρέψει» να βγούμε από το ευρώ. Έτσι η πρώτη λύση (παραμονή στο ευρώ) είναι η πιο «κουραστική». Θα χρειαστούμε δηλ. 5 - 6 (και όχι 3 χρόνια που μας υποβάλλανε αρχικά) για την εξάλειψη του ελλείμματος και διπλάσια βοήθεια, αφού με το ευρώ δεν θα έχουμε ελεύθερη νομισματική και τις λοιπές πολιτικές και άρα μετά τον τρίτο ή τέταρτο χρόνο θ' αρχίσει η «ανόρθωσή» μας. Η έξοδός μας από το ευρώ επομένως δεν αποτελεί οικονομικό «φόβο» ούτε η επιστροφή στη δραχμή διαλυτικό όπως διατείνονται πολλοί, μερικοί των οποίων δεν γνωρίζουν πιθανόν ότι στην οικονομική επιστήμη υπάρχει και μια νομισματική πολιτική.

Η παραοικονομία

Στο όλο νομισματικό πλέγμα που είδαμε ως τώρα, συναριθμούνται ωστόσο και μερικά αξιόλογα δεδομένα, η ενεργοποίηση των οποίων απαιτεί απλή, αλλά «σιδερένια» θέληση από το κράτος (πρωτίστως) και από τα οικονομούντα άτομα κατόπιν. Πρώτο από αυτά έρχεται η παραοικονομία, ιδιωτική (φοροκλοπή, φοροδιαφυγή, μαύρο χρήμα, οφσόρηδες, σκαφάτοι, αδήλωτη εργασία κλπ, κλπ) και δημόσια που διακρίνεται σε λειτουργική (γραφειοκρατία, ανευθυνοϋπευθυνότητα, ραθυμία κλπ) και χρηματική (φακελάκι, γρηγορόσημα κ.α.). Η θέση της καθεμιάς είναι περίπου 80% η πρώτη (η ιδιωτική παραοικονομία) και 20% η δεύτερη, η Δημόσια. Από τα άτομα που ενεργούν οικονομικά τα 90% «παραοικονομούν» και το ίδιο ποσοστό ισχύει και για τις επιχειρήσεις, μικρές μεγάλες, μικρομεσαίες κ.ο.κ. Δηλαδή, όπως επισημαίνουν δικαίως πολλοί στη χώρα μας δεν παραοικονομούν μόνο όσοι δεν μπορούν.

Από την άλλη πλευρά το ποσοστό σε ΑΕΠ της παραοικονομίας ανέρχεται στις 60 με 70 μονάδες. Με σημερινά δεδομένα δηλ. 170 δις «παραοικονομούνται» εκ των οποίων τα 140 (περίπου πάντα) προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, και τα υπόλοιπα 30 από τον δημόσιο. Αν αυτά τα 170 δις τα φορολογούσαμε με συντελεστή 30% κατά μέσο όρο, το κράτος θα είχε έσοδα 50-60 δις. Καταλαβαίνουμε δηλαδή για τι ποσά μιλάμε και για ποιο λόγο αναγκαζόμαστε σήμερα να προβαίνουμε σε «οριζόντιες κρατήσεις», παγώματα μισθών, λάφκα, έκτακτες εισφορές και όλα τα σχετικά; Έχουμε όμως και το άλλο. Για να μην «προβαίνουμε» σε όλα αυτά (γιατί «ο κόσμος δεν αντέχει άλλο») πρέπει να αποδημήσουμε το «υπερτροφικό κράτος». Η παρασιτικότητα αυτού του υπερτροφικού (στην πραγματικότητα μη σωστά διαρθρωμένου) κράτους είναι περίπου 5 δις το χρόνο, αφού οι... «Δημοσιοφάγοι» απαιτούν την «άμεση απόλυση» 400 χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων που τώρα «παρασιτούν» με 1.000 ευρώ το μήνα και άρα σε ετήσια βάση με 5 δις. Αλλά μόνο με 5 δις ετησίως «παρασιτεί» ο ιδιωτικός τομέας; Όχι βέβαια, αλλά με πολλαπλάσιο ποσό. Έχουμε όμως επιπλέον και τούτο. Αν η παραοικονομία δεν «συλληφθεί» τότε το ποσό που στερεί από τον δημόσιο κορβανά (και εφόσον δεν υπάρξουν άλλα έσοδα από την ανάπτυξη κλπ), θα καλύπτεται κάθε χρόνο από νέες απολύσεις. Θεωρητικά τότε τα προικοσύμφωνα θα τα κάνει ο παπαδάσκαλος του χωριού και τους φόρους θα τους μαζεύει ο γραμματικός. Φαίνεται ότι οι «Δημοσιοφάγοι» το μόνο που συγκρατήσανε στα αμφιθέατρα όταν σπουδάζανε -όσοι σπουδάσανε- ήταν οι απολύσεις.

Δεν προβλέπεται έξοδος από την ευρωζώνη

Ένα άλλο σημαντικό δεδομένο είναι και τούτο: Η έξοδος μιας χώρας από την Ευρωζώνη, όσο και ευρύτερα από την Ε.Ε., δεν προβλέπεται ούτε καν έμμεσα από κάποια ευρωπαϊκή συνθήκη ή παρασυνθήκη. Επιπλέον μια τέτοια έξοδος πέραν της οικονομικής έχει και άλλες διαστάσεις, ίσως σοβαρότερες, όπως διπλωματικές, νομικές, διεθνούς προσανατολισμού, αμυντικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές, συμμαχιών κλπ. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σύμπλεγμα, τον όποιο κλονισμό του οποίου δεν θα μπορούσε να αναλάβει η χώρα μας με μια «πραξικοπηματική» από μέρους μας έξοδο. Η ευθύνη θα ήτανε απαγορευτική, πολύ περισσότερο μάλιστα που πιστεύουμε στην ενωμένη Ευρώπη. Αν θελήσουμε επομένως να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή θα πρέπει να έχουμε και τη συναίνεση των εταίρων μας - και ίσως όχι μόνο αυτών. Μια τέτοια συναίνεση θα διευκόλυνε εξάλλου και τη διευθέτηση των λεπτομερειών της εξόδου, αφού όπως είπαμε, δεν προβλέπεται τίποτα τέτοιο στα επίσημα κείμενα. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι δύσκολες, λιγότερο δύσκολες, ευκολότερες ή λιγότερο εύκολες ανάλογα από την σκοπιά που τις βλέπει κανείς και κυρίως από την σκοπιά του ρυθμιστικού τους αποτελέσματος. Μερικές προκαλούν τρόμο, αλλά έχουν άλλη εξήγηση και όχι νομισματική, που εξετάζουμε εμείς εδώ.

Ο παράγων «μαύρο χρήμα»

Στο πλέγμα της νομισματικής πολιτικής, που αναλύουμε εδώ, εμπλέκεται και ένα άλλο αξιόλογο αλλά περίπλοκο δεδομένο. Το δεδομένο ότι η Ελλάδα έχει πολύ «μαύρο χρήμα» στο «οικονομικό της γίγνεσθαι». Αναφέρεται συχνά ότι μόνο οι «μαύρες» καταθέσεις στο εξωτερικό είναι περίπου 500 δις. Αυτό το ποσό η Ελλάδα ή μπορεί να το «καλέσει» να εμφανισθεί οπότε με μια φορολογία 30% θα έχει ένα ποσό 150 δις ή να το κατασχέσει οπότε έχει όλο το ποσό. Και τα δύο είναι εύκολα να πραγματοποιηθούν, δύσκολα όμως να αποφασισθούν, αφού ακόμα και η πιο «εύκολη» παραοικονομία που είναι διαπιστωμένη εδώ στο εσωτερικό δεν εισπράττεται. Δεν θα αποτολμηθεί αυτό ούτε και μπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας; Με τα παραπάνω ποσά πάντως ακόμα και ολόκληρο το χρέος μπορεί να εξοφληθεί στο ακέραιο, για να μην αδικηθούν οι δανειστές μας.

Πιο περίπλοκο ωστόσο στο χειρισμό του είναι το δεδομένο αυτό, αν γυρίσουμε στη δραχμή. Όχι μόνο οι «μαύρες» καταθέσεις, αλλά ολόκληρη η συνολική ποσότητα χρήματος θα απαιτήσει έναν περίπλοκο και αξεδιάλυτο ακόμα, χειρισμό. Για τη νομισματική πολιτική -και για τη νομισματική πράξη- η συνολική ποσότητα χρήματος που διαθέτει μια οικονομία είναι το σύνολο της «κυκλοφορούσης» (γνωστής σαν Μ4) και της «αργούσης» (Μ5) ποσότητος χρήματος που είναι οι μακροπρόθεσμες καταθέσεις, οι ρεζέρβες κλπ. Τα δύο μεγέθη συμποσούμενα υπερβαίνουν κατά πολύ τα παραπάνω ποσά. Είναι ο λεγόμενος «νομισματικός πλούτος» μιας χώρας. Επειδή καμιά συνθήκη της Ε.Ε. δεν προβλέπει αποχώρηση η τελική κατάληξη αυτών των χρημάτων, που είναι βέβαια σε ευρώ, είναι και αυτή αρρύθμιστη. Είναι πολύπλευρη η προβληματική εδώ και απαιτεί ξεχωριστή -και μια ολόκληρη- πραγματεία. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι δανειστές μας και πάλι δεν θα αδικηθούν.

Όπως βλέπουμε καμιά από τις 3 λύσεις που αναφέραμε και ιδίως οι 2 πρώτες δεν εμπεριέχουν οικονομικό «φόβο» για τους δανειστές μας. Αυτός ο «φόβος» όμως κατά την τρίτη λύση ισχύει για μας, διότι σαν μια γενική θεώρηση το βιοτικό μας επίπεδο θα «βουλιάξει» πολύ, ίσως 30 - 40 χρόνια πίσω και πάντως «απότομα», την πρώτη μέρα της χρεοκοπίας. Ωστόσο δεν θα διαρκέσει πολύ. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις τον δεύτερο χρόνο θα επανέλθουμε σε μια «άγρια», όχι όμως «πρωτόγονη» λιτότητα.

Η σύγκριση των δύο άλλων λύσεων είναι απλή, διότι κινείται στο ομαλό επίπεδο της υποτίμησης. Η υποτίμηση είναι διπλή. Είναι νομισματική υποτίμηση και εισοδηματική. Με την πρώτη λύση (αν μείνουμε στο ευρώ) νομισματική υποτίμηση δεν χωρεί και άρα μας μένει η εισοδηματική -αυτό που λέμε «εσωτερική υποτίμηση»- δηλ. άγριο ψαλίδισμα του εισοδήματός μας. Με τα σημερινά δεδομένα μια κάπως αποτελεσματική υποτίμηση είναι να κατέβουμε στον όγδοο μισθό - δηλ. περίπου στο 60% του ως τώρα ετήσιου εισοδήματός μας. Εξ' ου και η άγρια φορολογία που μας γίνεται. Αλλά η εισοδηματική υποτίμηση είναι -σχηματικά- τρεις φορές λιγότερο αποτελεσματική από τη νομισματική, διότι της λείπει η γενικότερη νομισματική, η ελεγχόμενη συναλλαγματική και η προστατευτική πολιτική, που όπως είδαμε, θα έχουμε αν γυρίσουμε στη δραχμή. Το αποτέλεσμα (των δύο λύσεων με την μορφή που τις προσδιορίσαμε πιο πάνω) θα είναι βέβαια το ίδιο (επανόρθωση της οικονομίας), αλλά με τη δραχμή σε μισό χρονικό διάστημα και με τη μισή βοήθεια της Κοινότητος. Από την άποψη αυτή επομένως η πρώτη λύση (να μείνουμε στο ευρώ) είναι αδιαμφισβήτητα πιο «κουραστική» από τη δεύτερη.

Πώς θα βγούμε από το τούνελ

Αφού λοιπόν δεν υπάρχει οικονομικός «φόβος» γιατί δεν μας αφήνουν να γυρίσουμε στη δραχμή; Στο ερώτημα αυτό μπορούν να μας απαντήσουν διεθνολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, διπλωμάτες γεωπολιτικοί και άλλοι. Από οικονομικής πλευράς πάντως το (σωστό; αβάσιμο; παρωχημένο;) επιχείρημα είναι ότι με την αποχώρησή μας από το ευρώ, θα κλονιστεί ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα - βήμα τώρα, εδώ και 70 χρόνια. Το οικοδόμημα αυτό τουλάχιστον κατά τη μορφή που το οραματίστηκαν οι πρώτοι «ευρωπατέρες» (Σούμαν, Μονε, Σπαακ, Αντενάουερ κλπ) ήδη έχει κλονιστεί, πιθανόν σε ανεπανόρθωτο βαθμό. Ωστόσο η ελπίδα υπάρχει. Όμως υπάρχει παράλληλα και ένα άλλο ανομολόγητο «επιχείρημα». Ότι δηλ. ο «βορράς» (όπως και αν ορίζεται αυτός γεωγραφικά) αν γυρίσουμε στη δραχμή θα χάσει μια αγελάδα που ως τώρα την άρμεγε ασύστολα, πρόστυχα και αγρίως. Τα θηρία... Μας ζητάνε ακόμα και την Ακρόπολη. Τουλάχιστον ας μας δίνανε μια καλή τιμή.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω οι δύο πρώτες λύσεις είναι οι πιθανότερες, χωρίς να αποκλείεται και η τρίτη. Αν πράγματι από «αγνές» προθέσεις (και όχι από «αρμέγματα» και τα συναφή) οι ευρωπαίοι δεν θέλουνε να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή -δεν θέλουμε ούτε εμείς- τότε θα πρέπει να μας παραχωρήσουν «ρυθμίσεις δραχμής» που με το σημερινό κανονιστικό οικοδόμημα της Ευρώπης, σημαίνει άρση της τετραπλής απαγόρευσης που επιβάλλει ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών. Θα μας παραχωρήσουν δηλ. με άλλο προσωπείο τη δυνατότητα εφαρμογής των τριών πολιτικών (συναλλαγματική κλπ) που προαναφέραμε. Και για να μην διαφανεί έστω κατά ελάχιστο, μια ρωγμή στην Ευρωζώνη, με αυτές τις «ρυθμίσεις δραχμής», ας τροποποιήσουν ελαφρώς το περιβόητο -και δολοφονικό- «Σύμφωνο σταθερότητας» και ας εισάξουν σ' αυτό δίπλα στο ευρώ (ας το πούμε «Απλο-ευρώ») και ένα «Εθνο-ευρώ». Στο σημερινό δηλαδή «Απλο-ευρώ», στην πίσω πλευρά κάθε κράτους έχει μια δική του «εθνική» παράσταση. Εμείς π.χ. στο μονόευρω έχουμε την κουκουβάγια. Αν αυτήν την πλευρά την μορφοποιήσουμε πιο έντονα (ας πούμε με μια μπλε διαγράμμιση) ώστε να καταλαβαίνει ο οποιοσδήποτε ότι κρατάει στα χέρια του το «Εθνοευρώ» της Ελλάδος, έχουμε αμέσως το καινούργιο νόμισμα.

Από την άποψη αυτή κάθε χώρα της Ευρωζώνης θα έχει το δικό της Εθνο-ευρώ. Θα είναι το ίδιο με το Απλο-ευρώ, και απλώς θα διαφέρει κατά τη διαγράμμισή του. Άλλωστε όλα τα νομίσματα του ευρώ (1, 2, 5 ευρώ, δεκάρικο (χάρτινο), εικοσάρικο κλπ) μορφοποιήθηκαν ακριβώς όπως τα αντίστοιχα κέρματα της Γερμανίας για να «ξεγελαστούν» οι αντιδρώντες (τότε) Γερμανοί και να αποδεχτούν το ευρώ. Σ' αυτό λοιπόν το Εθνο-ευρώ κάθε χώρα, που βρίσκεται -όπως εμείς τώρα- σε δύσκολη κατάσταση θα προσχωρεί εθελουσίως -ίσως με κάποιο ρυθμιστικό ρόλο ενός ευρωπαϊκού «ελεγκτικού συνεδρίου»- με τις ισοτιμίες που αναφέραμε και θα επανέρχεται όταν περάσουν οι δυσκολίες ίσως με τις ίδιες ισοτιμίες ή όπως αλλιώς.

Σε κάθε περίπτωση πάντως πρέπει να βρεθεί μια ισοτιμία που θα εγγυάται αρκούντως την ισορροπία στο νομισματικό πεδίο, ώστε να μην ξανασυμβεί αυτό που έγινε πριν 10 χρόνια, με την καθιέρωση του ευρώ. Το ανταλλάξαμε τότε με μια ανεδαφικά υπερτιμημένη δραχμή (1:341) με αποτέλεσμα μέσα στον πρώτο χρόνο κιόλας το νομισματικό επίπεδο να αυτορυθμιστεί μόνο του υποτιμώντας την δραχμή έναντι του ευρώ εκπεφρασμένη τώρα βέβαια όχι σε νόμισμα, αλλά σε ποσότητα αγαθών, και ανεβάζοντας τις τιμές πάνω από το διπλάσιο. Αδίκως τότε απεδόθη αυτή η άνοδος των τιμών σε «στρογγυλοποιήσεις» και «κερδοσκοπικές τιμολογήσεις», ενώ απλούστατα η υπερτιμημένη δραχμή των 1:341 υποτιμήθηκε «φυσιολογικά» στο 1:120 περίπου.

Αν όμως οι Ευρωπατέρες ντρέπονται να παραδεχθούν ότι δεν κλονίσανε οι τεμπέληδες Έλληνες την Ευρωζώνη, αλλά οι ανεδαφικές πολιτικές τους με τα ηχηρά ονόματα («Σύμφωνα», «Συνθήκες»), ας προχωρήσουν στην αναμόρφωσή τους εισάγοντας Εθνο-ευρώ, Εθνο-ρυθμίσεις, δραχμορυθμίσεις ή όπως αλλιώς τις ονομάσουν ώστε να αποφεύγονται τα χειρότερα. Τα χρήματα που μας δίνουν σήμερα -και αύριο ενδεχομένως σ' άλλες χώρες των «γουρουνιών»- αποτελούν μια αναποτελεσματική χρηματική ροή διαστρεβλωμένου μονεταρισμού που κατεδαφίζει ολοκληρωτικά ένα βασικό αξίωμα της νομισματικής πολιτικής. Που λέει ότι δεν καθορίζει ο χρηματικός όγκος την πραγματική οικονομία αλλά η πραγματική οικονομία τον χρηματικό όγκο. Αυτό σημαίνει ότι δεν αναζητά το χρήμα από μόνο του τα σημεία της πραγματικής οικονομίας προς τα οποία θα κατευθυνθεί, αλλά του τα υποδεικνύει η ίδια. Όπως έκανε παλαιότερα η δική μας ΕΤΒΑ παραδείγματος χά

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Επιστροφή στη δραχμή: Ανατομία ενός προβλήματος

«Χτυποκάρδια στο κρανίο»