τίτλος; Η Κοκκινοσκουφίτσα
Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Αξιολόγηση *
Σκηνοθεσία: Κάθριν Χάρντγουικ
Παίζουν: Αμάντα Σίφριντ, Γκάρι Όλντμαν, Λούκας Χάας, Βιρτζίνια Μάντσεν.
Διάρκεια: 100’
Προβάλλεται: Odeon Πλατεία τηλ.2310-290290 αιθουσες 3 και 7, Village Mediterranean Cosmos τηλ.2310-499999, 801 1009191 αιθ 6, 7 και 9, Ster City Gate τηλ.801-8017837 αίθουσες 2 & 3, Ster Μακεδονία τηλ.801 801 7837 αίθουσες 2 & 10.
Μιας που το κινηματογραφικό σκέλος της όλης υπόθεσης μοιάζει χωρίς σφυγμό και πνοή, ας καταπιαστούμε αρχικά με το σαγηνευτικό πρωτογενές μας υλικό. Η ετυμολογία της λέξης «παραμύθι» στην ελληνική γλώσσα είναι άκρως ενδιαφέρουσα, σε αντίθεση με τις περισσότερες λατινογενείς εκδοχές της, οι οποίες περιορίζουν ασφυκτικά το βεληνεκές της σε μία απλή «ιστορία με νεράιδες» (fairytale, conte de fées, cuento de hadas, μία ενδεικτική αναφορά). Το παραμύθι λοιπόν, στέκεται «παρά» του «μύθου» και πηγάζει από το συνηρημένο ρήμα «παραμυθέομαι-οῦμαι», το οποίο έλαβε πλείστες σημασίες ανά τους αιώνες, με αυτές του «συμβουλεύω», «παρηγορώ» και «δίνω ενθάρρυνση» να αποτελούν τις κυριότερες εξ αυτών. Σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καρλ Γιουνγκ, τα παραμύθια καθρεφτίζουν τα όνειρα του συλλογικού υποσυνείδητου και αναδύουν διαχρονικά πρότυπα και έννοιες βαθιά ριζωμένες στο συλλογικό ψυχισμό. Θα μπορούσε επομένως να ειπωθεί πως λειτουργούν ως ένας ιδιότυπος φορέας αταβισμού για το ανθρώπινο γένος ανά τους αιώνες. Με όποιο τρόπο και να κοιτάξει πάντως κανείς το ζήτημα, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το γεγονός πως τα παραμύθια έχουν μία αξία κατά πολύ υπέρτερη των απλών ιστοριών που νανουρίζουν μικρά παιδιά. Όσον αφορά δε την δυνατότητα κινηματογραφικής του αξιοποίησης, οι κ.κ. Τιμ Μπάρτον και Τέρι Γκίλιαμ θα είχαν πολλά χρήσιμα και πολύτιμα να προσθέσουν επί του ζητήματος.
Ας προχωρήσουμε όμως στο δια ταύτα της δικής μας περίπτωσης, ενός από τα διασημότερα παραμύθια, της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας που απειλείται από το Μεγάλο Κακό Λύκο. Η πρώτη καταγεγραμμένη μορφή της λαϊκής αυτής κεντροευρωπαϊκής διήγησης χρονολογείται το 1697 δια χειρός Σαρλ Περό. Στην αυθεντική μάλιστα αυτή εκδοχή, οι τίτλοι τέλους πέφτουν με την οριστική και αμετάκλητη καταβρόχθιση του αφελούς κοριτσιού, η οποία συνοδεύεται από ένα, μάλλον ειρωνικό παρά συντηρητικά ηθικοπλαστικό, επιμύθιο που προειδοποιεί τα μικρά κορίτσια να…μην ξεμακραίνουν από το σπίτι και να μην εμπιστεύονται αγνώστους διότι όλο και κάποιος κακός ξένος θα τις εκμεταλλευτεί. Έκτοτε γράφτηκαν άπειρες παραλλαγές της ίδιας διδακτικής ιστορίας, με αυτή των αδερφών Γκριμ να κατοχυρώνεται ως η πλέον επίσημη. Σε μία μικρή έρευνα για τις υπόλοιπες εκδοχές του παραμυθιού, ιδιαίτερη έκπληξη μας προκάλεσε μία ιταλική - αυστριακή μακάβρια βερσιόν, κατά την οποία ο Κακός Λύκος προτού ξεκοκαλίσει την Κοκκινοσκουφίτσα, την εξαπατά (εις διπλούν) οδηγώντας να γευτεί ορισμένα εκλεκτά εδέσματα με κύριο συστατικό…το κρέας και το αίμα της γιαγιάς της.
Η Κάθριν Χάρντγουικ λοιπόν, σκηνοθέτις του πρόσφατου «Twilight», το οποίο προκάλεσε εφηβικούς αλαλαγμούς και διέπρεψε εισπρακτικά, αναλαμβάνει να μας παρουσιάσει μία εκσυγχρονισμένη κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού παραμυθιού. Δυστυχώς, η παραπάνω αναφορά του «Twilight» δεν είχε μία απλή βιογραφική και εγκυκλοπαιδική αξία, αλλά αντιθέτως αποτελεί ουσιώδες στοιχείο που δίνει το στίγμα των όσων μας επιφυλάσσονται επί της οθόνης. Η ίδια προβλέψιμη δομή και αισθητική, πασπαλισμένη με λίγη φτηνιάρικη χρυσόσκονη παραμυθιού, παρά το αρχικά ενθαρρυντικό λιτό σκηνικό και την εντυπωσιακή φωτογραφία. Κοινοτυπίες που καταστρέφουν ακόμη και την απόλαυση των κλισέ, ρομάντζο με ολίγον θρίλερ σε βουκολικό τοπίο, μυστήριο στημένο κακότεχνα και με μία, εν πολλοίς ανούσια και άνευρη, πολυπλοκότητα. Λησμονείται ολοένα και συχνότερα πως για να επιτευχθεί σκοτεινή ατμόσφαιρα δεν αρκεί χαμηλώσει κανείς το φωτισμό και να παρατήσει την κάμερα στην καρδιά ενός δάσους. Η πρωταγωνίστρια θυμίζει μαζορέτα σε αμερικάνικο σχολείο, ενώ ο ερωτισμός που παλεύει να αναδείξει η ταινία ουδεμία σχέση έχει με την υφέρπουσα σεξουαλική σημειολογία του παραμυθιού. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η Χάρντγουικ σχεδόν κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα νέο ιδιότυπο εμπορικό genre, το «teenage paranormal love story», αναμένεται να σαρώσει και πάλι τα ταμεία και εμείς περιμένουμε με αγωνία τις προσεχείς εμπνεύσεις με σχολικούς έρωτες που αναστατώνουν αγόρια - δράκους και κοπέλες - Άρπυιες. Το μόνο που μας μελαγχολεί είναι να βλέπουμε τον Γκάρι Όλντμαν να προσπαθεί να μιμηθεί τις μέρες του «Δράκουλα» εγκλωβισμένος σε ένα ρόλο που μοιάζει καρικατούρα…
Τίτλος; Κάρλος
Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Αξιολόγηση:** ½
Σκηνοθεσία: Ολιβιέ Ασαγιάς
Παίζουν: Έντγκαρ Ραμίρεζ, Αλεχάντρο Αρόγιο, Κριστόφ Μπαχ.
Διάρκεια: 165’
Προβάλλεται στο Μακεδονικόν (τηλ 2310 261727,)
Ο, γεννηθείς στη Βενεζουέλα, Ίλιτς Ραμίρεζ Σάντσεζ υπήρξε μία από τις πλέον εμβληματικές φιγούρες της παγκόσμιας τρομοκρατίας για περισσότερα από 20 χρόνια με αποκορύφωμα την απαγωγή των υπουργών Πετρελαίου, στη σύνοδο του ΟΠΕΚ στη Βιέννη το 1975. Η φήμη του απέκτησε διαστάσεις κινηματογραφικού αστέρα και το όνομά του έγινε θρύλος, προτού συλληφθεί το 1994 από τις γαλλικές διωκτικές αρχές και καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Το ληξιαρχικό του όνομα φανερώνει τις μαρξιστικές οικογενειακές του καταβολές, ενώ το διάσημο προσωνύμιό του «Κάρλος, το Τσακάλι», του αποδόθηκε όταν βρέθηκε στα πράγματα του ένα αντίτυπο του βιβλίου «The day of the Jackal» του Φρέντρικ Φορσάιθ. (Ανοίγοντας μία σύντομη παρένθεση να αναφέρουμε πως το εν λόγω βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη αρχικά από τον Φρεντ Τσίνεμαν το 1973, αλλά και από τον Μάικλ Κάτον Τζόουνς, είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα.) Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της διαδρομής του «Τσακαλιού» αποτελούν ακόμη και τώρα, δεκαεπτά χρόνια από τη σύλληψή του, οι συγκεχυμένες πτυχές της δράσης του, τα συσκοτισμένα κίνητρα των επιλογών του. Μία αυθεντικά αμφιλεγόμενη περσόνα, με διαστάσεις πολυεπίπεδες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες, ο Κάρλος διετέλεσε αρχικά πιστός εραστής και στρατιώτης της έννοιας της επανάστασης για να καταλήξει εγωπαθής «επαγγελματίας επαναστάτης», μπλεγμένος σε σκοτεινά μονοπάτια και δέσμιος ανίερων συμφωνιών. Αυτή ακριβώς η αμφιλεγόμενη φύση της προσωπικότητάς του καθιστούσε ανέκαθεν ιδιαίτερα δυσχερή την μεταφορά της ιστορίας του στη μεγάλη οθόνη. Η αναπαράσταση της πορείας ενός ανθρώπου που έζησε τη δόξα και την κατάπτωση σε ένα συνεχές καθεστώς σκιών απαιτεί μεγάλη δεξιοτεχνία και εξοικείωση με το ημίφως και τα μυστηριώδη μονοπάτια του…
Ο Γάλλος Ολιβιέ Ασαγιάς ορθώς επιλέγει να μην μπλεχτεί σε ένα κυνήγι μαγισσών, επιλέγει μία πιο ανθρωποκεντρική προσέγγιση, καταλήγοντας να αποφύγει τις πιο επικίνδυνες κακοτοπιές αλλά ταυτόχρονα περιορίζεται στην, όχι και τόσο συναρπαστική, ελεγχόμενη περιοχή των ρηχών νερών. Μακριά από την κολακευτική προσφώνηση του «πολιτικού θρίλερ» που του αποδόθηκε βεβιασμένα, το «Carlos» δεν επιχειρεί να ανασυστήσει τις λεπτές συνιστώσες και τα φλογισμένα παρακλάδια μίας εποχής που έμοιαζε πυριδιταποθήκη. Στον αντίποδα, επιλέγει να επικεντρωθεί στην έννοια του «μύθου», στην οικοδόμηση και αποδόμησή της, στην ατέρμονη και διαχρονική επαλήθευση του διπόλου που αντιπαραθέτει την άνοδο και την ακμή με την πτώση και τη συντριβή, σε ένα δράμα που θυμίζει έντονα το σκορσεζικό «Οργισμένο είδωλο».
Ο Ασαγιάς επιδεικνύει ικανοποιητικές αντιστάσεις απέναντι στις παγίδες της υπεραπλούστευσης και του κομφορμισμού, χωρίς ποτέ να αποκηρύττει τη σαφήνεια των προθέσεών του και να κρύβει τα αποκούμπια στα οποία προστρέχει όποτε εμφανίζεται κάποιο δραματουργικό τέλμα ενώπιόν του. Η σκηνοθετική μπαγκέτα κρατά το ρυθμό σε επίπεδα που προσκαλούν αλλά δεν παρασέρνουν όπως θα όφειλαν, ενώ τα αφηγηματικά χάσματα ανά στιγμές είναι καταφανή. Οι δομικές αυτές αδυναμίες προκύπτουν κυρίως από τη μεταφορά της αρχικής τηλεοπτικής εκδοχής των 330’ στο ακριβές ήμισυ της αντίστοιχης κινηματογραφικής. Η κάπως άτσαλη αυτή μετάβαση αποστερεί την πλοκή από μία συμπαγή και στέρεη απεικόνιση και προξενεί ρήγματα τόσο στην ψυχογράφηση του κεντρικού χαρακτήρα όσο και στην ανάπλαση του συνολικού κλίματος. Ταυτόχρονα βέβαια, γεννά και κάποιες περαιτέρω προσδοκίες για την τηλεοπτική εκδοχή που βραβεύτηκε μάλιστα και με τη Χρυσή Σφαίρα μίνι τηλεοπτικής σειράς.