Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Οι ρυθμιστικές αρχές του τραπεζικού τομέα της Νέας Υόρκης απειλούν να αφαιρέσουν την άδεια λειτουργίας από τη Standard Chartered, ενώ η αξία των μετοχών της βρετανικής τράπεζας κατακρημνίζεται.
Το καλοκαίρι της κολάσεως διανύουν οι βρετανικές τράπεζες. Αποκαλύψεις των αμερικανικών ρυθμιστικών αρχών του τραπεζικού τομέα δονούν συθέμελα το βρετανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, γνωστό ως Σίτυ του Λονδίνου, το οποίο είναι το ισχυρότερο σε όλη την Ευρώπη.
Τον Ιούνιο οι αμερικανικές τορπίλες χτύπησαν την Barclays. Το πρόστιμο των 453 εκατομμυρίων δολαρίων για τη χειραγώγηση του επιτοκίου διατραπεζικών χορηγήσεων Libor ήταν το λιγότερο, καθώς η τράπεζα είδε το κύρος της να πλήττεται ανεπανόρθωτα, αλλά και τον διευθύνοντα σύμβουλο και αναμορφωτή της, Μπομπ Ντάιαμοντ, να παραιτείται. Ένα μήνα μετά, ήταν η ώρα της HSBC. Έκθεση αμερικανικής επιτροπής κατηγορούσε την μεγαλύτερη τράπεζα της Ευρώπης για ελλιπείς κανονισμούς που οδήγησαν σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, κυρίως από καρτέλ ναρκωτικών του Μεξικού. «Η κουλτούρα της HSBS ήταν διάχυτα μολυσμένη για πολύ μεγάλο διάστημα», έλεγε τότε ο Γερουσιαστής Καρλ Λεβίν. Πλέον, από χθες, η μοναδική τράπεζα που είχε αποφύγει κάθε εμπλοκή στα πολλαπλά σκάνδαλα, η Standard Chartered, κατηγορείται για συναλλαγές αξίας 250 δισ. δολαρίων με το Ιράν, κατά παράβαση της αμερικανικής νομοθεσίας και απειλείται μέχρι και με αφαίρεση της άδειας λειτουργίας στην περιφέρεια της Νέας Υόρκης.
Καταπέλτης εν αιθρία ήταν η έκθεση της Επιτροπής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης (ΝΥ-DFS) για την πλέον αξιόπιστη βρετανική τράπεζα Standard Chartered. Παρότι η εν λόγω τράπεζα είχε καταφέρει να αποστασιοποιηθεί πλήρως τόσο από τις διασώσεις των τραπεζών το 2008, όσο και από τα προαναφερθέντα σκάνδαλα, οι αποκαλύψεις της αμερικανικής ρυθμιστικής αρχής έχουν οδηγήσει σε ραγδαία υποχώρηση των μετοχών της (ύψους 27%), ενώ η κεφαλαιακή της αξία έχει υποβαθμιστεί κατά 15 δισ. δολάρια. Ο προϊστάμενος της DFS, Μπέντζαμιν Λόσκι, χαρακτήρισε την Standard Chartered «διεφθαρμένο οργανισμό» που «συνωμότησε» με την ιρανική κυβέρνηση - η οποία υπόκειται σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ για το πυρηνικό της πρόγραμμα - και απέκρυψε από τις αμερικανικές αρχές περίπου 60.000 συναλλαγές που της απέφεραν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε προμήθειες μέσα σε διάστημα 10 ετών.
Σύμφωνα με την έρευνα, η Standard Chartered είχε πλήρη επίγνωση των παραβιάσεων της αμερικανικής νομοθεσίας. Σε email τον Οκτώβριο του 2006, ο διευθύνων σύμβουλος του αμερικανικού κλάδου της τράπεζας έγραφε πως η συνεργασία με το Ιράν μπορεί να προκαλέσει «πολύ σημαντικές, ακόμη και καταστροφικές ζημιές στη φήμη του ομίλου». Πάντα σύμφωνα με την αμερικανική έρευνα, ένας διευθύνων σύμβουλος από το Λονδίνο απάντησε: «Γαμημένοι Αμερικανοί. Ποιοι είστε εσείς για να πείτε σε μας, στον υπόλοιπο κόσμο, ότι δεν θα έχουμε δοσοληψίες με τους Ιρανούς».
Ο Αμερικανός CEO ήταν εκείνη την εποχή ο Ρέι Φέργκισον, ενώ στο Λονδίνο οι 2 εκ των 5 ήταν ο Πίτερ Σαντς και ο Ρίτσαρντ Μέντινγκς, των οποίων η φήμη είναι τόσο άψογη που θεωρούνταν ιδανικοί υποψήφιοι τόσο για τη διοίκηση της Τράπεζας της Αγγλίας, όσο και της Barclays για την ανατροπή του περιρρέοντος κλίματος περί «κουλτούρας της διαφθοράς» στο Σίτυ. Τρίτος εκ των πέντε ήταν ο Μέρβιν Ντέιβις, ο οποίος άφησε την τράπεζα τον Νοέμβριο του 2006, όταν και χρίστηκε Λόρδος, εντασσόμενος στην κυβέρνηση των Εργατικών.
Παρότι η τράπεζα απάντησε στις κατηγορίες λέγοντας πως η έκθεση της αμερικανικής επιτροπής δεν παρουσιάζει μια πλήρη και ακριβή εικόνα των γεγονότων - καθώς σύμφωνα με την Standard Chartered το ύψος των συναλλαγών με τους Ιρανούς που δεν έγιναν σύμφωνα με τους κανονισμούς ήταν λιγότερα από 14 εκατ. δολάρια - θα εμφανιστεί ενώπιον της αμερικανικής επιτροπής στις 15 Αυγούστου, προσπαθώντας να την πείσει πως δεν πρέπει να προχωρήσει στην αναστολή της τραπεζικής της άδειας για την Νέα Υόρκη. Μία τέτοια απώλεια θα ήταν δραματική για μία ξένη τράπεζα, τονίζουν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, καθώς θα έκοβε την απευθείας σύνδεσή της με την αμερικανική τραπεζική αγορά.
Όντας σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στην Ασία και στις αναδυόμενες αγορές εν γένει, η Standard Chartered τελικά δεν είναι «άφθαρτη», όπως είπε ερευνητής στο πρακτορείο Ρόιτερ υπό καθεστώς ανωνυμίας. «Ακόμη και οι ασφαλείς τράπεζες όπως η HSBC και η Standard Chartered μοιάζουν να φυλλοροούν, με την φήμη τους να πέφτει στα Τάρταρα», κατέληξε ο ίδιος.
Οι κυρώσεις των ΗΠΑ προς το Ιράν και το διαβολικό Σίτυ
Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει οικονομικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν από το 1979 όταν η ισλαμική επανάσταση με ηγέτη τον Αγιατολάχ Χομεϊνί έριχνε την δυναστεία του δυτικόφιλου Σάχη Παχλαβί. Έκτοτε, επιτρέπονταν μονάχα περιορισμένες συναλλαγές (γνωστές ως «U-turns») με προϋπόθεση τα χρήματα να μην καταλήγουν σε ιρανικές τράπεζες. Το 2008, η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να ανακαλέσει την άδεια για τις εν λόγω συναλλαγές, λέγοντας πως το καθεστώς του Ιράν χρησιμοποίει τις ιρανικές τράπεζες για να χρηματοδοτήσει πυρηνικά προγράμματα, αλλά και «τρομοκρατικές» οργανώσει όπως την Χαμάς και την Χεζμπολάχ. Άλλωστε, ο οικονομικός στραγγαλισμός του Ιράν έχει ήδη περάσει από το Κογκρέσο με νομοθέτημα - (τα οικονομικά ιδρύματα που έχουν συναλλαγές με την Κεντρική Τράπεζα του Ιράν υπόκεινται σε ποινές, μέχρι και αποκλεισμό από την αμερικανική αγορά) - και έχει εξαπλωθεί βεβαίως και προς την Ευρώπη μέσω του, οδυνηρού για την Ελλάδα, εμπάργκο στα πετρέλαια της Τεχεράνης.
Η Standard Chartered δεν είναι η μοναδική τράπεζα που σπάει το τραπεζικό εμπάργκο του Ιράν. Τέσσερις μεγάλες τράπεζες έχουν πληρώσει 1,8 δισ. δολάρια από το 2009 και μετά για την φερόμενη ως παράνομη δράση τους. Οι τράπεζες αυτές είναι οι εξής: Barclays (βρετανική), ING (ολλανδική), Credit Suisse (ελβετική), and Lloyds TSB Bank (βρετανική).
Ωστόσο, οι αποκαλύψεις για την Standard Chartered αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ελέω της χρονικής στιγμής που δημοσιοποιούνται. Πρόκειται για ένα ακόμη καίριο πλήγμα στη φήμη του Σίτυ, το όποιο αποτελεί μαζί με το Τόκιο τους μοναδικούς αντίπαλους του παγκόσμιου οικονομικού κέντρου της Νέας Υόρκης. «Απ’ ότι φαίνεται όλες οι μεγάλες τραπεζικές τραγωδίες γίνονται στο Λονδίνο», έλεγε τον Ιούνιο η βουλευτής της Νέας Υόρκης, Κάρολιν Μαλόνεϊ, για να της απαντήσει μέσω της Γκάρντιαν ο καθηγητής Οικονομικών και Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι στο Κάνσας, Γουίλιαμ Μπλακ. «Υπάρχει μια θεωρία που αναπτύσσεται στην Ουάσινγκτον ότι το Σίτυ του Λονδίνου είναι διαβολικό, ότι έχει μια διεφθαρμένη κουλτούρα. Μας αρέσει να κατηγορούμε τους άλλους», κατέληγε ο Γ. Μπλακ.