Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος
Οι ιστορικές επέτειοι υπάρχουν για να σμιλεύονται ταυτότητες. Για χάρη τους η ιστορία απλοποιείται σε άσπρο και μαύρο και οι γκρίζες ζώνες εξαφανίζονται. Απόλυτος σεβασμός σε όσους έδωσαν αδιανόητη πάλη το 1821, αλλά γνωρίζουμε πλέον μετά από 190 χρόνια πως υπήρχαν πολλές γκρίζες ζώνες, πως ο ρόλος αρκετών ήταν διφορούμενος, πως ενώ υπήρχε ο αγώνας για την ανεξαρτησία, υπήρχε ταυτόχρονα και εσωτερικός πόλεμος μεταξύ φατριών για την εξουσία. Απόλυτος σεβασμός σε όσους πήγανε στην Πίνδο, αλλά κάτω από το χαλί θάφτηκαν οι μαυραγορίτες, δόθηκε άφεση αμαρτιών στη δικτατορία του Μεταξά, ενώ το τι ακριβώς (ή... στο περίπου) έγινε στον εμφύλιο ίσως να το διδάσκονται στα σχολεία σε 100 χρόνια από τώρα. Απόλυτος σεβασμός σε όσους λίγους κλειστήκανε στο Πολυτεχνείο σε ένα στρατοκρατούμενο κράτος το οποίο επιβαλλόταν διά του τρόμου και της βίας, αλλά ξεχνάμε πως επρόκειτο για μειοψηφία και πως η συντριπτική πλειοψηφία είτε ανεχόταν το καθεστώς από φόβο είτε το επικροτούσε.
Κατά μια έννοια λογικά είναι αυτά και συμβαίνουν παντού. Το στενάχωρο είναι πως επιπλέον τις εθνικές επετείους τις οικειοποιούνται τα πολιτικά κέντρα προς δικό τους όφελος, για τη δημιουργία του δικού τους αφηγήματος. Σε αυτό το παράλογο μανιχαϊστικό και πολωμένο σύμπαν, στο οποίο ζούμε, είθισται η λεγόμενη ευρύτερη δεξιά να οικειοποιείται τις επετείους της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου. Τονώνεται το πατριωτικό αίσθημα και η ανωτερότητα του Έλληνα (με «Ε» τρεις φορές κεφαλαίο). Οι Έλληνες είναι ήρωες, οι ήρωες είναι Έλληνες, μόνο οι Έλληνες μπορούν, η αθάνατη Ελληνική ψυχή και το γλυκό δένει με μια ιστορική απλοποιητική σύνδεση μεταξύ της αρχαιότητας, του χριστιανισμού και του Βυζαντίου. Είμαστε τα πάντα και είμαστε οι καλύτεροι.
Αντίστοιχα την επέτειο της 17ης Νοεμβρίου την οικειοποιείται η ευρύτερη αριστερά. Οικειοποιείται την αντίσταση ως αποκλειστικό προνόμιό της και χτίζει μια πνευματική ελιτίστική προσέγγιση ως προς τη δεξιά. Τείνουμε, για παράδειγμα, να πειστούμε πως οι πνευματικοί άνθρωποι είναι αριστεροί και πως η «ποιοτική» μουσική είναι ταυτόσημη της ευρύτερης αριστεράς. Η ευρύτερη αριστερά αγνοεί το προφανές, ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι.
Μεγάλος λόγος έγινε τελευταία για την περίφημη «γενιά του πολυτεχνείου» σε όλα τα πολιτικά φάσματα, από το αν υπήρξε πολυτεχνείο (!!!) και το αν η δράση των φοιτητών υπερδιογκώθηκε εκ των υστέρων, μέχρι το αν η νέα γένια είναι αντάξια εκείνης ή αν η γενιά του πολυτεχνείου ευθύνεται για την ασυδοσία της μεταπολίτευσης και τη σημερινή κατάσταση.
Νομίζω πως «η γενιά του πολυτεχνείου» κακώς λέγεται έτσι. Διότι αυτοί που πραγματικά είχαν το θράσος να τα βάλουν με τη χούντα ήταν λίγοι. Οι εξόριστοι και οι βασανισμένοι μερικές χιλιάδες. Οι υπόλοιποι είτε απολάμβαναν το καθεστώς (ακόμα ακούμε πως η χούντα έκανε καλό) είτε δεν τους αφορούσε είτε βγήκαν στους δρόμους να πανηγυρίσουν με επαναστατικές μουσικές, όταν πλέον δεν διακυβευότανε η ασφάλειά τους. Διότι έτσι ήταν πιο εύκολο. Διότι έτσι θα έκαναν και κάνουν και κάνουμε πολλοί και σήμερα. Δεν μιλάμε εκεί που πρέπει, διότι απλούστατα φοβόμαστε το προσωπικό κόστος (τα κρίματά μας θα τα πληρώσει η επόμενη γενιά, όπως εμείς πληρώνουμε τα της προηγούμενης). Ένα 30,82% εκείνης της Ελλάδας, μάλιστα, ψήφισε υπέρ της βασιλείας στο δημοψήφισμα του 1974. Σε εκείνη τη γενιά ανήκουν οι περισσότεροι πολιτικοί του σήμερα (χωρίς να θέλω να καθαγιάσω τους νεότερους. Απλώς τώρα μιλάμε για το Πολυτεχνείο).
Κατά ένα μεγάλο ποσοστό η σημερινή κατάσταση και κυρίως η σημερινή νοοτροπία βολέματος, θεσούλας, απάθειας και μίζας είναι απόρροια εκείνης της γενιάς. Όχι μόνο των λίγων που μπήκαν στο Πολυτεχνείο ή βγήκαν στους δρόμους, αλλά και των πολλών που περίμεναν. Η Ελλάδα του τότε γέννησε την Ελλάδα του σήμερα. Και η Ελλάδα του σήμερα γεννάει την Ελλάδα του αύριο.