Η γειτόνισσα
Η γειτόνισσα συζητά με το γείτονά της και σε μια στιγμή γυρνάει και του λέει:
-Σε μια ώρα έρχεται ο άντρας μου!
-Εεε, και; Δεν κάνουμε τίποτα το κακό.
-Γι’ αυτό στο λέω...
Ο Μανόλης την ώρα που περπατά στο δρόμο, δέχεται ένα μικρό «ενθύμιο» από ένα πουλάκι στο πρόσωπο. Βλαστημώντας, βγάζει το μαντήλι του και σκουπίζεται. Εκείνη τη στιγμή περνάει από ‘κει ο παπάς του χωριού.
-Μη βλαστημάς τέκνο μου. Δεν κάνει. Είναι αμαρτία απ’ το Θεό.
-Μα πάτερ, δε βλέπεις πως μ’ έκανε το βρωμόπουλο;
-Σκέψου, τέκνον μου, ότι ο Θεός μ’ όλη τη σοφία του δεν έδωσε φτερά στις αγελάδες...
Ώρα γάμου…
-Μανόλη, είναι καιρός να παντρευτείς. Σκέφτηκα την Κατερινιώ του Καπετάν Σήφη, θες να κάνω τίποτα;
-Δεν τη θέλω πατέρα, είναι σαν …αγελάδα.
-Ε, πάρε τότε την Κατερίνα του Μανούσακα, τη συμμαθήτριά σου.
-Δεν τη θέλω, είναι σα …γουρούνα.
-Ε, τότε ποια θες, ρε Μανώλη;
-Θέλω το Μηνά, τον γείτονά μας.
-Ποιον, ρε βλάκα;! Αυτόν τον κομουνιστή!;
«Το ταλέντο είναι σαν την οδοντόπαστα. Αν δεν το πιέσεις δεν βγαίνει».
Γκόραν Μπρέγκοβιτς