Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ-ΚΟΣΜΟΒΙΟΛΟΓΙΑ-ΑΣΤΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ

ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ-ΚΟΣΜΟΒΙΟΛΟΓΙΑ-ΑΣΤΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

 

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ, συγγραφέα-ερευνητή

Η Κοσμοβιολογία, όρος που επινοήθηκε το 1914 από τον Βιεννέζο γιατρό Dr. Friedrich Feerhow (ψευδώνυμο του Dr. Wehofer) και συστηματοποιήθηκε από το Γερμανό Reinhold Ebertin, ιδρυτή και διευθυντή της Kosmobiologischen Akademie Aalen της Δυτικής Γερμανίας, είναι ένας νεότατος κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη της επιδράσεως των κοσμικών ακτίνων και των ηλιακών κηλίδων επάνω σε κάθε μορφή ζωής στην επιφάνεια της γης και αποτελεί μια νέα μέθοδο αστρολογικών υπολογισμών που εξετάζουν γενικότερα τη σχέση του σύμπαντος με τη ζωή στη γη, διατηρώντας κάποια βασικά στοιχεία της αρχαίας αστρολογίας, όπως είναι οι θέσεις των πλανητών και οι γωνίες που σχηματίζονται μεταξύ τους, κυρίως όμως μελετά και εξετάζει τις σχέσεις των γωνιακών αποστάσεων των πλανητών και των επιδράσεων που ασκούν οι σχέσεις αυτές επάνω στους ζωντανούς οργανισμούς της γης και ιδίως στους ανθρώπους.

Με τον  όρο Κοσμοβιολογία, ο Feerhow εννοούσε ότι η αστρολογία έπρεπε να βγει από μια μονόπλευρη συμβολική, μυθολιθική και προς το πεπρωμένο προσανατολισμένη μορφή και να ασχοληθεί με τις φυσικές επιστήμες και θεωρίες. Κοσμοβιολογία σήμαινε για τον γιατρό της Βιέννης Wehofer η διερεύνηση των φυσικών και επιστημονικών αστρολογικών φαινομένων, δηλαδή κάτι πέρα από τη συνήθη συμβολική όψη της αστρολογίας που μέχρι τότε είχε διατυπωθεί.

Αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος έγινε με το αναλογικό  πρότυπο του σύμπαντος, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σύμπαν σε μικρογραφία  με όλες τις δυνητικές συμπαντικές λειτουργίες. Αν πράγματι αυτό συμβαίνει τότε το ανθρώπινο σώμα θα είναι ένα αναλογικό πρότυπο του ηλιακού μας συστήματος με συνεπαγωγή όλων των κινήσεων και των παθών αυτού. Αλλά αν συμφωνήσουμε ότι το σώμα αποτελείται από μόρια και από ακόμα μικρότερα σωματίδια, τα άτομα, κάθε δε άτομο δεν είναι παρά ένα μικρό ηλιακό σύστημα, με ένα κεντρικό πυρήνα, γύρω από τον οποίο περιστρέφονται διάφορα σωματίδια (νετρόνια, ηλεκτρόνια), διαγράφοντας τροχιές κατά μία αρμονία ώστε να διατηρείται η τάξη, τότε πού βρίσκεται ο παραλογισμός να δεχθούμε ότι η εικόνα του ανθρώπου ομοιάζει με την εικόνα του σύμπαντος;

Και αφού έτσι συμβαίνει αν υπάρχουν κάποιοι  νόμοι που συγκρατούν το σύμπαν σε ένα ενιαίο όλο, ώστε αυτό ούτε να φθείρεται, ούτε να καταστρέφεται, παρά μόνο να μεταβάλλεται, τότε θα είναι φυσικό οι ίδιοι νόμοι αναλογικά να επηρεάζουν και να ρυθμίζουν την κάθε μορφή ζωής. Κατά συνέπειαν είναι λογικό κατά το πρότυπο της αρμονίας της περιστροφής και της ζωής των ουρανίων σωμάτων, να λειτουργεί με την ίδια αρμονία και το ανθρώπινο σώμα και ολόκληρος ο οργανισμός.

Για να καταστεί αυτό δυνατόν, είναι αναγκαίο να υπάρχουν κάποιες αναλογίες μεταξύ των ουρανίων σωμάτων και των  οργάνων του σώματος, αφού ολόκληρος  ο κόσμος αποτελείται από αναλογίες, όπως αποδεικνύεται από την επιστήμη των αριθμών, των ποσών, των μεγεθών και των ειδώλων. Έτσι παρακολουθώντας την αρμονία των σφαιρών και μεταφέροντας αυτήν κατ’ αναλογία στην ανθρώπινη υπόσταση, προκύπτει αναλογική γνώση των οργανικών, ψυχικών, συναισθηματικών και νοητικών λειτουργιών, σύμφωνα με την τάξη και την αρμονία που προσδίδεται από τη φύση.

Κατά την  αστρολογία, η επιστήμη που ασχολείται με την παρακολούθηση και τη συσχέτιση των μακροκοσμικών και μικροκοσμικών γεγονότων, αναφορικά με την επίδραση των αστρικών διαμορφώσεων του στερεώματος και συνάγει συμπεράσματα επί της βιολογικής συστάσεως του ανθρώπου, επί της ιδιοσυστασίας και επί της ιδιοσυγκρασίας αυτού, επί των παθολογικών και νοσογόνων προδιαθέσεων, καλείται Αστροϊατρική, εκφραζόμενη με τις μελέτες και παρατηρήσεις των σύγχρονων επιστημών της Αστροβιολογίας και Κοσμοβιολογίας.

Η σημερινή επιστημονική αστρολογία συνοψίζεται  στα εξής σημεία: Το Σύμπαν αποτελεί ένα σύνολο εξ’ ολοκλήρου ζων. Το ηλιακό μας σύστημα είναι μία  οικογένεια της οποίας τα μέλη ευρίσκονται σε στενή σχέση μεταξύ τους και δρουν αμοιβαία. Κάθε πλανήτης είναι ένα είδος ισχυρού ηλεκτρομαγνήτου ο οποίος επηρεάζει και επηρεάζεται από τους άλλους. Συνεπώς και η γη. Κατόπιν αυτών μπορούμε να ορίσουμε την αστρολογία και να της αποδώσουμε την πραγματική της θέση στον κύκλο του επιστητού.

Αστρολογία  λοιπόν είναι η φυσική επιστήμη  η οποία αναζητεί και ευρίσκει  τις σχέσεις τις υφιστάμενες  μεταξύ των γήινων φαινομένων  και των δονήσεων τόσον μηχανικών,  όσον ψυχικών και νοητικών  των ουρανίων σωμάτων. Είναι η επιστήμη που μελετά τις επιδράσεις μεταξύ των ουρανίων σωμάτων, η καλουμένη Κοσμοβιολογία. Μακράν από του να είναι μία απλή μαντική τέχνη, όπως οι πλείστοι των ανθρώπων νομίζουν, έχει πολύ γενικότερο χαρακτήρα εκτεινόμενη εις απείρως ευρύτερους ορίζοντες. Με άλλα λόγια αστρολογία είναι η εμπειρική επιστήμη η ασχολούμενη με τη συνάρτηση ήτις υφίσταται μεταξύ των ουρανίων σωμάτων και των φυσικοχημικών, βιολογικών και ψυχολογικών λειτουργιών των όντων επί της επιφανείας της γης.

Ένας εκ των σημαντικότερων πρωτοπόρων της ολοκληρωμένης κοσμοβιολογικής θεωρίας ήταν ο R. Ebertin, ο οποίος δέχθηκε αυτόν τον όρο ήδη πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο για να αντιπαραταχθεί απέναντι στην κακώς νοούμενη και εκφραζόμενη αστρολογία αλλά και για να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη φιλοσοφική και θεωρητική όψη η οποία ήταν πέρα από την παραδοσιακή μορφή της αστρολογίας. Ο Ebertin, αποστασιοποιήθηκε από τη σχολή του Witte, την ονομαζόμενη «The Hambourg School», που λειτουργούσε από το 1920 στη Γερμανία και διαμόρφωσε μια απλουστευμένη αστρολογική επιστήμη αλλά εν τούτοις σαφή και απλή την οποία αποκάλεσε Κοσμοβιολογία. Ο Ebertin, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια για να εκσυγχρονίσει και να αναδομήσει την αστρολογία ώστε να επανακτηθεί ο σεβασμός ως προς την αξιοπιστία της. Έτσι αποδεχθείς τον όρο Κοσμοβιολογία, τον επεξέτεινε και τον συστηματοποίησε στις μεθόδους των εργασιών και των ερευνών του, ώστε να προσφέρει μια νέα ευκαιρία αναβιώσεως της αρχαίας αυτής επιστήμης και τέχνης, η οποία παρέχει μια άποψη ερμηνείας της υπάρξεώς μας στη γη υπό τη θεϊκή καθοδήγηση.

Ο Ebertin έκανε διάφορες θεμελιώδεις αναθεωρήσεις της παραδοσιακής αστρολογίας, κυρίως όμως επαναξιολόγησε την παραδοσιακή ταξινόμηση των αρμονικών και δυσαρμονικών πλανητικών όψεων, γεγονός που θεωρείται ως το πλέον αξιοσημείωτο. Η εστίαση στις «πλανητικές εικόνες», οι κοσμικοί αστερισμοί και η εκτενής χρήση των μεσαίων σημείων, είναι χαρακτηριστικά στοιχεία που διερευνά η Κοσμοβιολογία. Έτσι αναπτύχθηκε ένας επιστημονικός κλάδος που ερευνά τους πιθανούς συσχετισμούς μεταξύ του κόσμου και της οργανικής ζωής, και τα αποτελέσματα των κοσμικών ρυθμών και της αστρικής κινήσεως στον άνθρωπο. Η Κοσμοβιολογία δίνει έμφαση στην έρευνα των ποσοτικών και στατιστικών παρατηρήσεων και ιδιαίτερη προσοχή στη συγκριτική μέθοδο, με βάση την οποία μελετάται η καταγραφή των όμοιων περιπτώσεων που συγκεντρώνονται, προκειμένου να απομονώσουν τους κοινούς παράγοντες και τα κοινά στοιχεία. Στην πραγματικότητα, η Κοσμοβιολογία είναι περισσότερο διαδεδομένη ως «Ουράνιος Αστρολογία», ένας όρος που πλάθεται στις ΗΠΑ και που διδάσκεται αρχικά στη δεκαετία του 50 και στη δεκαετία του 60 από τον Hans Niggeman στη Νέα Υόρκη. Η Κοσμοβιολογία δεν χρησιμοποιεί τους πλανήτες ούτε το σύνθετο σύστημα των πλανητικών όψεων αλλά τα άμεσα και έμμεσα μεσαία σημεία, και αγνοεί το σύστημα των οίκων.

Η Κοσμοβιολογία  έχει τις ρίζες της στην ιστορική συνειδητοποίηση της ενότητας του κόσμου και της αναλογίας του μικροκόσμου μετά του μακροκόσμου. («το προς τα κάτω αναλογεί το προς τα άνω και το προς τα άνω είναι ανάλογον τω προς τα κάτω προς επιτέλεσιν των θαυμασίων του Ενός μόνου πράγματος». Ερμού Τρισμεγίστου. Σμαράγδινος Πίναξ, προτροπή 2). Το κύριο έργο του Ebertin,«Συνδυασμός των αστρικών επιρροών», που αποτελεί τη «Βίβλο» της Κοσμοβιολογίας, ανήκει από την πρώτη έκδοσή του τη δεκαετία του 30, και είναι από τα περισσότερο μελετημένα έργα για την ερμηνεία ενός κλασσικού κοσμογραφήματος της κοσμοβιολογίας και της απόλυτα επιστημονικής αστρολογίας. Εκτός των Γερμανικών, το έργο αυτό έχει εκδοθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ολλανδικά και Σουηδικά.

Όρος που χρησιμοποιήθηκε από  τον Rene Berthelot για να δηλώσει την παλαιά δοξασία ότι όλα τα φαινόμενα του σύμπαντος συνδέονται στενά μεταξύ τους με αριθμητικές και αισθητικές συγχρόνως σχέσεις. Ειδικότερα είναι κλάδος της επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη της ζωής στο σύμπαν και στηρίζεται στα επιτεύγματα της αστρονομίας, της βιολογίας και της βιοχημείας. Η Αστροβιολογία συνεργάζεται στενά με τη διαστημική βιολογία και με τη διαστημική ιατρική, για τη λύση ορισμένων προβλημάτων. Το κύριο πρόβλημα της Αστροβιολογίας είναι η μελέτη των συνθηκών που υπήρξαν για να εμφανισθεί και να εξελιχθεί η ζωή στη Γη, η οποία είναι διαστημικό σώμα. Με το πρόβλημα αυτό ασχολείται και η κοσμογονία. Σε μια ατμόσφαιρα με βασική σύνθεση, αν έχουμε εξωτερική ακτινοβολία ή ηλεκτρικές εκκενώσεις, είναι δυνατός ο σχηματισμός πολύπλοκων ενώσεων, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξέλιξη της ζωής. Η φωτοσύνθεση, που καθορίζεται από τη δραστηριότητα των φυτών, συντέλεσε στο να οξειδωθεί σιγά-σιγά η γήινη ατμόσφαιρα.

Η παρουσία του οξυγόνου στη σύνθεση της ατμόσφαιρας ενός πλανήτη, είναι ένδειξη ότι εκεί υπάρχει ζωή. Από τις μέχρι τώρα πληροφορίες, φαίνεται ότι η ζωή δεν είναι δυνατή σε όλους τους πλανήτες του ηλιακού συστήματος. Εξακριβώθηκε ότι η ζωή είναι αδύνατη στη Σελήνη, τον Ερμή και την Αφροδίτη. Στον Άρη, αν και η ατμόσφαιρα είναι πολύ αραιή, η ποσότητα των υδρατμών μηδαμινή και η θερμοκρασία χαμηλή, είναι δυνατό να υπάρχουν ορισμένες μορφές γήινης ζωής, όπως αποδείχθηκε από εργαστηριακά πειράματα. Ιδιαίτερο πρόβλημα της αστροβιολογίας αποτελεί η αναζήτηση ζωής και έξω από το ηλιακό μας σύστημα. Σημαντικός αριθμός αστέρων του δικού μας Γαλαξία μπορεί να έχουν συνθήκες κατάλληλες για την ύπαρξη ζωής, στους οποίους μπορεί να έχουν αναπτυχθεί πολιτισμοί σε επίπεδο ανώτερο από το επίπεδο του γήινου πολιτισμού. Στις 5-11 Σεπτεμβρίου του 1971 στο αστροφυσικό αστεροσκοπείο του Byurakan  της Ακαδημίας Επιστημών της ΣΣΔ της Αρμενίας, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αμερικανό-σοβιετική συνδιάσκεψη. Το συμπόσιο του Byurakan  είχε τεράστια σημασία για το πρόβλημα της εξωγήινης ζωής. Οι επιστήμονες έδωσαν απαντήσεις στις διάφορες πτυχές του προβλήματος της εξωγήινης ζωής και το κυριότερο, χάραξαν νέους δρόμους για τις περαιτέρω έρευνες. Το βασικό συμπέρασμα από τις ομιλίες και τις συζητήσεις είναι ότι αναγνώρισαν ότι μπορεί με μεγάλες πιθανότητες να υπάρχουν πολλά πλανητικά συστήματα στο Γαλαξία.

Κεντρικό θέμα του συμποσίου ήταν η εξέταση του προβλήματος της διαστρικής επικοινωνίας. Τα συμπεράσματα από τη συνδιάσκεψη ήταν τα εξής: α) Αν κάποτε ανακαλυφθούν εξωγήινοι πολιτισμοί, τούτο θα ασκήσει τεράστια επίδραση στο επιστημονικό και τεχνολογικό δυναμικό της ανθρωπότητας, β) το τεχνολογικό και επιστημονικό δυναμικό του πλανήτη μας επαρκεί για να αρχίσουν συγκεκριμένες έρευνες για την αναζήτηση εξωγήινων πολιτισμών, γ) εξετάσθηκαν με λεπτομέρειες τα διάφορα σχέδια για την αναζήτηση εξωγήινων πολιτισμών. Για την πραγματοποίησή τους θα απαιτηθεί σημαντικός χρόνος και προσπάθειες, καθώς και όσα μέσα διατίθενται για τις διαστημικές και πυρηνικές έρευνες και δ) η συνδιάσκεψη συνιστά να αρχίσουν νέες έρευνες για την αναζήτηση σωμάτων από εξωγήινους πολιτισμούς.

Αυτό  που επιβάλλεται σαν αναγκαιότητα, είναι η περαιτέρω διερεύνηση των αστρολογικών θέσεων υπό ευρύτερη επιστημονική θεώρηση, όπως αυτό ήδη  γίνεται σε πολλά ερευνητικά και  επιστημονικά κέντρα διεθνώς, ώστε να διαπιστωθεί, όπως είπε ο Rene Berthelot, αν η παλαιά δοξασία, ότι όλα τα φαινόμενα του κόσμου είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους με αριθμητικές και αισθητικές σχέσεις, τόσον ως προς την πορεία των άστρων, όσον και ως προς την αύξηση των φυτών και στην ανάπτυξη των εμψύχων όντων είναι αληθινή. Τα χαρακτηριστικά δε αυτά συνιστούν τη σύγχρονη επιστήμη της Αστροβιολογίας, η οποία αναζητά να κατανοήσει την αρχή της δημιουργίας της ζωής, τους συνδυασμούς των βιογενετικών συνθέσεων για τη δημιουργία της, πώς η ζωή επηρεάζει και επηρεάζεται από το περιβάλλον από το οποίο προήλθε και τελικά πώς και κατά πόσον επεκτείνεται πέραν από την πλανητική της προέλευση. Μελετά πώς η ζωή αναπτύσσει την ικανότητα να ανταλλάσσει πληροφορίες δια μέσου των οργανισμών και πώς αυτοί οι οργανισμοί παίρνουν πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον. Αναζητά επίσης να ορίσει ένα φιλοσοφικό και πραγματικό υποστύλωμα για το πώς η θέση της ζωής στο σύμπαν μπορεί να εξερευνηθεί στα περίπλοκα επίπεδα της αλληλεπιδράσεως του μοριακού και ενεργειακού φάσματος των πλανητών και εν γένει του γαλαξιακού φαινομένου.

«Εφ' όσον, είπε ο γεωφυσικός L. Golovanov, δεν γνωρίζουμε τους νόμους της φύσεως που υπάρχουν και λειτουργούν χωρίς την επίγνωσή μας, γινόμαστε σκλάβοι του τυφλού αναπόφευκτου. Όταν όμως γνωρίζουμε τους νόμους αυτούς που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη θέλησή μας η την αντίληψή μας, γινόμαστε κύριοι της φύσεως». Αναμφίβολα υπάρχει αιτιοκρατία στην εκδήλωση των φυσικών φαινομένων. Η αιτιοκρατία όμως αυτή δεν πρέπει να ταυτισθεί με την χονδροειδή μοιρολατρεία. Το να αποφεύγουμε δια της γνώσεως τις δυσμενείς επιπτώσεις δεν σημαίνει ότι καταστρατηγούμε τους φυσικούς νόμους, διότι το ΓΙΓΝΩΣΚΕΙΝ είναι ΔΥΝΑΣΘΑΙ.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
5η Εκδήλωση Κοινωνικής Υπευθυνότητας της ΕΕΔΕ – Τμήμα Μακεδονίας

ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ-ΚΟΣΜΟΒΙΟΛΟΓΙΑ-ΑΣΤΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ