Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Η τελευταία μέρα του Σωκράτη

Η τελευταία μέρα του Σωκράτη
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Του Νίκου Καμπάνη

Συγγραφέα - Ερευνητή

Κι ο Κρίτων, επειδή νόμισε πως ο Σωκράτης φροντίζει μήπως οι συκοφάντες εχθροί κατηγορήσουν τους φίλους, αν δραπετεύσει, ότι τον έκλεψαν και υποστούν μαρτύρια, του λέει:

«Αν έχεις, λοιπόν, κανένα τέτοιο φόβο, άφησέ τον να πάει στο καλό. Γιατί θαρρώ πως καθήκον μας είναι, αφού σε σώσουμε, να δοκιμάσουμε έναν ανάλογο κίνδυνο, και μεγαλύτερο ακόμα, αν χρειαστεί. Άκουσέ με και μην κάνεις αλλιώς».

Λίγο πριν ο Σωκράτης διατυπώνει μια καθαρά προσωπική του ιδέα. Από αυτήν ξεκινά, για να προβάλει την ουσία της σκέψεώς του και να ανατρέψει τα συμβατικά, υποκειμενικά, βιασμένα, ηθικά επικίνδυνα επιχειρήματα του φίλου του.

«Μακάρι, Κρίτων, να κατάφερναν οι πολλοί να κάνουν τα πιο μεγάλα κακά. Γιατί τότε θα μπορούσαν να κάνουν και τα μεγαλύτερα καλά. Πράμα, βέβαια, όμορφο. Τώρα, όμως, δεν είναι ικανοί ούτε το καλό, ούτε το κακό να κάνουν. Τους λείπει η δύναμη να κάνουν έναν άνθρωπο φρόνιμο ή μωρό. Και ό,τι κάνουν, το κάνουν στην τύχη».

Από την καθαρά σωκρατική αυτή ιδέα, βγαίνει το συμπέρασμα ότι σε καμιά περίπτωση η αρετή δεν είναι εκδήλωση ομαδική. Μονάχα η βαθιά γνώση μπορεί να την κάνει να φυτρώσει στην ψυχή. Γνωρίζοντας ό,τι πρέπει να γνωρίζει ένας άνθρωπος, αποκτά συνείδηση των ηθικών του καθηκόντων, τόσο απέναντι, στον εαυτό του, όσο κι απέναντι της πολιτείας πολλοί δε που δεν έχουν την απαιτούμενη γνώση για τα πράγματα, ενεργούν ανάλογα με τις ρευστές αντιλήψεις τους, από τις αδυναμίες τους, από τα πάθη τους, από τα συμφέροντά τους.

Το ηθικό αξίωμα ότι το να αδικείς σε καμιά περίπτωση δεν είναι ωραίο και ωφέλιμο, και μάλιστα το ότι δεν επιτρέπεται να αδικούμε κι όταν ακόμα αδικούμαστε, είναι το βασικό αξίωμα της φιλοσοφίας του Σωκράτη. «Εἰ δ’ ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν». «Αν είναι αναγκαίο να αδικώ ή να αδικούμαι, θα προτιμούσα να αδικούμαι μάλλον παρά να αδικώ». Η αθανασία της ψυχής και οι ανταποδόσεις στη μεταθανάτια ζωή, καθώς και οι αντιλήψεις γενικά για τη ζωή και το θάνατο, δημιουργεί στον άνθρωπο, όσο ζει εδώ κάτω, την υπέρτατη ηθική υποχρέωση, να φροντίζει να είναι ενάρετος, φρόνιμος, δίκαιος.

Πριν ο Σωκράτης ολοκληρώσει τις αντιλήψεις του για τον έναν και ειδικό γνώστη και για τους ανίδεους πολλούς, ο Κρίτων υποστήριξε πως η άρνηση του Σωκράτη να δραπετεύσει, ούτε δίκιο είναι, ούτε ηθικό, αφού έτσι εγκαταλείπει τον εαυτό του, ενώ μπορεί να σωθεί. Γιατί κάνει ό,τι θα ήθελαν οι εχθροί του, που επιδιώκουν να τον καταστρέψουν.

«Εκτός από αυτά, όμως, συνεχίζει ο Κρίτων, εγώ νομίζω πως προδίδεις, επίσης, και τα παιδιά σου, που ενώ μπορούσες να τα αναθρέψεις και να τα μορφώσεις, θα πεθάνεις και θα τα αφήσεις. Φυσικά, η μοίρα τους τότε θα είναι η γνωστή μοίρα των ορφανών στην ορφάνια τους. Γιατί ή δεν πρέπει να κάνει κανείς παιδιά, ή, αν κάνει, να υποφέρει μαζί τους ανατρέφοντας και μορφώνοντάς τα. Ομολογώ πως ντρέπομαι και για σένα, και για τους φίλους σου, μήπως φανεί στον κόσμο πως όλα αυτά, που γίνονται τώρα γύρω από το άτομό σου, έγιναν από μεγάλη ανανδρία δική μας. Η εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο, η ίδια η δίκη, όπως έγινε, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση πως κοιτάξαμε να ξεφύγουμε από δειλία κι ανανδρία μας, και δε φροντίσαμε για τη σωτηρία σου, ούτε κι εσύ για τον εαυτό σου ενώ και την ελάχιστη αξία αν είχαμε, θα τα καταφέρναμε. Σκέψου, λοιπόν, Σωκράτη, μήπως αυτά δεν είναι μονάχα κακά μα και εξευτελιστικά τόσο για σένα όσο και για μας. Στοχάσου τα, ή, καλύτερα, όχι, δε μένει καιρός για στόχαση, και πάρε την απόφαση που χρειάζεται. Γιατί τη νύχτα που μας έρχεται όλα πρέπει να έχουν τελειώσει. Αν αργοπορήσουμε λίγο, τότε πια τίποτα δε μπορεί να γίνει».

Ο Κρίτων, πραγματικά, πονά τον ακριβό του φίλο. Και ενδιαφέρεται ολόψυχα γι’ αυτόν. Οι στιγμές είναι κρίσιμες και η δοκιμασία του Σωκράτη που κινδυνεύει να εκτελεσθεί, τραγική. Έτσι επικαλείται τα υψηλά κι αιώνια αισθήματα της φιλίας, της στοργής, της φιλοτιμίας. Ωστόσο ο Σωκράτης και τώρα δεν κλονίστηκε. Χωρίς να βιάζεται, με αξιοπρέπεια θαυμαστή, έτσι μίλησε στον τσακισμένο από την ταραχή φίλο του:

«Αγαπητέ Κρίτων, θα ήταν πολύτιμη η προθυμία σου, αν, όπως θα ευχόμουν, είχε κάποια λογική βάση. Διαφορετικά, όσο μεγαλύτερη είναι τόσο περισσότερο στενοχωρεί. Χρειάζεται, λοιπόν, να εξετάσουμε αν πρέπει να ενεργήσουμε έτσι. Γιατί εγώ, όχι μονάχα τώρα, μα πάντα τέτοιος ήμουν, ώστε να πείθομαι μόνο με τον ορθό λόγο. Τα λόγια που έλεγα χθες δε μπορώ να τ’ απαρνηθώ σήμερα, επειδή μου έτυχε τούτο το κακό».

Γεμάτος απορία ο Κρίτων, κοιτά κατάματα τον Σωκράτη, που και στους μεγαλύτερους κινδύνους ακόμα ήθελε να πείθεται μόνο με τον ορθό λόγο και με το δίκαιο.

«Πώς μπορούμε, λοιπόν, να εξετάσουμε, όσο γίνεται πιο ορθά, το ζήτημά μας; λέει ο Σωκράτης. Αν πάρουμε πρώτα για εξέταση την ιδέα σου για τις πεποιθήσεις των ανθρώπων και προσπαθήσουμε να διαπιστώσουμε ποιό ήταν σωστό από αυτά που υποστηρίζαμε κάθε φορά στις συζητήσεις μας, ότι σε μερικές γνώμες μας πρέπει να δίνουμε σημασία και σ’ άλλες όχι ή αν, προτού παρουσιαστεί η ανάγκη να πεθάνω, ήταν ορθές οι γνώμες μου, ενώ μετά τη θανατική μου καταδίκη αποδείχτηκαν ολότελα αστήριχτες, αδικαιολόγητες, έτσι για να γίνεται κουβέντα; Δηλαδή πως ήταν πραγματικά ένα παιχνίδι, λόγια του αέρα;» .

Ούτε και στις κρίσιμες εκείνες στιγμές του ο Σωκράτης ξεχνά την ανάγκη για διαλεκτική εξέταση. Θέλει να διαπιστώσει αν η παλιά αρχή που ακολουθούσε, μένει ακόμα ορθή, ή όχι. Αν, λοιπόν, η διαλεκτική εξέταση, στην περίπτωση αυτή, δείξει το δεύτερο, τότε βγαίνει το συμπέρασμα, πως η παλιά αρχή δεν κλείνει την απόλυτη αλήθεια, καθώς πίστευε. Έτσι, δε θα άξιζε να της θυσιάσει τη ζωή του. Και τονίζει:

«Θέλω, Κρίτων, να εξετάσω μαζί σου αυτό το θέμα, μήπως μου φανεί διαφορετική τούτη η γνώμη, επειδή βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση, ή ίδια κι απαράλλαχτη σαν τότε. Αν διαπιστώσουμε το πρώτο, θα την αφήσουμε να πάει στο καλό. Αν όχι, θα εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε στην ορθότητά της. Έτσι, όσοι νομίζουν ότι λένε κάτι σοβαρό, αυτά, πάνω κάτω, υποστηρίζουν, αν δεν πέφτω έξω, πως τις γνώμες που έχουν, που διατυπώνουν οι άνθρωποι, μερικές χρειάζεται να τις προσέχουμε, να τις εκτιμάμε, και μερικές όχι. Κάτι τέτοιο, Κρίτων, για την αγάπη των θεών, δε νομίζεις πως είναι ορθό; Γιατί εσύ, ο θεός να φυλάει, δεν κινδυνεύεις να πεθάνεις αύριο. Και, φυσικά, η συμφορά η δική μου δε σε αναστατώνει, για σκέψου, λοιπόν, δε νομίζεις πως δεν πρέπει όλες τις γνώμες των ανθρώπων να τις τιμούμε, παρά μερικές μονάχα;

Ναι, σωστό είναι αυτό, απαντά ο Κρίτων.

-Ώστε πρέπει να τιμούμε τις καλές, και τις κακές, τις λαθεμένες, όχι;

-Καλές γνώμες δεν είναι των φρόνιμων και κακές των ανθρώπων χωρίς φρόνηση;

Απ‘ αυτό το σημείο ο Σωκράτης αρχίζει να μιλά για τον έναν ειδικό και για τους πολλούς ανίδεους, αναπτύσσοντας στον Κρίτωνα την άποψη, ότι δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει και τόσο τί θα πει για μας ο πολύς κόσμος, μα τί θα πει εκείνος που νιώθει για τα δίκαια και τα άδικα, ο ένας, δηλαδή η αλήθεια. Το ζήτημά μας, όποιο κι αν είναι, οφείλουμε να το βγάλουμε από τον εαυτό μας, να ξεχάσουμε πως είναι αποκλειστικά προσωπικό μας ζήτημα, και να το μετρήσουμε πάνω στην αλήθεια, στην ιδέα εκείνη, που ο νους μας, χωρίς να επηρεάζεται, μας την έδειξε καθαρή, από κάθε αμφισβήτηση.

Κι επειδή καμιά από τις παλιές βασικές ιδέες του Σωκράτη δεν άλλαξε, η συζήτησή του με τον Κρίτωνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στη σκέτη ζωή, μα στην καλή ζωή. Γιατί καλή έντιμη, αξιοπρεπή, όμορφη και δίκαιη ζωή είναι το ίδιο πράμα.

«Ποιό από τα δυο είναι δίκιο; συνεχίζει ο Σωκράτης. Να προσπαθώ να δραπετεύσω χωρίς να το θέλουν οι Αθηναίοι, ή να μείνω στη φυλακή μου περιμένοντας να θανατωθώ, αφού αυτή είναι η θέληση των συμπατριωτών μου; Αν φαίνεται δίκαιη η δραπέτευσή μου, ας επιχειρήσουμε να την κάνουμε. Αν φαίνεται πάλι άδικη, ας την αφήσουμε. Όσο για εκείνες τις σκέψεις σου, σχετικά με τα χρήματα δηλαδή που χρειάζεται να ξοδευτούν, με την εντύπωση που θα σχηματίσει ο κόσμος όταν μείνω εδώ που είμαι, και με την ανατροφή των παιδιών, πρόσεξε, Κρίτων, μήπως όλα τούτα είναι λαθεμένες σκέψεις αυτών που απερίσκεπτα καταδικάζουν σε θάνατο ανθρώπους, και που θα τους ξανάφερναν στη ζωή, αν μπορούσαν, επίσης απερίσκεπτα, σκέψεις, δηλαδή, των πολλών. Εκείνων που οφείλουμε να τους αγνοούμε... Πρέπει, λοιπόν, κανείς να φοβάται την επίκριση και να ζητά τον έπαινο του ειδικού εκείνου, του ένα, κι’ όχι των ανίδεων πολλών».

Σ’ όλη του τη ζωή ο Σωκράτης δίδασκε πως δεν πρέπει να κάνουμε το άδικο, ακόμα κι αν αυτό δεν μας βγαίνει σε καλό, κι αν ακόμα αδικιόμαστε. Άρα και τώρα επιβάλλεται να συμμορφωθεί σε τούτη την αρχή, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν, με τη δραπέτευση, θα αδικηθούν εκείνοι που με κανένα τρόπο δεν πρέπει να αδικηθούν. Έτσι τέσσαρες αιώνες νωρίτερα, ο Σωκράτης στη φυλακή του, κήρυττε τα ίδια με τον ιδρυτή του χριστιανισμού: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς».

«Ώστε μήτε αδικία πρέπει να κάνουμε, μήτε κακό σε κανένα, κι αν ακόμα μας έβλαψαν με τον χειρότερο τρόπο. Όμως κοίτα πάλι, Κρίτων, μήπως, ενώ συμφωνείς σ’ αυτά μαζί μου, τα παραδέχεσαι χωρίς να θέλεις, δίχως να τα πιστεύεις. Γιατί ξέρω πολύ καλά πως σ’ ελάχιστους τούτες οι σκέψεις θα φανούν, και σήμερα κι αύριο σωστές».

Στο σημείο αυτό ο Σωκράτης, εισάγει στην ηθική ένα στοιχείο που πολύ δύσκολα μπορεί να το αναγνωρίσει ο ανθρώπινος εγωισμός. Στοιχείο ολότελα νέο. Είναι δίκαιο να σου κάνουν ό,τι κάνεις, έλεγε τότε χαρακτηριστικά κάποιο γνωμικό. Και ο πολύς ο κόσμος το παραδεχόταν για σωστό. Μα ο Σωκράτης, που δεν περιοριζόταν στα πλαίσια της κοινής γνώμης, μετατόπισε την ιδέα του δικαίου σ’ άλλες, απάτητες ακόμα περιοχές. Εδώ θέτει και πάλι ένα ακόμα βασικό θεμέλιο του Χριστιανισμού, καταργώντας το Μωσαϊκό νόμο, 400 χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού. «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος∙ Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ∙ ἀλλ’ ὅστις σε ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην».

«Υπέθεσε πως, εξακολουθεί ο Σωκράτης, ενώ ετοιμαζόμαστε να δραπετεύσουμε, έρχονται οι νόμοι και οι πολίτες και μας ρωτούν: Πες μας, Σωκράτη, τί σκοπεύεις να κάνεις; Δεν νιώθεις πως, μ‘ αυτό που επιχειρείς, καταστρέφεις εμάς τους νόμους και την πολιτεία ολάκερη, όσο σου περνά από το χέρι; Ή μήπως φαντάζεσαι πως μια πολιτεία μπορεί να διατηρηθεί και να μην ανατραπεί, όταν οι αποφάσεις των δικαστηρίων χάσουν το κύρος τους, μένουν χωρίς ισχύ, αφού τις καταπαύουν οι πολίτες; Τί απάντηση, Κρίτων, θα δίναμε σ‘ αυτά και σ‘ άλλα παρόμοια; Θα πούμε πως μας αδίκησε η πολιτεία; Και τότε τί θα πουν οι νόμοι; Πρώτα-πρώτα δεν σε γεννήσαμε εμείς και με τη δική μας προστασία δεν παντρεύτηκε ο πατέρας σου τη μητέρα σου και σ’ έσπειρε. Αφού γεννήθηκες, μεγάλωσες και μορφώθηκες σύμφωνα με τους νόμους, θα μπορούσες να πεις ότι δεν ήσουν δικός μας, παιδί μας, δούλος μας, όπως και οι πρόγονοί σου;».

Πάρα κάτω ο Σωκράτης συνεχίζει την ανάπτυξη των απόψεών του, υπογραμμίζοντας:

«Πιστεύεις, αλήθεια, πως εσύ κι εμείς οι νόμοι έχουμε τα ίδια δικαιώματα, ώστε όσα θέλουμε να σου κάνουμε είναι δίκαιο να τα κάνεις εσύ σ‘ εμάς; Μήπως απέναντι του πατέρα σου δεν είχες τα ίδια δικαιώματα, όπως κι απέναντι του αφεντικού σου; Κι όμως δε σου επιτρέπει η συνείδησή σου να τους κάνεις ό,τι σου έκαναν δηλαδή: Ούτε αν σ‘ έβριζαν να τους έβριζες, ούτε αν σ‘ έδερναν να τους έδερνες. Νομίζεις, λοιπόν, ότι απέναντι της πατρίδος και των νόμων μπορείς να αντιδράς ελεύθερα; Τόσο σοφός είσαι, ώστε να μη νιώθεις ότι κι από τον μητέρα κι από τον πατέρα κι απ‘ όλους τους άλλους προγόνους η πατρίδα είναι το πιο πολύτιμο, το πιο σεβαστό, το πιο ιερό, το ανώτερο πράμα, σύμφωνα με την αντίληψη των θεών και των μυαλωμένων ανθρώπων;». («μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον»).

Έτσι, πάνω από τα πρόσωπα και τα πράγματα, πέρα από αυτά, υψώνεται μια ιδέα, η πατρίδα, που, όπως την παρουσιάζει ο Σωκράτης, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το κοινωνικό χρέος, ο νόμος, η αλήθεια που μόνη της αποδείχνεται και που πρέπει να την εφαρμόζει ο άνθρωπος στη ζωή του ως πολίτης, για να γίνεται μπορετή η συμβίωση των ανθρώπων. Μετά τα πιο πάνω επιχειρήματα, οι νόμοι προσθέτουν τελικά:

«Καιρός είναι πια, Σωκράτη, να ακούσεις εμάς που σε αναθρέψαμε. Και μήτε τα παιδιά σου, μήτε τη ζωή, μήτε τίποτα άλλο να προτιμήσεις μπροστά στη δικαιοσύνη. Έτσι, όταν θα πας στον Άδη, μπορείς να απολογηθείς με όλα αυτά στους εκεί άρχοντες. Τώρα θα φύγεις για τον κάτω κόσμο, αν θα φύγεις, αδικημένος όχι από μας, τους νόμους, μα από τους ανθρώπους. Αν, όμως, το σκάσεις από τη φυλακή τόσο πρόστυχα, ανταποδίνοντας την αδικία και το κακό που σου έκαναν, αφού, δηλαδή, καταπατήσεις τις συμφωνίες και τις υποσχέσεις σου σ‘ εμάς και βλάψεις εκείνους που όφειλες να σεβαστείς τον εαυτό σου, τους φίλους σου, την πατρίδα σου, τους νόμους, τότε κι εμείς θα είμαστε θυμωμένοι μαζί σου όσο ζεις. Και στον κάτω κόσμο οι αδελφοί μας, οι νόμοι του Άδη, θα σε δεχτούν όχι ευνοϊκοί, αφού θα ξέρουν πως κι εμάς εδώ επιχείρησες να μας καταστρέφεις, όσο σου περνούσε από το χέρι. Πρόσεξε, λοιπόν, μήπως σε πείσει ο Κρίτων με τις υποδείξεις του περισσότερο από μας που σε συμβουλεύουμε.

Αυτά, αγαπητέ μου σύντροφε Κρίτων, μου φαίνεται πως τ‘ ακούω, όπως εκείνοι που μυούνται στα μυστήρια των Κορυβάντων πιστεύουν πως ακούν τους αυλούς τους. Και μέσα μου ο ήχος αυτών των λόγων βουίζει και σκεπάζει τον ήχο από τους άλλους λόγους. Πρέπει, λοιπόν, να νιώσεις πως όσα άκουσα τώρα μου φαίνονται σαν τα πιο ορθά και τα πιο καλά. Άδικα θα κοπιάσεις αν πεις πράγματα αντίθετα σε τούτα».

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η τελευταία μέρα του Σωκράτη

Βροχές και πτώση της θερμοκρασίας από σήμερα