Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Προ 9 ημερών, το βράδυ της προηγούμενης Παρασκευής, οι διαδηλωτές στην Ταχρίρ πανηγύριζαν για την αποχώρηση του Χόσνι Μουμπάρακ. Όπως και ο Μπεν Αλί, έτσι και ο δικτάτορας της Αιγύπτου, απομακρύνθηκε από την εξουσία, καθώς το πλήθος δεν πτοήθηκε από τις τακτικές καταστολής και δεν θαμπώθηκε από τις ψεύτικες υποσχέσεις περί αλλαγής. Η εξέγερση έχει πλέον μεταδοθεί σε Υεμένη, Λιβύη, Μπαχρέιν εν είδει ντόμινο. Η ειρωνεία εντοπίζεται στην μετάδοση, εν είδει παρτιτούρας, της καθεστωτικής αντίδρασης και δυτικής ρητορικής. Οι δικτατορίες εφάρμοσαν και εφαρμόζουν τις ίδιες τακτικές αντιμετώπισης, σαν βγαλμένες από εγχειρίδιο. Η καταστολή προβλέπει ένστολους αστυνομικούς, μετέπειτα πληρωμένους κακοποιούς και μετέπειτα υποσχέσεις για μετασχηματισμό κυβέρνησης. Παράλληλα, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση αρχικά στηρίζουν τον εκάστοτε δικτάτορα, μέχρι να αναγκαστούν να τον παραγκωνίσουν, λόγω της λαϊκής εξέγερσης.
Η σύνδεση ανάμεσα στην καθεστωτική απάντηση στις εξεγέρσεις, προ μηνός και άνω, στην Τυνησία μέχρι, την Παρασκευή, στο Μπαχρέιν δεν είναι κάτι ανεξήγητο. Οι δικτατορίες Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής βρίσκονται υπό την καθοδήγηση και την οικονομική στήριξη του Πενταγώνου εδώ και δεκαετίες. Εξ ου και μοιράζονται την ίδια στρατηγική βίας, καταστολής και βασανιστηρίων. Ειρωνικά, ωστόσο, είναι η ίδια στρατηγική που την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, κατά την οποία το πλήθος εξεγέρθηκε μαζικά, προκάλεσε (έπειτα από χρόνια σιωπής) διεθνή κατακραυγή και ουσιαστικά έφερε και την αποχώρηση Μπεν Αλί και Μουμπάρακ. Βλέποντας τον ύπατο πυλώνα καθεστώτων όπως της Αιγύπτου, τον στρατό, να αδυνατεί να παρέμβει, για λόγους κάθε άλλο παρά ανθρωπιστικούς, και την πιθανότητα μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας στην Μέση Ανατολή φτάνουμε πλέον στους συνειρμούς.
Κοιτώντας προς Ανατολική Μεσόγειο
Η απαίτηση των εκατομμυρίων Αιγυπτίων για εκδημοκρατισμό της χώρας, μας φέρνει συνειρμικά αντιμέτωπους με την πραγματικότητα της δημοκρατίας στην Ελλάδα, εντός του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η Ελλάδα, της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, λόγω της οικονομικής κρίσης (μια κρίση των ισχυρών και των τραπεζών), αντιλήφθηκε το πραγματικό status quo στη χώρα. Το τερατούργημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο πολεμά, νικηφόρα έως τώρα, για την προστασία και περαιτέρω επιβολή του νεοφιλελευθερισμού είχε κάνει ήδη τις στρατηγικές του κινήσεις, όπως το τέλος στους εθνικούς δασμούς (το 1957 στη Ρώμη) και, μέσω της δημιουργίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, το τέλος της υποτίμησης εθνικού νομίσματος (Μάαστριχτ 1992). Η τελειωτική βολή ήταν το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, που μετονομάστηκε ώστε να υπογραφεί, Συνθήκη της Λισαβόνας, το οποίο προβλέπει ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων υπηρεσιών και επιχειρήσεων. Εκ των πραγμάτων, η λέξη φετίχ (βλέπε λιτότητα) είναι θεσμικό κομμάτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς, είναι η μοναδική «λύση», ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα, για τους 17 του ευρώ είναι η καρατόμηση του εργατικού κόστους.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακολούθησε κατά γράμμα την προβλεπόμενη γραμμή της Ε.Ε., ενώ, μάλιστα, (πιο πρόσφατα) έχει ταχθεί υπέρ του Βερολίνου και όσον αφορά το «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας», το οποίο θα συζητηθεί στη Σύνοδο Κορυφής στις 11 Μαρτίου. Καθώς φαίνεται βρίσκεται σε φοβερή βιασύνη να παραδώσει ολοκληρωτικά την εθνική κυριαρχία (και ταυτόχρονα τον εθνικό πλούτο μέσω της περίφημης «αξιοποίησης»). Σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα της ελληνικής δημοκρατίας, επιφύλασσε μια ειρωνική παραδοχή η Wall Street Journal της προηγούμενης βδομάδας. Οι Έλληνες εργαζόμενοι, σύμφωνα με δημοσίευμα της εν λόγω εφημερίδας, δουλεύουν κατά μέσο όρο 42 ώρες την εβδομάδα, έναντι 35,8 των Γερμανών και 31 των Ολλανδών, με κατά πολύ χαμηλότερους μισθούς, έναντι εκείνων των πλούσιων ευρωπαϊκών χωρών. Εν συνεχεία, μάλιστα, η παραδοσιακά νεοφιλελεύθερη εφημερίδα, διαπίστωνε πως «Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν βρίσκεται στο κόστος εργασίας, αλλά στη χαμηλή παραγωγικότητα». Ο Παπανδρέου, ωστόσο, θα χρειαστεί, καθώς φαίνεται, την διαρκή λιτότητα του «Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας» για να πειστεί, ενώ ο Γαλλογερμανικός άξονας θα μειδιά σαρδόνια.