Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Περί μετενσαρκώσεως

Περί μετενσαρκώσεως
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Παρατηρούμε καθημερινά στο προσκήνιο της εξουσίας να ευημερούν οι καταπιεστές και οι δυνάστες των λαών, οι εκμεταλλευτές της υγείας, οι καταχραστές της ευπιστίας, οι απεργαζόμενοι τους πολέμους, οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί των χιλιάδων παιδιών που πεθαίνουν κάθε στιγμή από απλή έλλειψη μιας σταγόνας νερού, από ένα ξερό κομμάτι ψωμιού, παρατηρούμε όλους αυτούς που στηρίζουν τη δύναμή τους στη δυστυχία, στο θάνατο και στην εξαθλίωση ολόκληρων λαών.

Μπορεί η ευθύνη των πράξεών τους να είναι αδιάφορη και κενή σημασίας αν υποτεθεί ότι δεν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο και επαναγέννηση της ψυχής. Αν όμως, όπως φιλοσοφικά τεκμηριώνεται, «ὅ,τι ἔπραξε τοῦτο καὶ ἀντέπαθε», τότε με βεβαιότητα από θύτες θα γίνουν θύματα, τα ίδια ακριβώς που με τις πράξεις τους προκάλεσαν. Πόσο πιο εύκολο και απλό θα ήταν αλήθεια να είναι στο προσκήνιο της εξουσίας εργαζόμενοι για την εξάλειψη των ανωτέρω, και για το παγκόσμιο καλό.

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ

Συγγραφέα - Ερευνητή

Η θεωρία της διαδοχικής ενσαρκώσεως της ψυχής, σε διάφορα ανθρώπινα σώματα για την προοδευτική εξέλιξή της, η καλουμένη μετενσάρκωση ή μετενσωμάτωση, απαντάται από αρχαιοτάτων χρόνων στις Ινδίες, την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Αποτελεί θεμελιώδες δόγμα των αρχαίων μυστηρίων, των Ορφικών, των Πυθαγορείων, των Νεοπλατωνικών, των Γνωστικών, του Βραχμανισμού, του Βουδισμού αλλά και αυτού του Χριστιανισμού μέχρι το 553 μ.Χ. Οι αποκρυφιστές, οι μυστικοί, οι πνευματιστές και οι θεόσοφοι την αποδέχονται αναντίρρητα.

Ας εξετάσουμε όμως το προκείμενο ζήτημα με ενδελέχεια. Υπήρξαν αναρίθμητες θεωρίες περί ψυχής, δια μέσου των αιώνων, εκ των οποίων τρεις θεωρούνται ως οι σοβαρότερες, στοιχεία περί των οποίων θα διαλευκάνουμε κατωτέρω εν συντομία. Η μία από αυτές, η αποκαλούμενη «επιστημονική», είναι αυστηρώς υλιστική και παραδέχεται την πείρα και την έκφραση της ζωής, εφ’ όσον το φυσικό και απτό σώμα ζει και είναι εν ενεργεία, άλλα μετά θάνατον και το τέλος της σαρκικής ζωής, δεν υπάρχει πλέον κάποια άλλη ανεξάρτητη ενσυνείδητη ύπαρξη. Κατά τη θεωρία αυτή η ψυχή, είτε ουδέποτε υπήρξε είτε εξαφανίζεται με τον φυσικό θάνατο. Η λύση αυτή εξισώνει τον άνθρωπο με τα τρία άλλα βασίλεια της φύσεως, των ζώων, των φυτών και των ορυκτών. Εάν παραδεχθούμε, ότι ο άνθρωπος, στο παρόν στάδιο της εξελίξεώς του, είναι πολύ υψηλότερα εξελιγμένος, ως άτομο, από τα πλέον εξελιγμένα όντα των κατωτέρων βασιλείων, η υλιστική θεωρία είναι τελείως παράλογη, τελείως οπισθοδρομική και αποτελεί αντίθεση του κοσμικού νόμου της εξελίξεως. Μια τέτοια θεωρία αντίκειται στη λογική και είναι απορριπτέα.

Η δεύτερη, η της «Εκκλησίας», θεσπίζει την υπό όρους αθανασία της ψυχής. Παραδέχεται δηλαδή, ότι μόνον εκείνοι που έφθασαν σε μια ιδιαίτερη κλίμακα της πνευματοψυχικής επιγνώσεως, ή εκείνοι οι οποίοι παραδέχονται μια ιδιαίτερη σειρά θεολογικών εκφράσεων μπορούν να λάβουν το δώρο της ατομικής αθανασίας. Η δοξασία αυτή είναι αυτό που γνωρίζουμε ως Παράδεισος και Κόλαση. Το δόγμα αυτό συνεπάγει, περαιτέρω, ότι με κάθε γέννηση βρέφους, μια νέα ψυχή δημιουργείται και ότι η ψυχή δεν έχει παρελθόν παρά μόνον απέραντο μέλλον. Παράλληλα, κατά απόλυτη αντίφαση, η δημιουργία δεν έχει συντελεσθεί, όπως διατείνεται η Χριστιανική θρησκεία ότι ολοκληρώθηκε την έκτη ημέρα, αλλά συνεχίζεται στο διηνεκές χωρίς ουδέποτε να αποπερατωθεί, αφού με κάθε γέννηση και μία νέα ψυχή δημιουργείται. Επομένως η έβδομη ημέρα της αναπαύσεως του Κυρίου είναι πλάνη, εκτός και αν υπάρχει και δεύτερος Θεός ο οποίος δημιουργεί και εμφυτεύει κάθε νέα ψυχή σε κάθε νέο σώμα που γεννάται. Κάτι τέτοιο όμως αντίκειται ως προς την μοναδικότητα του Θεού, αποβαίνει βλασφημία.

Το δόγμα της υπό όρους αθανασίας, δηλαδή το δόγμα της αιώνιας ανταμοιβής και της αιώνιας τιμωρίας, καίτοι ευρίσκεται μια βαθμίδα υψηλότερα από την υλιστική θεωρία, εν τούτοις η έλλειψη δικαιοσύνης και λογικής που εμπεριέχει, η αντίθεσή του προς το νόμο της εξελίξεως, προς την αγάπη του Θεού και τον απώτερο σκοπό του ανθρώπου, το σκοπό ο οποίος έχει ως τέρμα την ανάληψη και εννοεί τον άνθρωπο ως τέκνο του Θεού που προσπαθεί αενάως να επανέλθει σ’ Αυτόν, και ότι αυτός, ως εκπροσωπών την κατώτερη όψη της θεότητας και εγκαρδίως επιζητεί την ένωσή του με τον Πατέρα, καθιστά το δόγμα αυτό αβάσιμο και άλογο. Εκ παραλλήλου, η θεωρία του παραδείσου και της κολάσεως, που κυριαρχεί στη θρησκεία του Χριστιανισμού, παρουσιάζει ένα μακρό και αιώνιο μέλλον. Αλλά πού είναι το παρελθόν; Σύμφωνα με ποιό νόμο και για ποιά αιτία ήρθαμε στην ύπαρξη και τις περιστάσεις στις οποίες βρισκόμαστε; Επίσης, θα ήταν δυνατόν η αιωνιότητα μιας μελλούσης ζωής να κριθεί από ένα απλό επεισόδιο καλό ή κακό ολίγων ετών; Η αδικία ενός τέτοιου δόγματος είναι τόσον προφανής, ώστε να αναγνωρίζεται από πολλούς εκ των πλέον πεφωτισμένων ανθρώπων του Χριστιανικού κόσμου.

Για να καταστεί ευκρινέστερη η αδικία αυτή ας σκεφθούμε τις ευθύνες και τα καθήκοντα ενός γονέως προς τα τέκνα του. Ποιόν σεβασμό μπορεί να εμπνέει εκείνος ο γονέας ο οποίος, ενώ προμηθεύει κατά προτίμηση τα απαιτούμενα για τη σωματική, διανοητική και πνευματική ανάπτυξη ορισμένων από τα τέκνα του, εγκαταλείπει παντελώς τα υπόλοιπα στο έλεος της τύχης; Με το ίδιο κριτήριο ας στρέψουμε την προσοχή μας προς τον Θεό. Αν λάβουμε ως αξίωμα ότι όλοι μας είμαστε τέκνα του ιδίου Θεού Πατρός, με την ψυχή μας, την οποία Εκείνος δημιούργησε με την γέννησή μας, τί είδους λατρεία μπορούμε να έχουμε προς Αυτόν, ως Θεό Πατέρα, και σεβασμό προς την Δικαιοσύνη Του, όταν βλέπουμε κάποιοι από τους συνανθρώπους μας να έχουν λάβει προνομιακά με τη γέννησή τους ανώτερες αρετές και χαρίσματα και με αυτά να αποβαίνουν δημιουργικοί και να αποκτούν κάθε αρεστό στη ζωή, ενώ οι υπόλοιποι από εμάς να σήπονται από έλλειψη παντός προτερήματος; Πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να θεωρηθεί αποτέλεσμα Θείας Δικαιοσύνης και έργο του Θεού Πατρός;

Τώρα ας εξετάσουμε την τρίτη θεωρία, της μετενσαρκώσεως ή επαναγεννήσεως. Αυτή παραδέχεται πρώτον, μακροχρόνιο παρελθόν για την ψυχή, η οποία θεωρείται ότι υπήρχε προ της γεννήσεως του ανθρώπου, θα υπάρξει μετά τον θάνατό του και θα υπάρχει στον αιώνα τον άπαντα, και τούτο διότι είναι αναπόσπαστο μέρος της Θεότητας. Η θεωρία αυτή θέτει το βασικό γεγονός της θείας προελεύσεως του ανθρώπου, της καταβάσεώς του στον κόσμο της ύλης, της ανόδου του μέσω συνεχών επαναγεννήσεων, μέχρις ότου φθάσει στην τέλεια έκφραση της εντός αυτού διαμενούσης ψυχικής συνειδήσεως. Ο άνθρωπος επαναγεννάται από τις απαιτήσεις των καρμικών του ευθυνών, από την έλξη την οποία ο ίδιος, ως ψυχή, προκάλεσε, και διότι αισθάνεται την ανάγκη να εκπληρώσει υφισταμένες υποχρεώσεις. Επαναγεννάται, επίσης, από αίσθημα ευθύνης, και για να ανταποκριθεί στις ανάγκες τις οποίες προηγούμενες παραβιάσεις των νόμων του επέβαλαν και οι οποίες διέπουν τις ορθές ανθρώπινες σχέσεις. Όταν αυτές οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της ψυχής, εκπληρωθούν, τότε εισέρχεται, μονίμως, στο καθαρό, ψυχρό, φως της αγάπης και ζωής, και δεν χρειάζεται πλέον, περαιτέρω πρόσκτηση επίγειας ψυχικής πείρας.

Κατά την θεωρία της μετενσαρκώσεως, η ανθρωπίνη ψυχή μετά θάνατον και πάροδο ορισμένου χρόνου, κατά τον οποίο επεξεργάζεται την προσληφθείσα πείρα κατά την τελευταία επίγεια ζωή, ενσαρκώνεται εκ νέου σε νέο ανθρώπινο σώμα, μέσω του οποίου συνεχίζει την εξέλιξή της, μετουσιώνοντας σε χαρακτήρα την κτηθείσα κατά τις προγενέστερες ενσαρκώσεις πείρα. Φιλοσοφικά έχει αποδειχθεί ότι «οὐδεὶς ἑκὼν κακός». (Πλάτωνος, Τίμαιος, 86d,e). Επομένως η γνώση της αδικίας επέρχεται δια της ιδίας πράξεως προκληθείσης παρά του αδικουμένου επί του αδικούντος, αφού βεβαίως προηγηθεί ανάλογη πνευματική παιδεία, η οποία αποκτάται δια των διαδοχικών ενσαρκώσεων, ώστε να καταστεί αντιληπτή η διαφορά του καλού και του κακού. Άρα είναι αφελές να υποστηρίζουμε ότι ο αποθανών προ της τιμωρίας του αδικήσας, θα τιμωρηθεί μετά θάνατον, διότι «ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται». (Ματθ., κεφ. ΚΒ,30). Ο ίδιος ο Ιησούς δίδαξε περίτρανα στον Πέτρο τη διδασκαλία αυτή λέγων: «πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται» (Ματθ., κεφ. ΚΣΤ, 52), διδασκαλία διάχυτος στην εβραϊκή πίστη, στην οποία κυριαρχεί το «ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». (Ματθ., κεφ. Ε,38).

Η τελειοποίηση της ψυχής επιτελείται κατά τις διάφορες μετενσαρκώσεις αυτής επί της γης, οπότε αποκτά την απαιτουμένη πείρα και σοφία ώστε να μπορεί να κάμει καλή χρήση των πνευματικών της χαρισμάτων, διακρίνουσα το καλό από του κακού, να αγαπά το πρώτο και να αποδοκιμάζει και απορρίπτει το δεύτερο ως μη ωφέλιμο και συμφέρον. Όμως για να πραγματοποιηθεί το μέγα αυτό έργο απαιτούνται μεγάλες προσπάθειες, θέληση, κόποι, θυσίες και διαρκής επίκληση άνωθεν προς παροχή θείας βοηθείας. Διότι οι στολές της ψυχής φέρουν τις μελανές κηλίδες της ατέλειας και αμαρτίας, και δεν είναι δυνατόν εύκολα και μόνον με την δική της πρωτοβουλία να καθαρισθούν και λευκανθούν από τους παντοειδείς ρύπους τους οποίους η ψυχή με δική της βούληση ύφανε ανά τους αιώνες κατά τις διάφορες ενσαρκώσεις της. Διότι κατά τον αναπότρεπτο θείο νόμο, «ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» (Γαλ., κεφ. ΣΤ, 7), και κατά το «οἱ σπείροντες ἀνέμους θέλουσι θερίσει θυέλλας» (Ὠσηὲ, κεφ Η,7), καθώς προελέχθη περί ανταποδόσεως της θείας δικαιοσύνης, «πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται». (Ματθ. κεφ., ΚΣΤ΄,52).

Οι μεγάλες διαφορές τις οποίες παρουσιάζουν οι άνθρωποι στην ηθική και πνευματική τους ανάπτυξη και στις έμφυτες καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες, μόνον δια της μετενσαρκώσεως εξηγούνται. Το δόγμα αυτό ήταν ενσωματωμένο στη Χριστιανική πίστη μέχρι το 553 μ.Χ. οπότε εξεβλήθη χαρακτηρισθέν ως πλάνη και δυσσέβεια υπό της 5ης Οικουμενικής Συνόδου, συσταθείσης κατά το έτος εκείνο στην Κωνσταντινούπολη κατά διαταγήν του Ιουστινιανού, ο οποίος επέβαλε την θέλησή του ως αρχηγός του κράτους και της εκκλησίας. Το πρώτο πλήγμα του δόγματος εδόθη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 543 μ.Χ. ο οποίος αυθαίρετα χαρακτήρισε το δόγμα σαν πλάνη και δυσσέβεια, πράγμα που η εκεί ενδημούσα Σύνοδος επεκύρωσε με την εισήγηση του Πατριάρχου Μηνά. Επειδή όμως η επίσημη επικύρωση ήταν αναγκαία συνεκάλεσε την 5η Οικουμενική Σύνοδο το 553 μ.Χ. Ύστερα από πολλές πιέσεις και νέες χειροτονίες αρχιερέων, μόνον 165 αρχιερείς από τους 3.000 του ανατολικού Βυζαντινού κράτους συνήλθαν στον Ι. Ν. της Αγ. Σοφίας προσφωνηθέντες ως η 5η Οικουμενική Σύνοδος. Και ενώ ετέθησαν τρία θέματα προς διάσκεψη ήτοι το περί μετενσαρκώσεως των ψυχών, το περί μετεμφυτεύσεως αυτών και το περί συνδημιουργίας της ψυχής μετά του υλικού σώματος, για αγνώστους, πλην όμως εμφανείς λόγους αντιπαρερχόμενοι τα δύο τελευταία θέματα, συζήτησαν μόνον την μετενσάρκωση και απερίφραστα διαλάλησαν αυτήν ως ψεύδος, πλάνη και δυσσέβεια, επιφέροντας το θανατηφόρο πλήγμα κατά του Χριστιανισμού, με την επικύρωση της αποφάσεως του Ιουστινιανού. Παράλληλα αναθεμάτισαν τον ιδρυτή της Ελληνικής Θεολογίας Ωριγένη, όπως επίσης και την κωδικοποίηση της διδασκαλίας του, τριακόσια χρόνια μετά το θάνατό του, και βεβαίως όλους όσους είχαν τις αυτές πεποιθήσεις με αυτόν, αποκαλέσαντες αυτούς αιρετικούς, συνεπώς και τον Γρηγόριο Νύσσης, ο οποίος συνοδοιπορούσε φιλοσοφικά με το δόγμα της μετενσαρκώσεως, δόγμα το οποίο ήταν βαθιά ριζωμένο στη φιλοσοφία και στην πίστη του.

Συμφωνών πλήρως προς το δόγμα αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης ισχυρίζεται ότι: «Πράγματι ἡ μὲν ἀνταπόδοσις τοῦ κατ’ ἀξίαν, ἕνεκεν τῆς ὁποίας ὁ ἀπατῶν ἀνταπατᾶται, δεικνύει τὴν δικαιοσύνην. Ὁ δὲ σκοπὸς τοῦ γεγονότος τούτου εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς ἀγαθότητος τοῦ ἐνεργοῦντος ταύτην. Χαρακτηριστικὸν τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ ἀπονέμῃ εἰς ἕκαστον ἐκεῖνα τῶν ὁποίων τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς αἰτίας προκατέβαλεν ὁ ἴδιος, ὅπως ἡ γῆ δίδει καρποὺς ἀναλόγως πρὸς τὰ γένη τῶν καταβληθέντων σπερμάτων. Τῆς δὲ σοφίας χαρακτηριστικὸν εἶναι νὰ μὴν ἐκπίπτῃ τοῦ ἀγαθοῦ ἐν τῇ μεθόδῳ τῆς ἀνταποδόσεως τῶν ὁμοίων... οὕτω καὶ ἐδῶ εἰς μὲν τὴν περίπτωσιν τῆς δικαιοσύνης ὁ ἀπατεὼν ἀπολαμβάνει ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἔθεσεν αὐτοβούλως τὰ σπέρματα. Διότι μὲ τὸ περίβλημα τοῦ ἀνθρώπου ἀπατᾶται καὶ αὐτὸς ὁ ὁποῖος πρῶτος ἠπάτησε τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸ δέλεαρ τῆς ἡδονῆς. Ὁ δὲ σκοπὸς τῶν ὅσων ἔλαβον χώραν εἶναι ἡ ἀλλαγὴ πρὸς τὸ καλύτερον. Ὁ μὲν ἐχθρὸς πράγματι διενήργησε τὴν ἀπάτην διὰ νὰ διαφθείρῃ τὴν φύσιν μας, ἐνῶ ὁ δίκαιος καὶ συνάμα ἀγαθὸς καὶ σοφὸς ἐπενόησε τὴν ἀπάτην διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς διαφθαρείσης φύσεώς μας, εὐεργετῶν ὄχι μόνον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶχε χαθῆ ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ὅστις διενήργησε τὴν καταστροφήν μας». (Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικὸς ὁ Μέγας).

Συνέχεια την επόμενη Κυριακή

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ήλθον, αλλά δεν παρήλθον

Περί μετενσαρκώσεως