Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Η ρουτίνα

Η ρουτίνα
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Μέρος Α

Στην Λ.Α.,

που μου το ενέπνευσε

Ου ταράττει τα πράγματα

αλλ’ αι περί των πραγμάτων δόξαι.

Η Μάρα, άκουγε τον ήχο των τακουνιών της, καθώς επέστρεφε στο τριόροφο κατάκοπη από τη δουλειά της. Ήτανε κληρονομικό απ’ τη γιαγιά της, το τριώροφο. Δεν διέθετε ασανσέρ και πολλές ανέσεις.

Έστρεψε το κλειδί στην πόρτα του οροφοδιαμερίσματός της και μπαϊλντισμένη από τη ζέστη, πέταξε τις γόβες της σε μια γωνιά και τα ρούχα της στην πολυθρόνα. Αμέσως, κατευθύνθηκε στο μπάνιο για ένα αναζωογονητικό ντους… Σε λίγα λεπτά βρισκότανε στο λίβιγκ ρουμ, τυλιγμένη με ένα μπουρνούζι.

Άνοιξε αμήχανη την τηλεόραση, έτσι, για ν’ ακούει περισσότερο ανθρώπινη ομιλία και το αυτί της κράτησε κάποια είδηση, μια και δεν διάβαζε εφημερίδες: «Πολλοί μεγιστάνες που είχαν αγοράσει ιδιωτικά νησιά, άρχισαν να τα βγάζουν σε πώληση για ν’ αντιμετωπίσουν τα χρέη τους».

«Τι τυχερή που είμαι», μονολόγησε ειρωνικά… «Τι τυχερή… Φαντάζομαι τη δυστυχία των δισεκατομμυριούχων αυτών, που η μοίρα τούς τά’ φερε έτσι, ώστε να ξεπουλούν το όνειρο που πραγματοποίησαν, το νησί τους… Εγώ, όμως, και όνειρα νά’ χω, να τα πραγματοποιήσω δε μπορώ… »

Έκλεισε την τηλεόραση και ξάπλωσε για να χαλαρώσει. Έκλεισε τα μάτια της όχι τόσο για να κοιμηθεί, όσο για να ξαναστοχαστεί για πολλοστή φορά τα προβλήματα που την έζωναν από παντού και την οδηγούσαν στο αδιέξοδο.

Ήταν μία από τις συνηθισμένες της μεθόδους αυτή. Να κάνει διαλογισμό και αυτο-ανάλυση, από τότε που σταμάτησε τις συνεδρίες με τον ψυχαναλυτή της, λόγω της οικονομικής στενότητας, αλλά και λόγω του ότι δεν έβλεπε φως στην άκρη του τούνελ, παρά τις όποιες υποδείξεις του συμπαθούς θεράποντος ιατρού.

«Τί είναι αυτό που μου φταίει και τα βλέπω όλα ανούσια και μαύρα», διερωτήθηκε και πάλι. «Εγώ είμαι δύσκολη και απαιτητική απ’ τη ζωή, από τον άντρα μου, τη δουλειά μου, τις φίλες μου; Ή έτσι είναι η έγγαμη ζωή και η δουλειά και οι απασχολήσεις, και πρέπει να το πάρω απόφαση και να προσαρμοστώ; Γιατί νά’ μαι βαθιά διχασμένη και ανικανοποίητη; Στα τριάντα χρόνια μου, τελείωσα τις σπουδές μου στα Τ.Ε.Ι. Τώρα δουλεύω σαν λογίστρια σ’ ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο, με μισθό ανάλογα με τα προσόντα μου και την οικονομική κρίση, καλούτσικο. Είμαι παντρεμένη εδώ και τέσσερα χρόνια με τον Γιάννη. Καλός είναι, δε λέω∙ αλλά να, κάτι σα βαριά πλάκα έρχεται και πλακώνει το στήθος μου. Και ώρες – ώρες, ξεσπώ σε κλάματα για ν’ ανακουφιστώ απ’ τα φτερουγίσματα αυτά που νιώθω γύρω στην καρδιά μου…»

Η Μάρα είχε παντρευτεί τον Γιάννη με έρωτα. Ήταν γεμάτη χαρά, φτερουγίσματα και ελπίδες, για μια αρμονική συζυγική ζωή. Για μια επικοινωνία με αμοιβαιότητα. Το πρώτο χρόνο, τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά. Οι σχέσεις τους έδειχναν ζωντανές και ευχάριστες. Έκαναν αρκετά ταξίδια, καλούσαν φίλους στο σπίτι. Έβλεπαν επίλεκτες ταινίες DVD στο Home cinema… Σιγά-σιγά όμως, απ’ το δεύτερο χρόνο και μετά, οι σκιές οι δυσάρεστες, άρχισαν να εμφανίζονται. Κάποιες ρωγμές… κάποια νέφη παρουσιάστηκαν στο συζυγικό τους ορίζοντα. Ο Γιάννης γύριζε συνήθως κουρασμένος απ’ τη δουλειά του και άκεφος, χωρίς όρεξη για πολλές κουβέντες. Δούλευε σε κατάστημα αντρικών ειδών. Ήτανε λιτοδίαιτος και αυτάρκης. Πήγαινε στο ψυγείο όταν δεν έβρισκε φαί μαγειρεμένο, έπαιρνε κάτι πρόχειρο, ή ψιλομαγείρευε, και στη συνέχεια βυθιζότανε ή στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ, ή στην τηλεόραση. Κάπου-κάπου, φώναζε και κάποιους φίλους του για να πιουν μπύρες παρέα, βλέποντας Τσάμπιονς Λι. Η Μάρα έσκαγε, γιατί δεν είχε τίποτα να συζητήσει μαζί του. Τα λόγια του, έβγαιναν με το τσιγκέλι απ’ το στόμα του. «Τίποτα δεν έχει να μου πει αυτός ο άνθρωπος;… Τίποτα;… Πως ξενέρωσε τόσο;» παραπονιόταν ώρες-ώρες στην αδερφή της την Τατιάνα. «Εγώ διψάω για κουβέντα, για συζήτηση… Να μου πει πως πέρασε τη μέρα του, τι είδε, τι άκουσε, να μιλήσουμε για πολιτική έστω, για τέχνη, για θέατρο, για πολιτισμό… Αυτός με το που έρχεται, κλείνεται στο καμπούκι του, κατεβάζει μερικές μπύρες, κάθεται στο λαπ-τοπ, κι’ αυτό είναι όλο κι όλο… Μετά πέφτει για ύπνο∙ και από σεξ, δύο φορές το μήνα, κι’ αυτό όχι και ό,τι καλύτερο… ». Το θέμα το είχε συζητήσει και με τον ψυχίατρο. Αυτός τής είχε υποδείξει υπομονή∙ γιατί η έλλειψη ερωτικής επιθυμίας, πλήττει για διάφορους λόγους τους νέους στην εποχή μας. Της μίλησε ακόμη για εναλλαγή του χώρου, δημιουργία ατμόσφαιρας, πρωτοβουλία δική της, και άλλα, αλλά φευ… δεν απέδωσαν και πολλά, όλα αυτά τα ξελογιάσματα. Ο Γιάννης όσο περνούσε ο χρόνος γινότανε όλο και πιο απρόθυμος και βαρύς.

Στη δουλειά πάλι, είχε ένα πιεστικό μπος, απαιτητικό, που ήθελε να διατάζει και δεν σήκωνε αντιρρήσεις ή διάλογο∙ ένα αφεντικό που ήθελε να την μυεί στις διάφορες κομπίνες φοροδιαφυγής των πελατών και στη σύσφιξη δημοσίων σχέσεων με εφοριακούς, για λόγους ευνόητους, καθώς ήταν νέα και εμφανίσιμη. Είχε καταλάβει πως τη χρησιμοποιούσε ως δόλωμα τόσο για τους εφοριακούς όσο και για τους πελάτες της επιχείρησης. Χώρια που τελευταία, τής είχε γίνει στενός κορσές, με επανειλημμένες προτάσεις για εξόδους, για φαγητό ή ποτό, πετώντας της πότε-πότε υπονοούμενα τού τύπου: «Με μια αγάπη δεν τελειώνει μια ζωή», «Εγώ μπορώ να σε κάνω να ζήσεις καλύτερα, αρκεί να το θέλεις»... και τα τοιαύτα.

Η Μάρα χτυπούσε κανονικό 8ωρο από το πρωί μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα. Γύριζε στο σπίτι, λίγο ξεκουραζότανε, και μετά έπαιρνε στο τηλέφωνο κάποια απ’ τις φίλες της για να φλυαρίσει και να ξεδώσει… Συνήθως, έβγαινε με κάποια απ’ αυτές τ’ απόγευμα για καφέ, και γύριζε την ώρα που επέστρεφε ο Γιάννης απ’ τη δουλειά.

Κουρασμένη όπως ήταν, δεν μαγείρευε συχνά, κι άφηνε ένα σημείωμα στο τραπέζι: «Βολέψου όπως-όπως, κι εγώ θα σου ετοιμάσω μόλις γυρίσω». Τον τελευταίο καιρό, όμως, δεν τη χωρούσε το σπίτι. Ιδίως, δεν της άρεζε να βλέπει τα βαριεστημένα μούτρα του άντρα της, και δεν πολυμαγείρευε. Σε μια από τις συνεδρίες της με τον ψυχίατρο, εκείνος τής το πέταξε κατάμουτρα: «Αφού έχεις ρουτινιάσει κι όλα τα βλέπεις ανάποδα και στραβά, γιατί δε θέλεις να κάνεις ένα παιδί; Ένα παιδί μπορεί να σου δώσει χαρά, κουράγιο και ενδιαφέρον για ζωή… Μπορεί ν’ ανανεώσει τη σχέση σου με τον άντρα σου…».

Η Μάρα μόνο που δεν αναπήδησε στο κάθισμά της…

«Μα, τι είναι αυτά που λέτε… Παιδί;… Εγώ,… εγώ δεν αγαπώ τα παιδιά. Τα παιδιά είναι δέσμευση, θέλουν χρόνο, φροντίδα… θυσίες, υπομονή… Εγώ, που να τα βρω αυτά… Δε μπορώ… και μόνο που ακούω για παιδί ανατριχιάζω… Ακούς, εκεί, παιδί… Το ξεκαθάρισα και με τον Γιάννη το θέμα, παιδί δε θέλω… δε θέλω δεσμεύσεις και υποχρεώσεις… Κι ο Γιάννης το δέχτηκε απ’ την αρχή… Δεν αλλάζω εγώ πάνω σ’ αυτό, με τίποτα».

Έβλεπε η ζωή της να συνεχιζόταν στον ίδιο βαρετό ρυθμό. Δουλειά, σπίτι, κάποια μικρή έξοδος με κάποια φίλη, κάποια επίσκεψη σε κοινούς φίλους, λίγη διασκέδαση με το Γιάννη… Με τον οποίο αισθανόταν όλο και πιο απόμακρη, πιο αποξενωμένη. Τίποτα δεν είχε μείνει από τον προ τετραετίας έρωτα, σκεφτότανε απογοητευμένη. Το πρόβλημά της, το συζητούσε συχνά και με τις φίλες της, τις οποίες έβρισκε ότι δεν διέφεραν και πολύ από εκείνη. Αλλά να, που ήταν πιο χαρούμενες, πιο κεφάτες, πιο δημιουργικές σ’ όλα τους. «Εγώ είμαι η ανικανοποίητη;» διερωτότανε συχνά.

Η πλήξη και η ανία τελευταία άρχισε να κυριεύει για τα καλά τη Μάρα. «Α!! Εγώ δε μπορώ να ανεχτώ μια τέτοιου είδους ζωή… Εγώ διψάω για περιπέτειες, για εξόδους… για τα ταξίδια. Θέλω να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, άλλα μέρη, νέες συγκινήσεις, να νιώθω ερωτευμένη… » έλεγε στην Τατιάνα. «Όλοι λίγο-πολύ αυτό θέλουμε», τη συμβούλευε η Τατιάνα σα μεγαλύτερη. «Αλλά στον γάμο δεν μπορείς να τά’ χεις όλα. Ο Γιάννης είναι καλό παιδί, σταθερός∙ φαίνεται να σ’ αγαπάει, αλλά εσύ είσαι η ανικανοποίητη». «Ανικανοποίητη, γιατί;» ξεσπούσε η Μάρα, ώρες ώρες. «Γιατί ζητάω περισσότερη επικοινωνία στη συζυγική μου ζωή, περισσότερη τρυφερότητα, καλύτερο σεξ, και άλλες συγκινήσεις; Φταίω εγώ αν έχω ταμπεραμέντο ενώ, ο Γιάννης, δείχνει ότι βαριέται τη ζωή του, βαριέται για όλα; Δεν με εμπνέει αυτός ο άνθρωπος, πώς να το κάνουμε !!!».

«Ε, τότε να τον χωρίσεις αφού δε σε γεμίζει», τής πέταξε μια μέρα στο τηλέφωνο αγανακτισμένη η Τατιάνα, μετά από μια έντονη συζήτηση που είχαν.

«Το σκέφτηκα κι αυτό», τής απάντησε αργά, συλλογισμένη, η Μάρα. «Σκέφτομαι όμως, απ’ την άλλη, σε τι είδους αβεβαιότητα μπορεί να βρεθώ και να μπλέξω, με το να ψάχνω μετά από τον Γιάννη, τον κατάλληλο… Προβληματίζομαι… Μήπως πρέπει τελικά, να παραμείνω κι άλλο κοντά του, ν’ αγωνιστώ μαζί του, να ρίξω νερό στο κρασί μου και να προσαρμοσθώ; Γιατί, ποιος με βεβαιώνει εμένα, ότι αυτόν που θα βρω μετά – αν τον βρω –, δε θα εξελιχθεί κι αυτός σε βαριεστημένο σύζυγο; Ποιος ξέρει, τι κουσούρια θα μου βγάλει κι αυτός, ή μάλλον, τι κουσούρια βγάζει ο ίδιος ο γάμος… γιατί μου φαίνεται, ότι ο ίδιος ο γάμος είναι τελικά, το πρόβλημα και όχι ο Γιάννης ή ο κάθε Γιάννης. Αλλιώς τον γνωρίζεις τον άντρα των ονείρων σου, και αλλιώς γίνεται μέσα σε λίγα χρόνια, αγνώριστος…».

«Να σου πω, δεν έχεις κι άδικο… Κ’ εγώ και η κάθε παντρεμένη, λίγο πολύ, τα ίδια περνάμε. Ο χρόνος, η κούραση, η συνήθεια, η μονοτονία, ε, όλα αυτά φθείρουν την συζυγική σχέση. Τα παιδιά για λίγο την τονώνουν και μετά…».

«Δεν θέλω ν’ ακούω για παιδιά!», ξέσπασε και πάλι η Μάρα και έκλεισε το τηλέφωνο απότομα… «Παιδιά, σκυλιά, δεν θέλω», σιγοψιθύρισε μόνη της πιο ήρεμα μετά. «Θέλω ελευθερία… Θέλω δράση, θέλω ζωή. Μα γιατί δεν μπορούν να με καταλάβουν;».

(H συνέχεια την άλλη Κυριακή)

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Προειδοποιήσεις Ερντογάν προς τους Κούρδους αντάρτες

Διήμερη επίσκεψη Π. Μπεγλίτη στην Κύπρο