Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ, συγγραφέα-ερευνητή
Σύμβολον είναι λέξις ελληνική και σημαίνει το συμβεβλημένον, το συναρμολογημένον, σημείον εκ του οποίου κάποιος γνωρίζει ή συμπεραίνει. Υπό την στενότερη έννοια της λέξεως, μπορούμε να πούμε ότι σύμβολο είναι το αντιστοιχούν, το ανταποκρινόμενο προς κάτι. Ο Friedrich Creuzer στο έργο του, «Συμβολική και Μυθολογία» γράφει: «Το σύμβολον περικλείει εν εαυτώ την σχέσιν μεταξύ θεών και ανθρώπου. Αι βασικαί δυνάμεις αι οποίαι εκπροσωπούντο εις τους θεούς, έδρων δια των σημείων τα οποία ο άνθρωπος προσεπάθη να μαντεύση εις σοβαράς στιγμάς της ζωής του. Τα σημεία αυτά δεν ήταν αυθαίρετοι ανθρώπινοι συλλήψεις, όπως διατείνονται οι φιλόλογοι. Κάθε συμβολική δια της οποίας το ιερατείον κατοπτρίζει την ανωτέραν γνώσιν, βασίζεται μάλλον επί της πρωταρχικής σχέσεως μεταξύ θεών και ανθρώπων». Από αυτό αντιλαμβανόμεθα γιατί το σύμβολο ετέθη υψηλότερον όλων των άλλων τρόπων γραφικής εκφράσεως. Η πρωταρχική χριστιανική Εκκλησία, από τα αρχαία Μυστήρια, παραλαμβάνει τα υψηλότερα σύμβολα, τύπους και λατρευτικές λέξεις, τα ορατά σημεία και τα εχέγγυα της σωτηρίας εκ του αοράτου.
Μία άλλη βασική έννοια που περικλείει η απτή γλώσσα των συμβόλων είναι ότι χαρακτηρίζονται εκ της συντομίας, δηλαδή της στιγμιαίας παραστατικότητας αυτών. Μία παράπλευρος ενέργεια της συντομίας αυτής, είναι το αφυπνιστικό στοιχείο, το καταπλήσσον και ενίοτε το συγκλονιστικόν. Έτσι το σύμβολο στη λατρεία είναι η μορφή ανταποκρίσεως των Νόμων του Παντός. Αντιπροσωπεύει την πραγματική παρουσία του Θείου, του υπερβατικού, του Νοερού. Στο σύμβολο δεν υπάρχει απλώς μία σημασία, αλλά η πραγματική παρουσία και το νοούμενον του πνευματικού, του αοράτου και του αγίου, και τούτο χωρίς τη μεσολάβηση της διανοίας και σκέψεως. Έτσι το σύμβολο ευρίσκεται σε απ’ ευθείας σχέση με το πνευματικό περιεχόμενο και το Νόμο, τα οποία κρύπτονται στη βάση του, μέσω δε αυτού αγόμεθα στη νόηση αυτών. Το σύμβολο δύναται να αποτελέσει το διάμεσον αφ’ ενός μεταξύ της περιοχής του ανεκφράστου και ακατανοήτου και αφ’ ετέρου της συνειδήσεώς μας. Το σύμβολο αποκαλύπτει αμέσως, εν αντιθέσει προς την αλληγορίαν, η οποία προσπαθεί να εκφράσει μία ιδέα ή κάτι παρόμοιο κατ' άλλον τρόπο, συνεπώς συγκαλύπτει.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι το σύμβολο αποκτά για μας την αληθή του τάξη και την πραγματική του δύναμη, μόνον κατόπιν βιώματος αυτού. Προ του γεγονότος τούτου, η σημασία του συμβόλου αξιοποιείται καθαρά λογικά, δια των εντυπώσεων που προέρχονται εσωτερικά, οι οποίες καθ’ οιονδήποτε τρόπον, π.χ. με τη διδαχή μιας θρησκευτικής κοινότητας, μας προβάλλονται, και γίνονται αποδεκτές απλώς δια της λογικής και εναποτίθενται στη μνήμη μας. Μόνο δια της βιώσεως του συμβόλου, επιτυγχάνεται κάποια ταύτιση μετά του πραγματικού συμβόλου, δηλαδή εκείνου το οποίο ενσαρκώνει το σύμβολο, το οποίο, όχι σπάνια, ευρίσκεται σε σαφή αντίθεση προς την μέχρι τούδε ιδέα που είχαμε περί αυτού. Συνεπώς κατά βάσιν κάθε απόπειρα ενασχολήσεως με μία «Επιστήμη της Συμβολικής» είναι φαντασίωση, εν όσω αυτή δεν βασίζεται ταυτόχρονα επί της πείρας που προέρχεται από το βίωμα του συμβόλου.
Η καθ’ εαυτό Συμβολική, ευρίσκεται κατά την αρχαϊκή αντίληψη διακεχυμένη στο Παν και στον άνθρωπο. Ο καθένας από εμάς όντως, βλέπων κάποτε ορισμένα σύμβολα, θα δοκίμασε παράδοξο αίσθημα, μολονότι ίσως ακριβώς τα ίδια σύμβολα στην διδασκαλία της Εκκλησίας του ή κατά τις σπουδές του, ουδένα ρόλο έπαιξαν, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις πιθανόν ούτε καν να τα είχε προσέξει. Ας ενθυμηθούμε τα αρχέτυπα σχήματα τα οποία παρουσιάζονται σε όνειρα και οράματα και τα οποία σήμερα οι ασχολούμενοι με τον κλάδο της Ψυχολογίας κατατάσσουν στην πρωταρχική βάση η οποία ευρίσκεται εκτός της λογικής και του περιορισμού της μνήμης. Η επικράτεια της συμβολικής κείται βαθύτερα στον άνθρωπο και καταλαμβάνει πολύ σπουδαιότερη περιοχή από όσο συνήθως νομίζεται. Εν προκειμένω πρέπει να τονισθεί ότι στη Συμβολική δεν πρόκειται περί αορίστων μυστικοπαθειών, αλλά περί αντιλήψεως σαφούς νομοτέλειας και συναρτήσεως, των οποίων το σύμβολο αποτελεί κατ’ αρχήν και μερικώς την έσχατη αντιληπτή μορφή εκείνου το οποίο ούτε να περιγραφή ούτε να υπαινιχθεί είναι δυνατόν.
Όταν ομιλούμε περί συμβολικών μορφών, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι ο άνθρωπος ήταν εκείνος ο οποίος προσπάθησε να εύρει το καλύτερο σχήμα για να αποδώσει το νόμο ή τη λατρευτική έννοια, και ότι ο άνθρωπος πάλι ήταν εκείνος ο οποίος έπλασε με την περιορισμένη του γνώση και ικανότητα τις σχετικές ποικιλίες και παραλλαγές των εν λόγω μορφών. Ας μη συγχέουμε επομένως τη βασική νομοτέλεια με το εξωτερικό σχήμα, καθότι το τελευταίο τούτο μπορεί να είναι βεβαρυμμένο με τα σφάλματα και τις ατέλειες του ανθρώπου. Ο καθένας μας θα βρει μόνος του πού είναι το ουσιώδες. Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι η επικράτεια της Συμβολικής είναι ένα αρμονικό και ισορροπημένο σύνολο και ότι μέγα μέρος των συμβόλων δεν είναι δυνατόν να αποχωρισθεί από το όλον. Καθιερώθηκε να σκεπτώμεθα με αντιθέσεις π.χ. Ουρανός και Άδης. Εδώ πρέπει να είμεθα πολύ προσεκτικοί, διότι στη Συμβολική ο αντίθετος πόλος δεν είναι πάντοτε το κακό και το κάτω, δεν είναι πάντοτε εκείνο που μας δίδαξαν ως Άδη ή Κόλαση. Είναι καλύτερα να θεωρήσουμε κατ’ αρχήν όλα ως μία όψη του θείου, μέχρις ότου εμείς οι ίδιοι να πεισθούμε για την ορθότητα της παρουσιαζομένης περιπτώσεως.
Ο Πρόκλος ισχυρίζεται ότι: «Ο πρώτος τρόπος εκθέσεως που αποβλέπει εις την αποκάλυψιν των θείων αρχών βοηθεία συμβόλων, ανήκει εις τον Ορφέα και γενικώς εις εκείνους που αποβλέπουν εις έκθεσιν γραπτώς των θείων μύθων. Ο δεύτερος τρόπος εκθέσεως, που μεταχειρίζεται εικόνας, ανήκει εις τον Πυθαγόραν, διότι η ανακάλυψις των μαθηματικών εγένετο υπό των Πυθαγορείων με σκοπόν την ανάμνησιν των θείων αρχών, βοηθεία δε των επιστημών αυτών, ως δι' εικόνων, επεδίωκον να μεταταχθούν εις τας ανωτέρας αιτίας. Δια τούτο αφιέρωσαν εις τους θεούς αριθμούς και γεωμετρικά σχήματα». Συνεπώς οι γεωμετρικές αλήθειες άπτονται του αμεταβλήτου και αιωνίου. Υπό τας προϋποθέσεις ταύτας, η επιστήμη των αριθμών θεωρουμένων ως ιδεατών συμβόλων, οικουμενικών αληθειών και νόμων, παρουσιάζεται στον Πυθαγορισμό ως στενώς συνυφασμένη με εκείνην των γεωμετρικών μορφών («ειδών»).
«Η γεωμετρία, λέγει ο Πλάτων, έχει ως αντικείμενον την γνώσιν του αεί όντος και όχι των γενομένων και παρερχομένων. Ελκύει την ψυχήν προς την αλήθειαν και κατεργάζεται το φιλοσοφικόν εκείνο πνεύμα που εξυψώνει τα βλέμματά μας προς τα ανώτερα πράγματα». Η δύναμη της συμβολικής έγκειται στο ότι δι' ενός και μόνον συμβόλου διατυπώνεται παραστατικά ένα μεγάλο πλήθος εννοιών και εικόνων και συγχρόνως αυτές γίνονται απολύτως κατανοητές, ιδίως όταν θέλουν να εκφράσουν αφηρημένες υψηλές έννοιες και να αποδείξουν αυτές μαθηματικά ως αληθείς.
Για παράδειγμα στη συμβολική το κέντρο του κύκλου είναι το σύμβολο της "εν εαυτώ ηρεμούσης θεότητας". Εάν χαράξουμε σταυρό εντός του κύκλου αποδίδεται στο κέντρο η έννοια του "θείου άξονος", γύρω από τον οποίο περιστρέφεται. Κάθε τι το οποίο φέρεται προς την περιφέρεια του κύκλου ή ανήκει στην περιφέρεια, είναι όψη του θείου, όταν αυτό εκδηλούται. Ο οριζοντίως τετμημένος κύκλος συμβολίζει το άνω και το κάτω, το φως και το σκότος. Το μυστικό ωόν, ένα σπουδαίο σύμβολο παρεμφερές με τον τετμημένο κύκλο, παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στους μυστηριακούς κύκλους. Το ωόν συμβολίζει την πρωταρχική αρχή η οποία περιέχει και γεννά τα πάντα. Στις ινδικές γραφές ο Βράχμα τέμνει το ωόν εις δύο και εκπηγάζουν ο Ουρανός και η Γη. Αλλά και κατά τον Σουΐδα ο Διόνυσος διαιρεί το ιερό ωόν σε δύο τμήματα και προβάλλουν ο Ουρανός και η Γη. Ομοίως και στους Χαλδαίους.
Ανέκαθεν το τρίγωνο θεωρήθηκε ως ιερό σύμβολο, ενώ υπό των Πυθαγορείων εκλαμβάνονταν ως το σύμβολο της διαμορφωτικής αρχής του σύμπαντος. Και εάν μεν έχει την κορυφή προς τα άνω, συμβολίζει το Πνεύμα, το θείον πυρ, την άρρενα αρχήν, εάν δε έχει την κορυφή προς τα κάτω το ύδωρ, την ύλη, την θηλεία αρχή. Η κάτω κορυφή του ανεστραμμένου τριγώνου του εξαγράμμου, δεικνύει την κατά 180° κατακόρυφο πτώση της ψυχής εκ της αιωνιότητας, ενώ η κορυφή του άνω τριγώνου δεικνύει την πορεία της ψυχής στην ουράνιο σφαίρα του σύμπαντος, όπου, αναζητούσα σωτηρία, μέλλει να συνταυτιστεί με την αιωνιότητα και να καταστεί μονάς ενώ ο αστήρ με τις έξη γραμμές, το καλούμενο εξάγραμμα, είναι σύμβολο του μακροκόσμου και παριστάνει την ένωση του πυρός μετά του ύδατος, απαρτίζεται δε εκ δύο εμπεπλεγμένων προς άλληλα ισόπλευρα τρίγωνα, εκ των οποίων το ένα είναι λευκό ή κυανού, το δε άλλο μέλαν ή ερυθρό. Η αντίθεση των χρωμάτων η οποία υφίσταται στη φλογοβόλου αυτή μορφή του, μας δεικνύει τις μεταξύ της ενιαίας φύσεως και των εκδηλώσεων αυτής υπάρχουσες σχέσεις, τους δεσμούς τους, συνδέοντας το αρχέτυπο προς τον κόσμο των πλασμάτων, ή καλύτερα το αγαθό μετά του κακού.
Εκ των τριγώνων, το μεν ισόπλευρο είναι η εικών της πρώτης ψυχής, της προ της ενσαρκώσεώς της, ένεκα της ισότητος και ομοιότητος των πλευρών, των γωνιών και των υψών. Ο Ξενοκράτης διατείνονταν, ότι το ισόπλευρο τρίγωνο είναι αφιερωμένο σε όλες τις θείας ψυχές, δεδομένου ότι αυτές εξουσιάζονται από τη Μονάδα, διότι η ισότης είναι ενότης, δια τούτο και καλούνται «θείες», διότι το ένα είναι ίδιον της θεότητος... «Το ισοσκελές τρίγωνο θεωρείται ως σύμβολο του Θεού δημιουργού, του πρώτου Όντος, είναι δε αφιερωμένο μετά τις θείες ψυχές στις δαιμονίους. Στις εν λόγω ψυχές, οι οποίες είναι μέσα, υφίσταται ισότης και ανισότης, ενότης και ποικιλία δυνάμεων, διότι οι βάσεις είναι ανόμοιες προς τις εκ της κορυφής αγόμενες πλευρές. Το δε σκαληνό, που έχει και τις τρεις πλευρές ανόμοιες, είναι η εικόνα των ψυχών που ανέρχονται και κατέρχονται. Πράγματι κατά τις κινήσεις των, άπτονται πότε ολίγον, πότε πολύ μετά των ανωτέρων όντων. Παρά ταύτα το σκαληνό δεν είναι η εικόνα των τοιούτων ψυχών, παρά μόνον κατά γενικό κανόνα. Εκείνες που κατέρχονται στην γένεση και έρχονται από της γενέσεως, εικόνα έχουν το ορθογώνιο σκαληνό, που έχει περί μεν την ορθή γωνία τη βάση κατά την σχέση επιτρίτου (4:3) και εν σχέσει προς την υποτείνουσα τον αριθμό της πεντάδος». Ακόμα το ορθογώνιο σκαληνό, εκφράζει δια της οριζοντίου πλευράς 42=16 την ανθρωπίνη θέληση η οποία εξισούται με την υποτείνουσα, η οποία συμβολίζει την ειμαρμένη 52=25, μόνον με την επικουρία της θείας Προνοίας 32=9 συμβολιζομένης δια της καθέτου πλευράς του τριγώνου.
Το Πυθαγόρειο θεώρημα εκτός του ότι αποδεικνύει μίαν ισότητα, φέρει ακόμη εσωτερικώς και τους τρεις βασικούς αριθμούς που διέπουν το σύμπαν, ήτοι: 3Χ4Χ5Χ6=360=ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ, 33+43+53=216=ΑΝΘΡΩΠΟΣ=χξς=6Χ6Χ6=216 και 360°Χ60'Χ60"=1296= ΣΦΑΙΡΑ του ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ και τους δύο παραγώγους: 360-216=144=ΘΕΙΟΝ και 360+216=576= ΠΝΕΥΜΑ (Π=80+Ν=50+Ε=5+Υ+400+Μ=40+Α=1) = 576, καταδεικνύον την ομοιογένεια και τη μαθηματική δημιουργία του σύμπαντος και της ψυχής, της ισότητας της δημιουργίας μετά του Δημιουργού, εκφραζομένης δια του ορθογωνίου τριγώνου, κατά το οποίον το άθροισμα των τετραγώνων της καθέτου και της οριζοντίας πλευράς, των συνιστωσών τη δημιουργία και των εκφραζουσών τις δύο αντίθετες δημιουργικές αρχές στη σύμπραξη της αρμονικής ισορροπίας, ισούται με το τετράγωνο της υποτεινούσης.
«Οι Πυθαγόρειοι έλεγον ότι η έννοια της επιφανείας δέον να συμβολίζεται δια του αριθμού 3, διότι το πρωταρχικόν σχήμα αυτής έχει ως πρώτην αιτίαν την τριάδα (το τρίγωνον). Διότι ο κύκλος που είναι το απλούστερον σχήμα εκ των καμπυλογράμμων, περιέχει λανθανόντως τον τρία, ήτοι το κέντρον, την ακτίνα και την περιφέρειαν, το δε τρίγωνον είναι φανερόν ότι είναι ο ηγεμών των ευθυγράμμων σχημάτων, διότι εκφράζεται δια του 3 και διεμορφώθη δια του 3 (3 γωνίαι, 3 πλευραί, 3 κορυφαί, 3 ύψη)».
Ο συμβολικός φωτοβόλος πεντάκτινος αστέρας, καθώς και το σήμα του Πυθαγόρα, επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν μαθηματικά την κάθοδο και την άνοδο της ψυχής. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται δια των ειδητικών αριθμών που παρέχει το Υ του Πυθαγόρα, όταν τοποθετηθεί εντός του αρχαιομέτρου, άνευ του οποίου είναι ανερμήνευτο και περί του οποίου την μόνη πληροφορία που έχομε είναι ότι το άνοιγμα των αμβλειών γωνιών του είναι 144°. Τοποθετούντες όμως αυτό εντός του αρχαιομέτρου παρατηρούμε ότι ο βασικός σκελετός του υποδεικνύει το γράμμα ύψιλον (Υ). Δια του Υ ο Πυθαγόρας δήλωνε το σημείο της ζωής.
Αλλά και ο Πλάτων φαίνεται να αποδίδει στο Υ σχέση αναφερόμενη στην πορεία της ψυχής μετά θάνατον. Στο Γοργία ομιλεί περί των δύο οδών του υποχθονίου κόσμου, τις αναφερόμενες στη χρυσή πινακίδα της Πετέλειας των Ορφικών, κατά την οποία προς τα δεξιά ήταν η πηγή της Μνημοσύνης, ενώ προς τα αριστερά η πηγή της Λήθης.
Ο Πρόκλος στον Τίμαιο, αναφερόμενος στο Υ, ορμώμενος εκ των λεγομένων υπό του Θεοδώρου της Ασίνης, λέγει ότι «ο μεγαλύτερος των θεμελιωδών τούτων αριθμών («πυθμένων») είναι το Υ=400 που δεικνύει ότι η ουσία της ψυχής ανατείνει προς δύο τινά, δια τούτο μερικοί απεκάλεσαν το γράμμα τούτο "φιλόσοφον". Την ονομασίαν ταύτην του Υ συνηντήσαμεν και ημείς εις ανθρώπους μεγάλης γνώσεως (εννοεί ασφαλώς τον Θεόδωρον) οι οποίοι παρεδέχοντο ότι το Υ (400) ευρίσκεται μεταξύ δύο σφαιρών, του Ψ (700) και του Χ (600) (Ψ Υ Χ) τούτου μεν θερμοτέρου ένεκα του πνεύματος (το Χ είναι εν δασύ γράμμα, όπως το Φ και το Θ) και ζωτικωτέρου, εκείνου δε (του Ψ) περιέχοντος τας ιδιότητας ταύτας εις μικρότερον βαθμόν. Ώστε και πάλιν αποδεικνύεται ότι η ψυχή είναι μία μεσότης μεταξύ δύο νόων, του μεν προτέρου, του δε υστέρου, το δε γεγονός ότι το γράμμα Υ ευρίσκεται εις το μέσον, δεικνύει την οικειότητα και σχέσιν της ψυχής προς έκαστον εξ αυτών… Εν τούτοις ο Πλάτων απέδωσεν εις την ψυχήν (ως σύμβολον) μάλλον το Χ, καίτοι το Ψ είναι και αυτό σφαίρα, ίνα καταδείξη την ισορροπίαν της κινήσεως της ψυχής, επειδή όλαι αι ευθείαι εις το Χ είναι ίσαι, και ούτω να καταστήση αντιληπτόν το αυτοκίνητον της ψυχής…. Εάν, αφ' ετέρου, ο Δημιουργός παράγη την ψυχήν δια μόνης της υπάρξεώς του, είναι φανερόν ότι και αυτός εύρηται εν αναλογία προς το Χ. Διότι το Χ είναι ο πρώτιστος Νους… Δια των σκέψεων αυτών περί του γράμματος Υ, ο Θεόδωρος της Ασίνης παραδέχεται ότι η ψυχή πηγάζει και γεννάται αφ’ εαυτής, ως είδος ουσίας ενδιαμέσου μεταξύ των δύο νόων. Όσον δια το τελευταίον γράμμα (της λέξεως ψυχή, το Η=8) πρέπει να θεωρήσωμεν την πρόοδον της ψυχής μέχρι του κύβου (23 = 8)».
Αναστρέφοντες λοιπόν το Πυθαγόρειο σήμα και ενούντες τις δύο πλευρές του Υ σχηματίζεται το άνω τρίγωνο ενός πεντακτίνου αστέρος, του οποίου οι ακτίνες του άνω τριγώνου υποδεικνύουν τους τρεις βασικούς παράγοντας που διέπουν και κυριαρχούν ως νόμοι του Σύμπαντος. Οι τρεις αυτοί βασικοί αριθμοί είναι ο 144 όστις συμβολίζει το θείον, ο 216 όστις συμβολίζει τη ζωή, τον άνθρωπο και την ύλη και ο αριθμός 360 όστις συμβολίζει το χρόνο και την αιωνιότητα.
Οι δύο πλευρές του τριγώνου του πεντακτίνου αστέρος, 144 και 216, βαίνουν διαγωνίως επί της ουρανίου σφαίρας, ενούμενες δε μετά του 360, αποτελούν πλέον ένα νέον κύκλο (144+216=360) εντός του οποίου θα κυριαρχεί η απόλυτος αλήθεια, η αγάπη και η δικαιοσύνη, κατά τη ρήση του Πέτρου, «καινούς δε ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί». Επομένως, αφού συγχωνευθούν εντός της αιωνιότητας θα αποτελούν ένα ΝΟΥΝ 360+360=720 (Ν=50+Ο=70+Υ=400+Σ=200=720)=720. Διότι η ψυχή μετά τις αέναες περιπλανήσεις και ενσαρκώσεις της, ως άλλος Οδυσσεύς, μέλλει να επανέλθει στην πατρίδα της, αποβάλλουσα την σαρκίνη στολή της και περιβαλλομένη και πάλι την «λευκήν στολήν την πρώτην», την απαστράπτουσαν εκ καθαρότητος, εφ' όσον πλέον «πολλών δ᾽ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω».
Την αυτή ιδέα εκφράζει και η θύρα στα «Άγια των Αγίων» του Ναού του Σολομώντος, ήτις «ήτο έν πεντάγωνον» εντός του οποίου διαγράφεται αφανώς ένας πεντάκτινος αστήρ, όπως στο σχέδιο διαφαίνεται. Δια του δωδεκαέδρου ο Πλάτων συμβόλιζε την ουράνιο σφαίρα του Σύμπαντος, διότι το δωδεκάεδρο ομοιάζει προς σφαίρα της οποίας η επιφάνεια καλύπτεται υπό 12 πενταγώνων εδρών. Το αρχαιόμετρο εκφράζει την ιδέα της ουρανίου σφαίρας του Σύμπαντος ήτις υποδιαιρείται σε 360° και αποτελεί τον ουράνιο θρόνο του Υψίστου, («ο ουρανός μοι θρόνος, η δε γη υποπόδιον των ποδών μου»). Πράξ., κεφ. Ζ,49.
Ο αριθμός 9 αντιστοιχούσε προς το γράμμα Θήτα τονούμενο του αρχαίου ελληνικού και φοινικικού αλφαβήτου, αρχικό της λέξεως Θεός, εγράφετο δε ως σταυρός εντός κύκλου . Το σύμβολο αυτό όπως και το του Ηλίου, κατά τους αρχαίους μύστες σήμαινε την «θεότητα περιβεβλημένην την αιωνιότητα». Δια του σημείου τούτου συμβόλιζαν τη θεότητα διότι παρομοίαζαν αυτήν προς τον Ήλιο και δη τον πνευματικόν του οποίου το φως καταυγάζει τις 7 ουράνιες σφαίρες (κύκλους) του Σύμπαντος.
Η ιερότητα των αριθμών δεν ήταν μόνο φιλοσοφική αλλά και θρησκευτική, αναγνωρίζονταν δε υπό πολλών θρησκειών, οι οποίες είχαν καθοσιωμένους ορισμένους αριθμούς και τους πίστευαν ως ιερούς, όπως π.χ. τους αριθμούς 3, 4, 5, 7, 9, 12, 40, 70, 100, πάντες όμως αναγνωρίζουν από κοινού τον 3, 7 και 9 ιδίως δε τον 3 και των πολλαπλασίων του. Έτσι έχουμε κατά την αρχαιότητα 7 ουρανούς, 7 θαύματα, 7 σοφούς, 7 ημέρες, 7 πλανήτες, 7 χρώματα. Στην Αγία Γραφή οι ιεροί και σεβαστοί αριθμοί ήταν ο 1 ως γνώρισμα του ενός θεού, ο 3 (τριαδικός θεός, τριήμερος Ανάσταση κ.λπ.). Ο συμβολισμός των αριθμών γενικώς και η απόδοση μυστικής δυνάμεως σ' αυτούς, που απορρέει από την απειρότητα και τη σχέση αυτών προς τους θεούς, είναι δημιούργημα της προθεϊκής λατρείας. Όχι μόνον οι Βαβυλώνιοι, οι οποίοι παραδέχονταν ως συμβολικούς όλους τους από του 60-1 αριθμούς, αλλά οι Εβραίοι και οι Έλληνες πίστευαν γενικώς στο συμβολισμό των αριθμών και ανέπτυξαν περί αυτών πλείστες όσες δοξασίες. Εξ επιδράσεως δε η αριθμολογία επέδρασε και στην χριστιανική λατρεία, όπου σύμφωνα προς το πνεύμα της εποχής, ασκήθηκε ευρύτατος συμβολισμός των αριθμών και μάλιστα του 3 κατά παλαιοτάτην ακλόνητο παράδοση, η οποία ίσχυσε και επηρέασε τους χριστιανούς. Έτσι έχουμε, τρισάγιο, 3 σταυρούς, 3 δάκτυλα για το σημείο του σταυρού, Τριώδιο, τριήμερο Ανάσταση, Τριάδα ομοούσιο και αχώριστο και άλλα καθότι «πάντα μέτρω και αριθμώ και σταθμώ διέταξας». Δια τούτο οι μύστες αναπτύσσοντες τις θεωρίες του Πυθαγόρα δίδουν ατομικές ερμηνείες και αξιολογούν τους αριθμούς διακρίνοντες τις ομοιομερείς Τριάδες, οι οποίες εκφράζουν διαγωνίως την απόκρυφο δύναμη και τη γνωστική αξία των αριθμών. Έτσι έχουμε τις Τριάδες σειράς, τάξεως, διαβαθμίσεως: 1) Ανώτερος-Μέσος-Κατώτερος. 2) Πρότερος-Μεσόχρονος-Ύστερος. 3) Παρελθόν-Παρόν-Μέλλον. 4) Αρχή-Ισορροπία-Αντίθεση 5) Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση. Κατά το Πυθαγόρειο σύστημα: Αρχή η μονάς, εκ μονάδος αριθμοί, εξ αριθμών σημεία, γραμμές, επίπεδα, στερεά, σχήματα, αισθητά σημεία.
Θα μπορούσε κανείς ατελεύτητα να ομιλεί περί των πραγμάτων αυτών. Ας κρατήσουμε όμως ως γενική αρχή της συμβολικής ότι οι αριθμοί παριστούν τις ιδέες, ενώ τα γεωμετρικά σχήματα τις μορφές. Ο πίνακας που παρατίθεται δίδει μια αδρή περιγραφή του συμβολισμού των δέκα πρώτων αριθμών και των σχημάτων.