Ως «καθόλου αποτελεσματικά» κρίνουν στην πλειοψηφία τους (ποσοστό 65%) οι επιχειρηματίες της Θεσσαλονίκης τα μέτρα που ψηφίστηκαν πρόσφατα στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Πολιτικής, ενώ η απαισιοδοξία τους επιδεινώνεται. Αναμένουν μείωση πωλήσεων και ρευστότητας και ένας στους δύο δηλώνει ότι θα προχωρήσει σε απολύσεις.
Τα παραπάνω είναι μερικά από τα ανησυχητικά συμπεράσματα που προκύπτουν από έρευνα του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, που διενεργήθηκε στο διάστημα 15-20 Ιουλίου, σε 302 εταιρίες-μέλη του ΕΒΕΘ. Την ίδια ώρα, οι έμποροι του νομού, επισημαίνουν ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν αποτελούν μια οικονομική «θηλιά» για την κοινωνία και τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, η αναπτυξιακή πολιτική της κυβέρνησης κρίνεται σήμερα «αρνητικά» (67%) και «μάλλον αρνητικά» (25%), έναντι 50% και 30% αντίστοιχα τον Ιούλιο του 2010 και 47% και 19% αντίστοιχα τον Μάρτιο του 2010.
Οι επιχειρηματίες της πόλης δεν βλέπουν με «καλό μάτι» τα μέτρα που ψηφίστηκαν πρόσφατα, καθώς δεν κρίνουν ότι θα είναι αποτελεσματικά. Το 65% τα κρίνει ως «καθόλου αποτελεσματικά» ενώ μόλις το 3% λέει ότι είναι «αρκετά αποτελεσματικά».
Από την έρευνα διαφαίνεται επίσης πως η απαισιοδοξία των επιχειρηματιών επιδεινώνεται. Το 67% αναμένει μείωση των πωλήσεων, ενώ ποσοστό 51% λέει πως θα προχωρήσει σε μείωση προσωπικού. Η απαισιοδοξία εδράζεται και στα προβλήματα ρευστότητας, η οποία αναμένεται να μειωθεί ακόμη περισσότερο όπως εκτιμά το 68% των ερωτηθέντων.
Μάλιστα, αρνητική εξακολουθεί να κρίνεται από τους επιχειρηματίες η ανταπόκριση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, στα αιτήματά τους για αύξηση των χορηγήσεων. Βάσει της εμπειρίας τους, οι τράπεζες συνεργάτες τους είναι «καθόλου» (29%) ή «λίγο πρόθυμες» (37%) για χορήγηση δανείων με την εγγύηση του ΕΤΕΑΝ και «πολύ πρόθυμες» μόλις το 5%. Επιπλέον το 59% των επιχειρηματιών δηλώνει «όχι» και μάλλον «όχι» όταν ρωτάται εάν είναι ικανοποιημένος το τελευταίο τρίμηνο από την αντιμετώπισή του από την τράπεζα με την οποία συνεργάζεται. Μόλις το 2% διαπιστώνει ότι η σχέση αυτή βελτιώθηκε, το 37% λέει ότι επιδεινώθηκε και το 59% παρέμεινε αμετάβλητη.
Η έρευνα διενεργήθηκε με τη μέθοδο του ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου PrimoQ της Palmos Analysis.
«Ταφόπλακα» για την αγορά οι νέοι φόροι
Την ίδια ώρα, σε επιστολή της προς τους υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης η Ομοσπονδία Επαγγελματιών και Εμπόρων Νομού Θεσσαλονίκης (ΟΕΕΘ), επισημαίνει ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν αποτελούν μια οικονομική «θηλιά» για την κοινωνία και τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.
Για τις αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής η ΟΕΕΘ αναφέρει ότι «δίνουν μια ανάσα στην χώρα μας αλλά, από ότι φαίνεται, καμία ανάσα στην πραγματική οικονομία αφού απαιτείται η απαρέγκλιτη εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος». Σημειώνει ότι «σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιβληθούν νέοι φόροι», τονίζοντας ότι «εάν αυτό συμβεί, τότε θα τεθεί οριστική “ταφόπλακα” στην αγορά και η ύφεση θα σημειώσει νέα έξαρση». Η Ομοσπονδία αναφέρει ότι χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτα και πολλές άλλες ακολουθούν τον ίδιο δρόμο.
«Η εξέλιξη, όμως, αυτή δεν είναι τυχαία αλλά έχει τις βαθιές της ρίζες στην βαριά φορολογία, στην ανυπαρξία αναπτυξιακής πολιτικής και στην απροθυμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις για να υπάρξει ρευστότητα στην αγορά», τονίζεται στην επιστολή.
Ειδικά για το φορολογικό, επισημαίνεται ότι «θα πρέπει οπωσδήποτε να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές και να εφαρμοσθεί ένα απλό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, διάρκειας μιας τουλάχιστον πενταετίας και να εκλείψουν οι συνεχείς τροποποιήσεις, που αποτελούν εμπόδιο στον επιχειρηματικό σχεδιασμό και προγραμματισμό».
Επίσης, σύμφωνα με την ΟΕΕΘ, «εμπόδιο στην αναθέρμανση και στην επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας αποτελούν οι φορολογικές επιδρομές, όπως οι έκτακτες εισφορές κλπ, που απομυζούν ό,τι απομένει από την κύρια φορολογία, με σκοπό να εισπραχθούν πρόσθετα έσοδα και να καλυφθεί η Κυβερνητική αδυναμία να πατάξει την φοροδιαφυγή, μεγάλο μέρος της οποίας προέρχεται και από την ανεξέλεγκτη διακίνηση του παράνομου εμπορίου σε βάρος του υγιούς εμπορίου».
Η Ομοσπονδία ζητά αναπτυξιακή πολιτική σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα.
«Αναπάντητα» ερωτήματα στην αγορά
Ο επιχειρηματικός κόσμος φαίνεται να αντιμετωπίζει επιφυλακτικά τόσο τα υπέρ όσο και τα κατά της συμφωνίας της Συνόδου Κορυφής και θεωρεί ότι είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, αναφέρει και ο πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου κ. Β. Κορκίδης.
Ο κ. Κορκίδης εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο να μη γίνονται δεκτές πιστωτικές κάρτες και εγγυητικές επιστολές ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό, όπως επίσης να υπάρξει εμπλοκή με τις πληρωμές στο εξωτερικό.
«Το αναπάντητο ερώτημα για την αγορά, το εμπόριο και τις επιχειρήσεις αφορά στο μέγεθος των επιπτώσεων κατά την διάρκεια της φάσης της «επιλεκτικής» ή «περιορισμένης» χρεοκοπίας», αναφέρει. Κάνει επίσης λόγο για «κίνδυνο αδυναμίας διατραπεζικής εξόφλησης των τιμολογίων από πελάτες και προμηθευτές του εξωτερικού, ακόμα και με μετρητά», ενώ εκφράζει ανησυχία (επικαλούμενος «τραπεζικούς κύκλους») ότι «οι εγγυητικές των ελληνικών τραπεζών δεν θα γίνονται αποδεκτές», και ότι «ακόμα και η χρήση πιστωτικών καρτών ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό, ενδέχεται προσωρινά να ανασταλεί».
Ζητούν παράταση αποπληρωμής για τα προγράμματα του ΕΤΕΑΝ
Επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής των προγραμμάτων του ΕΤΕΑΝ (πρώην ΤΕΜΠΜΕ), λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας ζητούν οι περισσότεροι επιχειρηματίες της Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την έρευνα του ΕΒΕΘ.
Αναλυτικότερα, το 65% των χρηστών κάποιου προγράμματος του ΕΤΕΑΝ, πιστεύει ότι είναι «πολύ δύσκολη» ή «αρκετά δύσκολη», υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες η αποπληρωμή των δανείων και το 35% λέει ότι είναι «αδύνατη» ή «πολύ δύσκολη». Ποσοστό 19% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν θα είναι σε θέση να είναι συνεπείς στην αποπληρωμή των δανείων που έχουν λάβει, ενώ σχεδόν όλοι (δηλαδή το 85%) κρίνουν απαραίτητη την παράταση -λόγω της κρίσης- του χρόνου αποπληρωμής της συγκεκριμένης κατηγορίας δανείων, κατά δύο έως τρία χρόνια ή και ακόμη περισσότερο. Το ΕΒΕΘ, επιχειρώντας μια μίνι αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δυο προγραμμάτων, διαπιστώνεται, βάσει των απαντήσεων που δόθηκαν, ότι το ΕΤΕΑΝ βοήθησε -σε μικρό ή μεγάλο βαθμό τις ελληνικές επιχειρήσεις.