Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Έκτακτο:

Αρχείο

Η σχέση γλώσσας και μουσικής και η επίδρασή τους στην επικοινωνία

Η σχέση γλώσσας και μουσικής και η επίδρασή τους στην επικοινωνία
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Άρθρο της Χριστίνας Λαμπριανίδου,

Ψυχίατρου Ακούστικο-Ψυχο-Φωνολόγου

Η γλώσσα αλλά και η μουσική σαν μέσα επικοινωνίας αναδεικνύουν τη μοναδικότητα και την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου είδους σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα του πλανήτη μας. Ωστόσο, οι ρίζες της πρωταρχικής ανάγκης για επικοινωνία ξεκινούν από πολύ νωρίς στη ζωή του ανθρώπου και αρκετά πριν τη γέννηση της γλώσσας και πιο συγκεκριμένα στην ενδομήτρια ζωή!

Το αυτί του εμβρύου βομβαρδίζεται από πολλούς ήχους. Λίγο πριν κλείσει τον πέμπτο μήνα της εμβρυϊκής ζωής, ακούει ήδη το χτύπο της δικής του καρδιάς αλλά και της μητέρας του. Οι ρυθμικά και βραδέως επαναλαμβανόμενοι χτύποι της μητρικής καρδιάς δίνουν στο αγέννητο παιδί μια αίσθηση ηρεμίας και ασφάλειας, ενώ αντίθετα οι ταχέως και άρρυθμα επαναλαμβανόμενοι μεταδίδουν ανησυχία. Το έμβρυο ακούει τους θορύβους της αναπνοής και των σπλάχνων της μητέρας του αλλά κάποιες φορές ξεχωρίζει και σταδιακά αναγνωρίζει έναν ήχο πιο καθαρό και πιο μελωδικό. Είναι η φωνή Εκείνης. Κάθε φορά που η μέλλουσα μητέρα χρησιμοποιεί τη φωνή της, στέλνει ηχητικές δονήσεις στο σώμα και στα αυτιά του εμβρύου, το οποίο «πρόθυμα» τις απορροφά και «τρέφεται» από αυτές. Καθώς η φωνή της μητέρας πότε ακούγεται και πότε σταματάει, γεννιέται στο παιδί η πρώτη επιθυμία, η επιθυμία να ακούσει ξανά τη φωνή της και η πρώτη ικανοποίηση από το άκουσμά της. Με την επανάληψη αυτός ο κύκλος επιθυμίας - ικανοποίησης δημιουργεί μια ανάγκη για επικοινωνία. Πολλές μητέρες διαισθάνονται τη σιωπηλή παράκληση του αγέννητου παιδιού τους για διάλογο και ανταποκρίνονται. Τραγουδούν τα ίδια τραγούδια ή νανουρίσματα ξανά και ξανά, λένε παραμύθια ή ακόμα και συνομιλούν ζωηρά με το παιδί τους. Το αγέννητο παιδί δεν καταλαβαίνει το νόημα των ηχητικών μηνυμάτων που στέλνει η φωνή της μητέρας, αλλά βιώνει το συναισθηματικό περιεχόμενό τους. Μια φωνή που μεταφέρει χαρά, ηρεμία, ζεστασιά, αγάπη, ελπίδα και ικανοποίηση είναι περισσότερο πιθανό να γεννήσει στο έμβρυο την επιθυμία για επικοινωνία από μια φωνή που μεταδίδει άγχος, θυμό ή λύπη. Επίσης, όταν η φωνή δεν ακούγεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, το έμβρυο μπορεί να βιώσει τα πρώτα συναισθήματα άγχους, ματαίωσης ακόμα και εγκατάλειψης. Ο μοναδικός χρωματισμός της φωνής της μητέρας, οι ιδιαίτεροι ρυθμοί και τονισμοί της φωνής της και της γλώσσας που μιλάει - η οποία αργότερα θα γίνει η μητρική γλώσσα του παιδιού - διεγείρουν και τροφοδοτούν το νευρομυϊκό του σύστημα. Από αυτή ακριβώς την εποχή, το παιδί αρχίζει να «ενσωματώνει» τη μουσική της ιδιαίτερης γλώσσας του!

Η μουσική κατά την εγκυμοσύνη

Το να μιλάμε στο αγέννητο παιδί έχει μεγάλη σημασία από τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης, που είναι η εποχή που αρχίζει να λειτουργεί το εσωτερικό αυτί και οι συνδέσεις του με τον εγκέφαλο. Οι ανακαλύψεις ότι το έμβρυο μπορεί να ακούει μέσα στη μήτρα από τους 4,5 εμβρυϊκούς μήνες και ότι η φωνή της μητέρας δεν είναι μόνο συναισθηματική τροφή για το βρέφος αλλά επίσης, ότι το προετοιμάζει για να μάθει τη γλώσσα του μετά τη γέννησή του οφείλονται στο Γάλλο ωτορινολαρυγγολόγο Alfred Tomatis, θεμελιωτή από το 1950 μιας διαγνωστικής και ηχοθεραπευτικής μεθόδου της Ακουστικο-Ψυχο-Φωνολογίας. Ο ίδιος ερευνητής μελέτησε διεξοδικά τις ηχητικές επιδράσεις που φτάνουν στο έμβρυο από το εξωμήτριο περιβάλλον και ανακάλυψε ότι η μουσική που περιέχει υψηλές αρμονικές όπως αυτή του Mozart και του Vivaldi, προάγει τη νευρομυϊκή ωρίμανση. Στη συνέχεια επινόησε ένα πρόγραμμα ηχοθεραπευτικής αγωγής ειδικά για εγκύους από τον πέμπτο μήνα της κύησης, κατά το οποίο διοχετεύονται μέσω της ακουστικής οδού της εγκύου ειδικά ηχητικά ερεθίσματα στο ενδομήτριο περιβάλλον ώστε να ενεργοποιηθεί κατάλληλα το αυτί του εμβρύου, συμβάλλοντας στην καλύτερη ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού και στη βέλτιστη κινητοποίηση του δυναμικού του.

Μόλις γεννιέται το παιδί πρέπει να προσαρμοστεί σ’ ένα καινούργιο ακουστικό περιβάλλον. Το γνώριμο υγρό ενδομήτριο περιβάλλον στο οποίο ήταν βυθισμένο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αντικαθίσταται μετά τον τοκετό από το αέρινο περιβάλλον και το αυτί του πρέπει σιγά σιγά να προσαρμοστεί σ’ αυτό. Τις πρώτες μέρες της ζωής του που ακόμα βλέπει θολά, η αντίληψη του περιβάλλοντος γίνεται κυρίως μέσω της ακοής. Αρχίζει σιγά – σιγά ν’ αναγνωρίζει τους φιλικούς ήχους, όπως τη φωνή της μητέρας του -με την οποία είναι ήδη εξοικειωμένο και προτιμάει από όλες τις άλλες- και να τους ξεχωρίζει από τους «εχθρικούς» όπως τους απότομους ή δυνατούς θορύβους. Η μουσική που άκουγε η μητέρα όταν ήταν έγκυος είναι ήδη γνώριμη στο βρέφος και η επανάληψή της, όπως και αυτή των γνώριμων νανουρισμάτων, θα το βοηθήσουν να αισθανθεί ασφαλές στο καινούργιο του περιβάλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι σε κάθε λαό και σε όλους τους πολιτισμούς διαχρονικά, υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση που δυστυχώς στις μέρες μας τείνει να εκλείψει, για τα νανουρίσματα που θεωρούνται αυθόρμητες εκφράσεις αγάπης και φροντίδας και ξεχωρίζουν για τις ηρεμιστικές τους ιδιότητες. Εμείς οφείλουμε να σεβαστούμε και να φροντίσουμε για την ακοή του νεογέννητου προστατεύοντάς το από τους διαταρακτικούς θορύβους, όπως είναι για παράδειγμα οι διαπληκτισμοί των γονέων ή οι δυνατοί και μονότονοι ήχοι της τηλεόρασης κλπ. Έτσι, δεν θα βιώνει αυτό τον κόσμο εχθρικό από τις πρώτες στιγμές της ζωής του και θα παραμείνει ανοιχτό στη γλώσσα και την επικοινωνία.

Η μουσικότητα των γλωσσών

Η ομιλία μας από μόνη της έχει μια μουσικότητα. Κανένας μας δεν μιλάει μονότονα αλλά κινείται σε ένα συγκεκριμένο φάσμα συχνοτήτων. Ανάλογα με τη γλώσσα κάθε λαού αυτές ποικίλουν και εκτείνονται σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. η αγγλική γλώσσα χαρακτηρίζεται κυρίως από τις υψηλές συχνότητες που περιέχει και πιο συγκεκριμένα εκτείνεται από 2000 έως 12000 Hz, ενώ, αντίθετα, στη γερμανική γλώσσα βρίσκουμε μια συγγένεια με τους χαμηλούς ήχους που εκτείνονται μέχρι τα 3000 Hz). Έτσι, δεν θα ήταν άστοχο να μιλήσουμε για μια «ακουστική γεωγραφία»! Ο Alfred Tomatis αντιλήφθηκε τις ηχητικές διαφορές των γλωσσών και πρώτος αυτός κατέγραψε το ιδιαίτερο ακουστικό φάσμα των συχνοτήτων τους. Ανέπτυξε μία μέθοδο –μέσω ενός ηλεκτρονικού μηχανήματος- εναρμόνισης του αυτιού με τα ακουστικά χαρακτηριστικά της προς εκμάθηση γλώσσας και γυμνάζοντας οστεομυϊκά το αυτί, διευκόλυνε τη σωστή «ακρόασή» της επιταχύνοντας έτσι το χρόνο ομιλίας της.

Η νευρολογία μας λέει ότι όταν ο εγκέφαλος υποστεί τέτοια βλάβη που να επηρεάζει τη μουσική ικανότητα και εμπειρία αυτό λέγεται αμουσία, ενώ όταν έχουμε κατάρρευση της γλωσσικής ικανότητας αυτό λέγεται αφασία. Στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου απαρτιώνονται τα μουσικά στοιχεία της γλώσσας, ενώ οι αφασικοί ασθενείς έχουν υποστεί βλάβη στο αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο. Αυτοί είναι ικανοί να τραγουδούν όπως παλιά τα τραγούδια που ήξεραν καλά, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν τη σημασία των στίχων ή να μπορούν να τους χρησιμοποιήσουν χωρίς τη συνοδεία μουσικής.

Η ηχοθεραπευτική αγωγή Tomatis, (επιδρά ως μία κατ’ ουσία νευρωνική επίδραση), επενεργεί ευεργετικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα ενεργοποιώντας τη λειτουργικότητά του και προάγοντας τις ανώτερες εγκεφαλικές λειτουργίες (μνήμη, κρίση, αντίληψη). Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται με επιτυχία στα άτομα τρίτης ηλικίας βελτιώνοντας τη νευρομυϊκή υποτονικότητα και την απάθεια, τόσο συχνά στις προχωρημένες ηλικίες, επάγοντας ένα συναίσθημα ψυχικής ευεξίας και αισιοδοξίας. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους χρησιμοποιείται με πολύ καλά αποτελέσματα σε μια ευρεία γκάμα νευρολογικών παθήσεων.

«Η μουσική είναι παγκόσμια»

Κοινά στοιχεία τόσο της γλώσσας όσο και της ομιλίας και της μουσικής είναι ο παράγοντας χρόνος, το τονικό ύψος, η χροιά, ο ρυθμός, η ένταση, το μελωδικό περίγραμμα, η δόμηση προτάσεων εννοιολογικών και μουσικών φράσεων αντίστοιχα. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι η μεν γλώσσα αποδίδει έννοιες νοητικά αντιληπτές και διευκολύνει τη λογική και συναισθηματική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, ενώ η μουσική εκφράζει βιωματικές καταστάσεις και επάγει μόνο την αισθητική και συναισθηματική επικοινωνία όσων την απολαμβάνουν ή τη διακονούν ανεξάρτητα γλωσσικών διαφοροποιήσεων. Επομένως μπορούμε να πούμε ότι η γλώσσα προσδιορίζεται με γεωγραφικούς όρους και εθνικούς περιορισμούς. Έχει λοιπόν μια περιορισμένη εμβέλεια ενώ αντίθετα, η μουσική είναι παγκόσμια, υπερβαίνει τους εθνικούς διαχωρισμούς και μεταδίδει συναισθήματα καθολικά αναγνωρίσιμα, προάγοντας την επικοινωνία τόσο μεταξύ των ανθρώπων όσο και μεταξύ των λαών.

Για απορίες ή περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στο Κέντρο Ακουστικο-Ψυχο-Φωνολογίας της Θεσσαλονίκης, Μερκουρίου 1, τηλ. 2310411880, Υπεύθυνη κ. Λαμπριανίδου Χριστίνα

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η σχέση γλώσσας και μουσικής και η επίδρασή τους στην επικοινωνία

Ο Τ.Ουίλιαμς πάει… κομμωτήριο