Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Οι ομπρέλες του Χερβούργου

Οι ομπρέλες του Χερβούργου
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Αξιολόγηση **** ½

Σκηνοθεσία: Ζακ Ντεμί

Παίζουν: Κατρίν Ντενέβ, Νίνο Καστελνουόβο, Μαρκ Μισέλ, Αν Βερνόν

Διάρκεια: 91’

Προβάλλεται στο Απόλλων

Στο κείμενο της προ-προηγούμενης Πέμπτης είχαμε ασχοληθεί με το ντεμπούτο του Ζακ Ντεμί, την ασπρόμαυρη «Λόλα», η οποία εκτυλίσσεται στη γενέτειρα του σκηνοθέτη, Ναντ. Ο Ντεμί, όντας λάτρης της γαλλικής επαρχίας και αρνητής της παριζιάνικης κουλτούρας, επιλέγει τη Νίκαια για σκηνικό της επόμενης ταινίας του (Λιμάνι των αγγέλων, 1963), μίας παθιασμένης αλλά ταυτόχρονα τρυφερής καθόδου στην ηδονική φύση του τζόγου και την υποδόρια σύνδεσή της με τις έννοιες του πεπρωμένου και της τυχαιότητας. Ένα χρόνο αργότερα, μας καλεί να αφήσουμε την γαλλική Ριβιέρα και να ταξιδέψουμε στο τρίτο κατά σειρά λιμάνι της φιλμογραφίας του, στο Χερβούργο της Νορμανδίας. Η ατμόσφαιρα της πόλης είναι κατά κανόνα μουντή, με τη βροχή να κυριαρχεί. Η κινηματογραφική όμως βροχή του Ντεμί δεν θα μας καταθλίψει ούτε στιγμή, διότι οι άνθρωποι κρατάνε στα χέρια τους πολύχρωμες ομπρέλες, σύμβολα ονειροπόλησης και διαφυγής, δικλείδες αθωότητας σε ένα κόσμο τόσο περίτεχνα πλαστό που καταντά αληθινός και που λίαν συντόμως θα χαθεί οριστικά. Ο Ντεμί από το Χερβούργο θα επιστρέψει πάντως για λίγες μέρες στη γαλλική Ριβιέρα. Πρέπει να παραλάβει τον Χρυσό Φοίνικα από το Φεστιβάλ των Καννών για το ίσως πιο περίτεχνο μιούζικαλ στην ιστορία του κινηματογράφου, μία δημιουργία τόσο ιδιόμορφη που στην ουσία υπερβαίνει όλους τους κανόνες του είδους.

Στο Χερβούργο λοιπόν, οι πρωταγωνιστές δεν μιλούν αλλά τραγουδούν. Τραγουδούν δίχως χορογραφία, δίχως την ανάγκη της ατμόσφαιρας, ανά πάσα στιγμή, σε όλες τις στιγμές, σε κάθε στιγμή, παντού και πάντα. Μέσα από τα τραγούδια τους, εξυμνείται ο αμόλυντος και απόλυτος έρωτας, αναπλάθεται η οδύνη και το σκοτάδι της εγκατάλειψης, σκιαγραφείται το μέλλον, γενικά πλάθεται το κενό αέρος όπου κατοικούν οι ήρωες του Ντεμί. Σε ένα κόσμο που υπερβαίνει το χειροπιαστό και το φυσικό αλλά δεν είναι επ’ ουδενί αποκύημα της φαντασίας. Με οδηγό ένα αντικείμενο ή ένα χώρο που δεν ορίζεται απαραίτητα από την υπό στενή έννοια γεωγραφία, οι χαρακτήρες του Ντεμί ενθουσιάζονται και βυθίζονται σε ένα σύμπαν όπου όλα μετράνε λίγο παραπάνω από το σύνηθες, με πρώτο και καλύτερο τον έρωτα. Σε αυτό το κλειστό χωρικό κύκλωμα παρεισφρέει και ο χρόνος, πάντα με τη μορφή είτε της απώλειας είτε του λανθασμένου συγχρονισμού. Οι ερωτευμένοι δεν θα συμπέσουν ποτέ, αντιθέτως μια ζωή ολάκερη θα τρέχουν να προλάβουν ο ένας τον άλλο και θα βιώνουν στο πετσί και την καρδιά τους το πέρασμα του χρόνου. Τα τραγούδια όμως δεν μας σερβίρονται σκέτα, αλλά με τη συνοδεία της μουσικής του κινηματογραφικού Διόσκουρου του Ντεμί, Μισέλ Λεγκράν. Οι δυο τους θα συγκροτήσουν ένα δίδυμο που θα προσδώσει άνευ προηγουμένου διαστάσεις τόσο στον τομέα της συνεργασίας μεταξύ σκηνοθέτη και συνθέτη όσο και στην έννοια της μουσικότητας μίας ταινίας. Η μουσική είτε συμπληρώνει τα δρώμενα είτε έρχεται σε αντίστιξη μαζί τους, οδηγεί τις καταστάσεις, ενίοτε καταπίνει και άλλοτε αγκαλιάζει τους πρωταγωνιστές. Εν ολίγοις, ο συνδυασμός μουσικής και τραγουδιστών διαλόγων συνιστά τον πρώτο βασικό πυλώνα πρωτοτυπίας στο φιλμικό σκελετό.

Ο δεύτερος άξονας καινοτομίας έγκειται στο χρώμα που πλημμυρίζει τα πλάνα, που αποτελεί μόνιμο καθρέφτη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Οι ήρωες προσδιορίζονται χαρακτηρολογικά από τη θέση που λαμβάνουν σε τοιχογραφίες χρωμάτων, ενώ οι χρωματικές παραλλαγές και διαφοροποιήσεις υποδηλώνουν τις ραγδαίες αλλαγές, τις σαρωτικές μεταβολές που επιφέρει ο χρόνος και η πραγματική ζωή. Το έντονο χρώμα λογίζεται εξαρχής ως φορέας διαφορετικότητας και οι χρωματικές αντιθέσεις αναπαριστούν τις συγκρούσεις, τις καταφανείς αποδείξεις απόστασης και διαφοροποίησης. Οι χρωματικές συμφωνίες και ασυμφωνίες λειτουργούν ως πυξίδα ως προς την τροπή που λαμβάνουν οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Για του λόγου το αληθές, όταν επέλθει το τέλος, το λευκό θα κυριαρχεί παντού, στο χιόνι, στα ρούχα, στις ταπετσαρίες των τοίχων.

Σε αυτή τη μονίμως ενεργή και σημαίνουσα χρωματική παλέτα, σε αυτό το λαλίστατο τραγουδιστό φόντο, ο Ντεμί φέρνει σε πέρας μία από τις πιο δύσκολες κινηματογραφικές αποστολές. Να πει κάτι σύνθετο μέσα από την απλότητα της γραφής του. Με τρόπο φαινομενικά απλοϊκό, νιώθουμε μία απουσία βαρύνουσα, αυτή που επέρχεται από ένα μακρινό πόλεμο, αυτόν που διεξάγεται στην Αλγερία και θα είναι πάντα παρών, ακόμη και αν δεν εμφανίζεται ποτέ εντός κάδρου. Το βασικότερο όμως είναι ότι θα συναισθανθούμε τις συνέπειές του. Το χρώμα θα φθίνει μέχρι να γίνει λευκό του θανάτου και του συμβιβασμού, η βροχή θα στερεοποιηθεί σε χιόνι που θα μας παγώσει και η ανεμελιά θα αντικατασταθεί από βιασύνη και ανάγκες. Τίποτα δεν θα είναι ποτέ το ίδιο, πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Σύστημα πληροφόρησης των οδηγών και έξυπνα φανάρια και μέσα στην πόλη!

Ποσοστά του… 1961 θα προσεγγίσει η ανεργία