Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ, Συγγραφέα - Ερευνητή
Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΜΑΝΔΡΗ
Ο πρωταρχικός Νους γεννά τον αρχέτυπο Άνθρωπο, κατ’ εικόνα του Πατρός, του οποίου την μορφήν εράται ο Πατήρ και του χαρίζει ολόκληρη τη Δημιουργία.
«Ὁ δὲ Νοῦς, Πατὴρ τῶν Πάντων, ὅστις εἶναι ζωὴ καὶ φῶς, ἐγέννησε τὸν ἄνθρωπον ὅμοιον καὶ ἴσον πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν ἠγάπησεν ὡς ἴδιον τέκνον του, διότι ἦτο περικαλλὴς καὶ ἀπέδιδε τὴν εἰκόνα τοῦ Πατρός. Καὶ ὁ Νοῦς-Θεός, ἠγάπησε τὴν ἰδίαν Του μορφὴν καὶ κατέστησεν αὐτὸν Κύριον πάντων τῶν Ἔργων Του». Οποία ομοιότης πράγματι με την περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου στη Γένεση. «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ⁅ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν». Γέν. κεφ. Α΄27.
Η ιδέα του Φίλωνα, ότι οι άγγελοι μετείχαν στην δημιουργία του θνητού μέρους της ανθρώπινης ψυχής, συναντάται με την ίδια μορφή, και στον Ποιμάνδρη. Ο παγκόσμιος Πατήρ απευθύνεται προς τις δυνάμεις του και τις επιφορτίζει με το έργο να σχηματίσουν το θνητό μέρος της ψυχής μας, μιμούμενες τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος έπλασε το λογικό μέρος αυτής. Έτσι η μεν ιθύνουσα ικανότητα της ψυχής είναι το έργο του Δημιουργού, ενώ οι υπακούουσες ικανότητες, το έργο των υπηκόων Του. Ο Άνθρωπος θέλοντας και αυτός, κατά το πρότυπο του Πατρός να δημιουργήσει, αφού έλαβε τη συγκατάθεση του Πατρός, εισέρχεται στη δημιουργική σφαίρα. Περιβαλλόμενος με τη στοργή των επτά Κυβερνητών, γίνεται δεκτός στη σφαίρα αυτών, και προικισμένος με τις αρετές που του εδόθησαν από τους επτά Κυβερνήτες, διαπέρασε την περιφέρεια των πλανητικών κύκλων και κύπτων, εμφανίζεται προ της Φύσεως.
Αυτή, ανακλώσα την εικόνα του Ανθρώπου στο ύδωρ και στη γη, τον ερωτεύεται. Αλλά και ο Άνθρωπος όμως, ερασθείς την αντανάκλαση της εικόνας του επί των υδάτων και τη σκιά του επί της γης, παρασύρεται και καταλαμβάνεται από την επιθυμία να εγκατασταθεί και να κατοικήσει την άλογο μορφή, δηλαδή τη γη. Έτσι καταλείπει τον κόσμο των πνευματικών σφαιρών, κατέρχεται στο υλικό πεδίο, όπου η Φύση εναγκαλίζεται τον εραστή της και συμμείγνυται με αυτόν. Από τη μίξη τους, λαμβάνει γένεση η υλική μορφή. Εδώ διαβλέπουμε την παρομοίωση του μύθου του Νάρκισσου, ο οποίος αποτελούσε μυστηριακό θέμα, που ήταν μια από τις πολυάριθμες εκφράσεις της κοινής αυτής πίστεως στις μυστικές θρησκείες και στις φιλοσοφίες, ότι δηλαδή η ζωή του σώματος είναι ο θάνατος της ψυχής, η οποία παρασυρόμενη υπό της επιθυμίας, πίπτει στο υλικό περιβάλλον. Ο ανδρόγυνος χαρακτήρας του πρωταρχικού ανθρώπου στον Ποιμάνδρη, μπορεί να παρομοιασθεί προς το μύθο του Πλατωνικού Συμποσίου, αλλά και προς την Γένεση: «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». (Γέν. κεφ. Α’ 27). Η πτώση πλέον έχει συντελεσθεί. Η σύμμειξή του αυτή με την ύλη, κατά την πτώση του, κατέστησε τον άνθρωπο διπλούν, θνητό κατά το σώμα, αθάνατο κατά τον ουσιώδη Άνθρωπο, τον κατέστησε ταυτόχρονα δούλο και κυρίαρχο της Ειμαρμένης, αφού κυριαρχείται από το σύνολο των σφαιρών.
«Ἀλλὰ ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατενόησε τὴν Δημιουργίαν τοῦ Δημιουργοῦ Πατρὸς ἐν τῷ πυρί, ἠθέλησεν ὡσαύτως νὰ δημιουργήσῃ καί, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Πατρός, εἰσέβαλεν εἰς τὴν δημιουργικὴν σφαῖραν. Ἐκέκτητο τὴν παντοδυναμίαν ἐπὶ ταύτης καὶ εἶχε κατανοήσει τὰ δημιουργήματα τῶν ἀδελφῶν του. Οἱ δὲ (διοικηταί) τὸν ἠράσθησαν, ἕκαστος δὲ ἐξ αὐτῶν, τῷ μετέδωκε τὴν δύναμίν του. Ἐκεῖνος δὲ καταμαθὼν τὴν οὐσίαν των καὶ μεταλαβὼν τῆς φύσεώς των, ἠθέλησε νὰ διαρρήξῃ τὰς τροχιὰς τῶν κύκλων καὶ νὰ κατανοήσῃ τὰς δυνάμεις ἐκείνου ὅστις κυριαρχεῖ ἐπὶ τοῦ πυρός.
Καὶ ὁ κυρίαρχος ἐκεῖνος τοῦ κόσμου (ὁ Ἄνθρωπος) ὅστις εἶχεν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν θνητῶν ὄντων καὶ τῶν ἀλόγων ζῴων, ἔκυψε διὰ μέσου τοῦ συμπλέγματος τῶν σφαιρῶν καὶ διασπάσας τὸ περίβλημα αὐτῶν, ἐπέδειξεν εἰς τὴν κατωτέραν Φύσιν τὴν ὡραίαν τοῦ Θεοῦ μορφήν. Πρὸ τῆς ἀπείρου ταύτης καλλονῆς τοῦ Ἀνθρώπου, κατέχοντος πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑπτὰ διοικητῶν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ Θεοῦ, ἡ Φύσις τῷ ἐμειδίασεν ἐρωτικῶς. Εἶχεν ἴδει τὴν ἀνθρωπίνην καλλονὴν ἀνακλωμένην ἐν τῷ ὕδατι καὶ τὴν σκιάν του ἐπὶ τῆς γῆς. Ὁ δὲ Ἄνθρωπος βλέπων τὴν εἰκόνα του ταύτην, ὁμοίαν αὐτῷ ἐντὸς τῆς Φύσεως, ἀνακλωμένην ἐν τῷ ὕδατι, τὴν ἠγάπησε καὶ ἠθέλησε νὰ οἰκήσῃ ἐντὸς τοῦ τόσον ὡραίου ἐκείνου σχήματος.
Ἡ θέλησις παρήγαγε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ οὕτω κατῴκησε τὴν ἄλογον μορφήν. Ἡ δὲ Φύσις, λαβοῦσα τὸν ἐραστήν της, τῷ ἐδόθη πλήρως καὶ ἐμίγησαν διότι ἠγάπων ἀλλήλους. Ἰδοὺ διατὶ μεταξὺ πάντων τῶν γηίνων ὄντων (ζῴων), ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς· θνητὸς κατὰ τὸ σῶμα καὶ ἀθάνατος κατὰ τὸν οὐσιώδη Ἄνθρωπον. Ἀθάνατος καὶ πανίσχυρος, ὑπόκειται συγχρόνως εἰς ὅ,τι χαρακτηρίζει τὰ θνητὰ ὄντα, εἰς τὴν Εἱμαρμένην. Ἀθάνατος ὢν καὶ κυρίαρχος ἐπὶ τοῦ συμπλέγματος τῶν σφαιρῶν τοῦ κόσμου, κατέστη αἰχμάλωτός του. Ἀρρενόθηλυς δὲ ὤν, ἐκ πατρὸς ἀρρενοθήλεος καὶ κυρίαρχος τοῦ ὕπνου ὡς προερχόμενος ἐκ μὴ ὑπνώτοντος, ἐδαμάσθη ὑπ’ αὐτοῦ».
Η φύση με τη γονιμοποίησή της υπό του ανθρώπου, γεννά αμέσως επτά γήινους ανθρώπους αρρενόθηλεις, οι οποίοι αντιστοιχούν προς τους επτά Διοικητές των σφαιρών. Οι άνθρωποι αυτοί είναι διπλοί, διότι μετέχουν κατά το σώμα τους στα τέσσερα στοιχεία τα οποία συμβάλλουν στη δημιουργία τους, και κατά την ψυχή τους στον αρχέτυπο Άνθρωπο, ο οποίος καθίσταται ψυχή και νους, ζωή και φως, που πηγάζουν από τον Πατέρα. Όλα τα όντα του αισθητού κόσμου παραμένουν στην κατάσταση αυτή μέχρι του τέλους μιας απροσδιορίστου μεταβατικής περιόδου.
«-Ποιμάνδρης: Ἡ Φύσις, μιγεῖσα μετὰ τοῦ Ἀνθρώπου, παρήγαγεν ἓν θαυμασιώτατον θαῦμα. Ὁ Ἄνθρωπος κατεῖχε τὴν φύσιν τῆς ἁρμονίας τῶν ἑπτὰ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται, ὡς σοὶ εἶπον, ἐκ πυρὸς καὶ πνεύματος. Ἡ Φύσις δὲν ἐστάθη εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ παρήγαγεν εὐθὺς ἑπτὰ ἀνθρώπους, ὁμοίους πρὸς τὰς φύσεις τῶν ἑπτὰ διοικητῶν, ἀρρενόθηλεις καὶ πρὸς τὰ ἄνω κατατείνοντας.
Ἡ γένεσις λοιπὸν τῶν ἑπτὰ αὐτῶν ἀνθρώπων, ἔλαβε χώραν ὡς ἐξῆς: Ἡ γῆ ἦτο θηλεία καὶ τὸ ὕδωρ γονευτικόν, ἡ δὲ ὡρίμανσις ἐγένετο διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τὸ πνεῦμα παρελήφθη ἐκ τοῦ αἰθέρος. Ἐκ τούτων ἡ Φύσις παρήγαγε σώματα ἀνθρωπίνου σχήματος. Ὅσον διὰ τὸν ἄνθρωπον, ἐνῶ ἀρχικῶς ἀπετελεῖτο ἐκ Ζωῆς καὶ Φωτός, μετηλλάγη εἰς Ψυχὴν καὶ Νοῦν, τῆς Ζωῆς μεταβληθείσης εἰς ψυχήν, τοῦ δὲ Φωτὸς εἰς νοῦν. Πάντα δὲ τὰ ὄντα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, διέμειναν οὕτω μέχρι τοῦ τέλους μιᾶς περιόδου καὶ ἐνάρξεως τῆς γενέσεως τῶν εἰδῶν».
Στο τέλος της περιόδου αυτής, ο Θεός διαιρεί όλα τα όντα σε αρσενικά και θηλυκά, τα οποία με τη χάρη της θείας Πρόνοιας, συνέρχονταν και πολλαπλασιάζονταν, κάθε ένα κατά το είδος του. Ο άνθρωπος ο οποίος γνωρίζει την αθάνατη προέλευσή του, πληρούται αγαθών και πορεύεται προς το υπέρτατο αγαθό, σε αντίθεση με τον άνθρωπο που παραμένει στο σκοτάδι και στο θάνατο, διότι αγαπά το σώμα του, το οποίο προήλθε από την πλάνη του έρωτα.
Εκείνοι που παραμένουν στο θάνατο δίκαια τιμωρούνται, διότι ζουν σύμφωνα με τις επιταγές του σώματος, το οποίο ως μεταβλητό προσάπτεται δια της υγρής φύσεως, προς το πρωταρχικό σκότος. Εκείνοι όμως που γνωρίζουν τον εαυτόν τους, καθίστανται αθάνατοι, διότι ζουν σύμφωνα με τον ουσιώδη Άνθρωπο, που πηγάζει από τον Πατέρα, ο οποίος είναι Ζωή και Φώς. Έτσι, αν και όλοι οι άνθρωποι έχουν νου, το υπέρτατο αγαθό θα το αποκτήσουν μόνο όσοι διάγουν ενάρετη ζωή.
«Πρόσεξε τώρα νὰ ἀκούσῃς ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα διακαίεσαι νὰ μάθῃς. Ἀφοῦ ἡ περίοδος αὕτη ἐπερατώθη, ὁ οἰκουμενικὸς δεσμὸς ποὺ συνέδεε τὰ πάντα, διελύθη διὰ τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ. Πάντα τὰ ἀνδρόγυνα ζῷα διεχωρίσθησαν, συγχρόνως μετὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ κατέστησαν ἄρρενα καὶ θήλεα. Ἀμέσως τότε ὁ θεῖος τοῦ Θεοῦ λόγος ἠκούσθη λέγων: Αὐξάνεσθε κατὰ ποσότητα καὶ πολλαπλασιάζεσθε κατὰ πλῆθος. Ὅλα σεῖς τὰ ἔργα καὶ τὰ δημιουργήματά μου. Ἐκεῖνος δὲ ὅστις κέκτηται νοῦν, ἂς γνωρίζῃ ὅτι εἶναι ἀθάνατος. Γνῶτε ὅτι ὁ σωματικὸς ἔρως εἶναι ἡ αἰτία του θανάτου καὶ γνωρίσατε πάντα τὰ ὄντα». Η αυτή φράση επαναλαμβάνεται στη Γένεση, τόσον για τα ζώα όσον και για τον άνθρωπο: «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὰ ὕδατα ἐν ταῖς θαλάσσαις, καὶ τὰ πετεινὰ πληθυνέσθωσαν ἐπὶ τῆς γῆς... αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς». Γέν. κεφ. Α΄22 & 28.
«Μὲ τὰς λέξεις ταύτας ἡ Πρόνοια ἐποίησε τὰς μίξεις καὶ ἐγκατέστησε τὰς γενέσεις, διὰ τῆς εἱμαρμένης καὶ διὰ τοῦ συμπλέγματος τῶν σφαιρῶν. Πάντα τὰ ὄντα ἐπολλαπλασιάσθησαν κατὰ γένος, ἐκεῖνος δὲ ὅστις ἐγνώρισεν ἑαυτόν, ἔφθασεν εἰς τὸ περιούσιον ἀγαθόν, ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος ἠγάπησε τὸ σῶμα του, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποτέλεσμα πλάνης ἐρωτικῆς, ἐκεῖνος περιπλανᾶται εἰς τὰ σκότη, ὑποκείμενος διὰ τῶν αἰσθήσεων εἰς τοὺς ὅρους τοῦ θανάτου».
Επομένως η εκλογή του βίου, είναι υπόθεση ατομικής επιγνώσεως της θείας συστάσεως του ανθρώπου. Εφ’ όσον αυτός είναι διπλούς, αποτελούμενος εξ αθανάτου ψυχής, η οποία φέρει το σπέρμα του Φωτός και της Ζωής και εξ ενός σώματος που πηγάζει από το στυγνό σκότος, αφού αυτό προέρχεται εκ της υγρής φύσεως ήτις προέκυψε εκ του Σκότους και του Χάους, για να επανέλθει στην αθανασία, πρέπει να γνωρίσει το Θεό ο οποίος είναι αμιγές Φως και αιώνιος Ζωή και να γνωρίσει εαυτόν ως προελθόντα εκ του Θεού. Ώστε η γνώση του εαυτού και η γνώση του Θεού, είναι ο πρώτος και κύριος όρος για την απολύτρωση. Άρα η πρωτεύουσα αρετή για το ανθρώπινο ον είναι η γνώση, όπως και το βασικό ελάττωμα είναι η άγνοια περί τα θεία και περί του συνεκτικού δεσμού ο οποίος μας συνδέει με το Θεό.
Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΜΑΝΔΡΗ
Το τελευταίο μέρος του Ποιμάνδρη ομιλεί περί του θανάτου και της περαιτέρω πορείας της ψυχής. Στην εσχατολογία του Τρισμεγίστου, ο θάνατος δεν είναι αφανισμός παρά μεταβολή των υλικών στοιχείων και μετάσταση της ψυχής. Όπως και η Χριστιανική θρησκεία, διατείνεται ότι το μεν σώμα εγκαταλείπεται στην αλλοίωση και συντίθεται στα στοιχεία από τα οποία αποτελέσθηκε ενώ η ψυχή συνεχίζει την πορεία της πέραν του τάφου. Ο αδρανής πλέον ηθικός χαρακτήρας παραδίδεται στο δαίμονα. Οι αισθήσεις του σώματος επανέρχονται στις πηγές τους, να γίνουν και πάλι μέρη των ενεργειών του κόσμου. Ο θυμός και το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, οδεύουν προς την άλογο φύση.
«-Τρισμέγιστος: Ὦ Νοῦς, μοὶ ἐξέθεσες καλῶς πᾶν ὅ,τι ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσω ἀλλ’ ὁμίλησόν μου ἀκόμη περὶ τῆς μελλούσης ἀνόδου.
-Ποιμάνδρης: Κατὰ πρῶτον, διὰ τῆς διαλύσεως τοῦ ὑλικοῦ σώματος, παραδίδεις τὸ σῶμα τοῦτο εἰς τὴν ἀλλοίωσιν καὶ ἡ μορφή ποὺ εἶχες καθίσταται ἀφανής. Εἰς τὸν δαίμονα παραδίδεις τὴν συνήθη ἀτομικότητά σου, καταστᾶσαν ἐφεξῆς ἀδρανῆ. Αἱ σωματικαὶ αἰσθήσεις ἐπανέρχονται εἰς τὰς πηγάς των τῶν ὁποίων καθίστανται μέρη καὶ συγχέονται ἐκ νέου μὲ τὰς ἐνεργείας. Ὁ θυμὸς καὶ αἱ ἐπιθυμίαι καταλήγουν εἰς τὴν ἐστερημένην λογικοῦ φύσιν».
Συνέχεια την επόμενη Κυριακή