Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Casablanca

Casablanca
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Αξιολόγηση *****

Σκηνοθεσία: Μάικλ Κέρτιζ

Παίζουν: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Κλοντ Ρέινς, Πίτερ Λόρε.

Διάρκεια: 102’

Προβάλλεται στο Απόλλων

Ποια είναι άραγε τα στοιχεία που αναγορεύουν μία ταινία σε θρύλο και της χαρίζουν την αθανασία; Η απάντηση είναι μάλλον ταυτοχρόνως απλή και σύνθετη. Σύνθετη υπό την έννοια πως πρέπει να συντρέχουν πολλά στοιχεία παράλληλα που να δίνουν το χρίσμα του εκλεκτού στην ταινία. Απλή, διότι οι μηχανισμοί που οδηγούν στην διαχρονική αποτύπωση είναι απλούστεροι απ’ όσο θέλουμε ενίοτε να πιστεύουμε. Τυπική περίπτωση, οι απελπιστικά εύστοχες, θανατηφόρα γοητευτικές, θρυλικές ατάκες, ένας τομέας όπου η «Καζαμπλάνκα» παίζει χωρίς αντίπαλο. Η λίστα του American Film Institute με τις 100 διασημότερες ατάκες στην ιστορία του σινεμά μαρτυρά του λόγου το αληθές, καθώς η «Καζαμπλάνκα» φιγουράρει στην κορυφή με 6 (!) ατάκες.

Η ταινία βασίζεται στο θεατρικό των Μάρεϊ Μπαρνέτ και Τζόαν Άλισον «Everybody comes to Rick’s», στην πλοκή του οποίου οι σεναριογράφοι της ταινίας, αδερφοί Επστάιν, προέβησαν σε πάμπολλες αλλαγές. Κυριότερη μεταβολή η μεταφορά της δράσης από τη Βιέννη στη μαροκινή Καζαμπλάνκα που δεν επιλέχτηκε τυχαία, καθώς ταιριάζει πλήρως με το επιδιωκόμενο ύφος και τις επιθυμητές αποχρώσεις του σεναρίου. Η Καζαμπλάνκα λοιπόν ως τόπος (αυτό)εξορίας, ως καταφύγιο απελπισμένων, ως στρατόπεδο μίας άλλης «Λεγεώνας των ξένων», ως πεδίο διέλευσης για μία σωτήρια φυγή.

Σε αυτή την τελευταία τρύπα του ζουρνά λοιπόν, έχει βρει καταφύγιο και ο Ρικ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), ένας Αμερικάνος στο διαβατήριο αλλά με ρίζες οριστικά αποκομμένες και μόνη πατρίδα το night club του, όπου και μαζεύεται μία αμφιβόλου ποιότητας πελατεία. Ενώ το παρελθόν μοιάζει μια ανάμνηση οριστικά θαμμένη, από το πουθενά στέκεται ενώπιόν του ολοζώντανο, με τη μορφή της παλιάς του αγαπημένης ονόματι Ίλσα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) και τραγουδά την επανεμφάνισή του στο πιάνο με το ως τότε απαγορευμένο τραγούδι. Η περσόνα του Ρικ συνοψίζει τους κανόνες που ισχύουν στο σύμπαν της Καζαμπλάνκα. Οι ήρωες δεν πατούν κάπου συγκεκριμένα, δεν έχουν μία και μοναδική ταυτότητα. Κινούνται σε ένα κόσμο αβεβαιότητας, οι ενέργειές και ο χαρακτήρας τους διαμορφώνονται στιγμή προς στιγμή.

Ο Ρικ εκ πρώτης όψεως αναδύει μία ηθική επιληψιμότητα, σταδιακά όμως κατανοούμε τον προσωπικό του κώδικα τιμής που θα υπερβεί τα ιδιοτελή κίνητρα. Οι πολλαπλές όψεις της προσωπικότητάς του θα αποδοθούν εξάλλου από τις πολυάριθμες προσφωνήσεις στις οποίες απαντά, στοιχείο που συμβολίζει την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του. Η Ίλσα έχει αποδεχθεί το βάρος της femme fatale, η οποία όμως δεν αποζητά την εξουσία και την επιβολή, αντιθέτως συντρίβεται από το βάρος της επιλογής, αποστρέφεται το να πληγώνει. Το ερωτικό τρίγωνο δεν θα βασιστεί στους γνώριμους κανόνες ανταγωνισμού αλλά στην πλειοδοσία ανιδιοτέλειας και υποχωρητικότητας. Ο τρίτος πόλος που θα κλέψει την παράσταση δεν είναι η τρίτη κορυφή του τριγώνου αλλά ο αστυνομικός Ρενό (Κλοντ Ρέινς) με τη μεταβαλλόμενη ηθική, την λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, την αμφισημία χαρακτήρα και επιλογών, το υποδόριο και ειρωνικό χιούμορ. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Μάικλ Κέρτιζ, έχει αδίκως παραμεληθεί όσον αφορά τα εύσημα που έχει διαχρονικά και αφειδώς εισπράξει η ταινία του. Με δυνατή εικονοπλασία αφήνει την καλοδουλεμένη του κλασική αφήγηση να κυλά αρμονικά, κάνοντας μία δύσκολη λεπτοδουλειά να φαντάζει εύκολη υπόθεση. Ο απαλός φωτισμός αναδεικνύει τα ηθικά διλήμματα, η διακριτικότητά της σκηνοθετικής ματιάς αφήνει το γεμάτο ερωτηματικά σενάριο να αναπνεύσει.

Η «Καζαμπλάνκα» δεν διεκδικεί πρωτεία καινοτομίας, ίσα ίσα θρέφεται από τα αρχετυπικά της σύμβολα, παίρνει οξυγόνο από τα κλισέ της που την κάνουν αγαπητή. Ο πολέμιος της ταινίας Ουμπέρτο Έκο μιλώντας για αυτήν στα πλαίσια διάλεξης μάλλον έθεσε τα πράγματα σε μία πολύ σωστή βάση: «Η Καζαμπλάνκα δεν είναι μία ταινία, είναι μία ανθολογία από ταινίες. […] Όταν μας κατακλύζουν δίχως αιδώ όλα τα αρχέτυπα, αγγίζουμε ομηρικά βάθη. Δύο κλισέ προκαλούν το γέλιο, εκατό μαζεμένα μας συγκινούν…»

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Crazy, stupid, love

Αρχίζει αύριο το Reworks στη Βίλκα