Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Κριτική για τις ταινίες "Σαγκάη Η Πόλη των Κατασκόπων" και "Πώς τελείωσε αυτό το Καλοκαίρι"

Κριτική για τις ταινίες "Σαγκάη Η Πόλη των Κατασκόπων" και "Πώς τελείωσε αυτό το Καλοκαίρι"
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

τίτλος; Σαγκάη: Η πόλη των κατασκόπων

Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος

Αξιολόγηση: **½

Σκηνοθεσία: Μίκαελ Χάφστρομ

Παίζουν: Τζον Κιούζακ, Γκονγκ Λι, Τσοου Γιουν Φατ, Κεν Γουατάναμπι, Φράνκα Ποτέντε

Διάρκεια: 105΄

Προβάλλεται: Odeon Πλατεία τηλ.2310-290290 αιθ 7, Village Mediterranean Cosmos τηλ.2310-499999, 801 1009191 αιθ1, Ster City Gate τηλ.801-8017837 αιθ6, Ster Μακεδονία τηλ.801 801 7837 αιθ8

Βρισκόμαστε στη Σαγκάη του 1941, το Παρίσι της ανατολής, όπως αρέσκονταν να λένε. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος έχει ξεσπάσει για τα καλά, στην Ευρώπη γίνεται χαμός και στην Ασία η Ιαπωνία έχει δείξει προ πολλού τις άγριες επεκτατικές της διαθέσεις. Οι Η.Π.Α. κρατούν μια ουδέτερη στάση και αμφιταλαντεύονται κατά πόσο η ναζιστική απειλή αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια των αμερικανών πολιτών. Όλα αυτά λίγο πριν τις 8 Δεκεμβρίου όταν τα Ιαπωνικά αεροσκάφη θα βομβαρδίσουν το Περλ Χάρμπορ. Μέσα σε αυτόν τον πανικό ένας αμερικανός κατάσκοπος καταφτάνει στη Σανγκάη, προσποιούμενος το φιλοναζιστή δημοσιογράφο με το όνομα Πολ Σόαμς προκειμένου να διαλευκάνει τη δολοφονία ενός φίλου του κατασκόπου, ο οποίος απ’ ό,τι φαίνεται πάτησε σε βρόμικα νερά και έχωσε τη μύτη του πιο βαθιά από το επιτρεπόμενο.

Η Σαγκάη είναι χωρισμένη στα δυο. Από τη μια η Ιαπωνική κυριαρχία και από την άλλη ο ογκώδης διεθνής καταυλισμός χωρισμένος σε γκέτο. Γερμανοί, αμερικανοί, άγγλοι, ένας αχταρμάς εθνικοτήτων μέσα σε λαμπερά φωτάκια, καζίνο, ιερόδουλες, εν ψυχρώ εκτελέσεις, αμφίσημα διπλωματικά παιχνίδια, και μια ατελείωτη μαστούρα από όπιο. Το τέλειο τοπίο για επανάσταση, αντίσταση κι έρωτα. Πολύ έρωτα. Συνήθως καταδικασμένο. Όχι πάντα.

Ο ικανός Σουηδός σκηνοθέτης Μίκαελ Χάφστρομ μεγαλοπιάνεται και αποπειράται να αναμοχλεύσει την νουάρ μυθολογία. Το πρώτο μεγάλο στοίχημα είναι η ανάπλαση της Σαγκάης. Και το πρώτο στοίχημα κερδίζεται. Προσεγμένα σκηνικά (τα γυρίσματα έγιναν στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης, Μπανγκόκ, αφού οι κινεζικές αρχές έδειξαν δύσπιστες ως προς τη θεματική της ταινίας), μια πανδαισία χρωμάτων που σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, μια ανατολική Καζαμπλάνκα. Το δεύτερο στοίχημα: η νουάρ ατμόσφαιρα. Παιχνίδι με τα κλισέ ή προσπάθεια αναζωογόνησης; Το στοίχημα μένει στον αέρα. Ο σκηνοθέτης προτιμάει την πεπατημένη και τα καταφέρνει... περίπου καλά. Η μοιραία γυναίκα είναι η Γκονγκ Λι (τι καλύτερο;), τα τσιγάρα φεύγουν το ένα μετά το άλλο, οι χαρακτήρες βιώνουν ποικιλοτρόπως τον εγκλωβισμό, το μποέμικο τοπίο φλέγεται και καταρρέει, και ο Τζον Κιούζακ περίπου πείθει ως ο καταραμένος αντι-ήρωας που πρέπει να παίξει με τη φωτιά χωρίς να κάψει ούτε τρίχα. Το τρίτο στοίχημα: Μια αξιοπρεπής πλοκή. Πάλι το στοίχημα μένει κάπου στο περίπου. Το κουβάρι της πλοκής πάει από εδώ κι από εκεί, δημιουργείται η κατάλληλη ατμόσφαιρα μυστηρίου, όμως υπάρχουν αρκετές στιγμές προβλέψιμες και η λύση είναι... μέλι. Παχύρευστο μέλι και γάλα. Αλλά, κακά τα ψέματα... πλέον με τόσες μπαρούφες που τρώμε, έχουμε ανοσία στους συμβιβασμούς. Αν ανέχεστε, λοιπόν, έστω και για 10 λεπτά τον συμβιβασμό κι αφήσετε στην άκρη τα όπλα του ιδεολογικού πολέμου, η ταινία είναι άκρως ψυχαγωγική και συμπαθητική.

τίτλος; Πώς τελείωσε αυτό το καλοκαίρι

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Αξιολόγηση: ** 1/2

Σκηνοθεσία: Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι

Παίζουν: Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν, Σεργκέι Πουσκεπάλις

Διάρκεια: 124’

Προβάλλεται στην αίθουσα Παύλος Ζάννας τηλ τηλ. 2310-378404

Τόπος τα άκρα σύνορα της ανθρώπινης απομόνωσης, εκεί που όπου η απουσία είναι εκκωφαντικά παρούσα και η κοσμογονία παραλείπει να λάβει υπόψη της τον ανθρώπινο ψυχισμό. Σύντροφοι και αντίπαλοι, δύο φιγούρες ολότελα διαφορετικές, ένας τραχύς «Σοβιετικός» κατ’ επάγγελμα ερημίτης και ένας εκτός κλίματος και φοβισμένος «Ρώσος» που θα αρνηθεί πεισματικά να αποδεχτεί το ρόλο του αγγελιαφόρου της τραγικής μοίρας, ένα χάσμα γενεών και κόσμων ολόκληρων. Η τρίτη ταινία του Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι έκανε πρεμιέρα στο πρόσφατο Φεστιβάλ στο Βερολίνο, απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια, καθώς και δύο βραβεία, φωτογραφίας και Β’ Ανδρικής Ερμηνείας.

Ο Ποπογκρέμπσκι υιοθετεί ένα λιτό, ράθυμο και δωρικό ύφος, το στηρίζει με συνέπεια και αρμονία, το εντάσσει αρχικά επιτυχώς σε μία λογική, αδυνατεί όμως την κρίσιμη στιγμή να το εμπλουτίσει και να το εξυψώσει σε υψηλότερες κλίμακες. Ευθύς εξαρχής γίνεται εύκολα αντιληπτό πως ένας τρίτος πρωταγωνιστής προστίθεται στην σκακιέρα των δύο. Γυρισμένη εξ ολοκλήρου στο ανατολικότερο και πιο απόμερο σημείο της Ρωσίας, την περιοχή Τσουκότκα, η ταινία παραδίδεται στη μεγαλοπρέπεια του άγριου και σκληρού τοπίου, το οποίο μετατρέπεται σε λευκό σάβανο που τυλίγει τις αντιδράσεις και τις σκέψεις των ηρώων, κυριολεκτικά τους καταπίνει και τους απορροφά. Ένα ισοσκελές τρίγωνο, όπου η βάση σταδιακά υποσκάπτει τις δύο πλευρές και τις αναγκάζει να σωριαστούν στο έδαφος. Ο υποβόσκων κίνδυνος της ραδιενέργειας δημιουργεί μία αίσθηση απόκοσμης απειλής και λειτουργεί υποβοηθητικά, λειαίνοντας το έδαφος για την υπόκωφη ένταση που αναπτύσσεται μεταξύ των χαρακτήρων, αντηχώντας την αναμονή της βίαιης τελικής έκρηξης.

Ως αυτό το σημείο, όλα βαίνουν καλώς και βάσει σχεδίου. Ο Ποπογκρέμπσκι έχει κατορθώσει να αποτυπώσει την αντίστιξη ανάμεσα στη σαρωτική δύναμη του τοπίου και το εσωτερικό σύμπαν των ηρώων του. Η κυρίως ειπείν γεωγραφία δηλαδή, χαρτογραφεί και κυβερνά τον ανθρώπινο νου, καθορίζει εν πολλοίς και την ανθρωπογεωγραφία. Το ατάραχο, αργόσυρτο και κρυπτόφιλο στυλ, η εξαιρετική αίσθηση του κάδρου, το οποίο γνωρίζει τι να περιλάβει μα πάνω απ’ όλα τι να αποκρύψει καλωσορίζουν το φόβο και την ένταση. Τα προβλήματα ξεκινούν με τον νεοεισελθόντα φόβο, ο οποίος ανακυκλώνεται ασκόπως και αυτάρεσκα, καταλήγοντας να δείχνει μηχανικός και αφύσικος. Ο δεσμός μεταξύ του σκηνικού της φύσης και του ανθρώπινων πράξεων αδυνατίζει και σχεδόν εξαφανίζεται, αφήνοντας το όποιο φιλοσοφικό υπόβαθρο μετέωρο και ξεθωριασμένο. Η αγωνία και η υποψία του αναπάντεχου διατηρούνται μεν, χάνουν δε την ορμή και την αξία τους. Ενώ λοιπόν έχει στηθεί μεθοδικά και δεξιοτεχνικότατα το σκηνικό της μονομαχίας, η τελική αναμέτρηση με την τρέλα και τη βία, μοιάζει με παρθενογένεση και μάλιστα δίχως τη γοητεία του αιφνιδιασμού.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η μεγαλύτερη εξάρθρωση γκανγστερικών κυκλωμάτων στην Ελλάδα

Άμεσος κίνδυνος για παύση πληρωμών στο δήμο Θεσσαλονίκης