Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΖΟΥΦΗ
Την αντίθεσή τους σε μέτρα που επιβαρύνουν τους Έλληνες επιχειρηματίες, όπως οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ και στα τεκμήρια διαβίωσης και η απόφαση όλες οι συναλλαγές των φυσικών προσώπων με τις επιχειρήσεις από 1.500 ευρώ και άνω, να πραγματοποιούνται με χρεωστικές, πιστωτικές κάρτες ή επιταγές, εκφράζουν εκπρόσωποι των επαγγελματιών, των βιοτεχνών και των εμπόρων με επιστολές τους προς υπουργούς.
Ειδικότερα, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) κατηγορεί το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για «παραλογισμό», καθώς, όπως αναφέρει «λαμβάνει μέτρα εκτός της σημερινής επιχειρηματικής πραγματικότητας».
Σε επιστολή του προς τον υπουργό Οικονομικών Ευάγγελο Βενιζέλο, με αφορμή την απόφαση ότι από 1-1-2012 όλες οι συναλλαγές των φυσικών προσώπων από 1.500 ευρώ και άνω, με τις επιχειρήσεις, θα πρέπει να πραγματοποιούνται με χρεωστικές, πιστωτικές κάρτες ή επιταγές, το ΒΕΘ σημειώνει ότι «πρόκειται για μία ακόμη αρνητική επιλογή». «Σε μία εποχή που η αγορά λειτουργεί με μεταχρονολογημένες επιταγές, και μεγάλη μερίδα καταναλωτών δεν έχει ή δεν επιθυμεί να έχει πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα (π.χ. πιστωτικές κάρτες) η ρύθμιση αυτή θα επιφέρει μεγαλύτερα προβλήματα ρευστότητας στην αγορά που καθημερινά στραγγαλίζεται εξαιτίας της καταναλωτικής ανομβρίας και της έλλειψης δανεισμού», αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΒΕΘ Παναγιώτης Παπαδόπουλος. «Αντί να βοηθηθεί η εύρυθμη λειτουργία των εμπορικών επιχειρήσεων, με την εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούν σε παρατυπίες», προσθέτει ο κ. Παπαδόπουλος επισημαίνοντας ότι το ΒΕΘ έχει γίνει αποδέκτης διαμαρτυριών από μέλη του, τα οποία κάνουν λόγο για τη δυσλειτουργία που επιφέρει η παρ. 3 του άρθρου 20, του Ν3842/2010 στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Το ΒΕΘ ζητά την κατάργηση του μέτρου, σημειώνοντας ότι είναι εκτός της σημερινής επιχειρηματικής πραγματικότητας. «Ζητούμε να υπάγονται σε αυτή τη ρύθμιση, οι συναλλαγές άνω των 3.000 ευρώ, κάτι που ίσχυε μέχρι τις 31-12-2011», σημειώνει ο πρόεδρος του ΒΕΘ λέγοντας με έμφαση ότι «πρέπει όλοι να αναλογιστούμε τη δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ελληνικό επιχειρείν, που στην πλειονότητα του κρέμεται από μία λεπτή κλωστή, ακροβατώντας προκειμένου να συνεχίσει να υφίσταται και να είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του».
«Η εποχή είναι εξαιρετικά δύσκολη για τους επαγγελματίες και τους μικρομεσαίους που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας και η πολιτεία οφείλει να τους συμπαρασταθεί ώστε να επιβιώσουν και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη και την ανόρθωση της χώρας», σημείωσε, εξάλλου, ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ) Μιχάλης Ζορπίδης, ο οποίος ως επικεφαλής αντιπροσωπείας της διοίκησης του ΕΕΘ, συναντήθηκε χθες στην Αθήνα με τον υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων Μάκη Βορίδη.
Για τις αυξήσεις στο ρεύμα και στα τεκμήρια διαβίωσης
Την ίδια ώρα, να ανακληθούν οι αυξήσεις στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος και να γίνουν σύντομα μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ, ζητά με επιστολή της από τον πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο, η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος.
Όπως αναφέρει στην επιστολή της η ΓΣΕΒΕΕ, «η επιλογή της αύξησης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας- θ΄ ακολουθήσει και δεύτερη μέσα στο 2012- ‘καταστρέφει’ θέσεις εργασίας, επιχειρήσεις και νοικοκυριά και τελικά ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας και τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν δυσλειτουργίες, αβελτηρίες και λανθασμένες επιλογές της Δημόσιας Διοίκησης και οργανισμών, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η ύφεση και τα δυσμενή οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα».
Η ΓΣΕΒΕΕ σημειώνει ότι ένα από τα βασικά εμπόδια που αφορούν στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των παραγωγικών και ενεργοβόρων, είναι το ενεργειακό κόστος (ηλεκτρικό, φυσικό αέριο, καύσιμα, νερό).
Με βάση την έρευνα που δημοσίευσε το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, τον Αύγουστο του 2011, πάνω από 1 στους 4 ερωτηθέντες επιχειρηματίες δήλωσαν ότι έχουν ήδη καθυστερημένες οφειλές σε λογαριασμούς ΔΕΚΟ. Οι προβλεπόμενες αυξήσεις, κατά την ΓΣΕΒΕΕ, το μόνο που θα επιτύχουν θα είναι να αυξήσουν το ποσοστό των επιχειρήσεων και νοικοκυριών που αδυνατούν να πληρώσουν.
«Ιδιαίτερα σήμερα, που όλοι προσβλέπουν στις παραγωγικές επιχειρήσεις να γίνουν ανταγωνιστικές και ακολούθως εξαγωγικές, το κόστος ενέργειας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα και δευτερευόντως το μη μισθολογικό κόστος, η γραφειοκρατία, το φορολογικό», αναφέρεται στην επιστολή.
Στο θέμα των αυξήσεων στα τιμολόγια της ΔΕΗ αναφέρεται και ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Χαλκιδικής κ. Γ. Γκιλής, στην επιστολή που έστειλε χθες προς τους υπουργούς Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ανάπτυξης και τον πρόεδρο της ΔΕΗ.
Στην επιστολή, αφού σημειώνει ότι «το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη», επισημαίνει ότι «η όποια έστω και ελάχιστη αύξηση, θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα τους και θα δημιουργήσει προσκόμματα στην προσπάθειά τους για μείωση του κόστους και της τιμής των προϊόντων τους».
Σύμφωνα με το Επιμελητήριο Χαλκιδικής «τα αυξημένα τεκμήρια διαβίωσης σε συνδυασμό με το νέο μειωμένο αφορολόγητο όριο των 5.000 ευρώ, τις αυξήσεις των τιμολογίων των ΔΕΚΟ και ιδιαίτερα της Δ.Ε.Η. κατά 9,2% συν 3% στο τέλος ΑΠΕ, αναμένεται να δώσουν τη χαριστική βολή στις επιχειρήσεις αλλά και στο σύνολο της κοινωνίας».
«Οι φορολογούμενοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία, λαμβάνοντας υπόψη την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, είναι αδύνατον να ανταποκριθούν σε αυτά τα νέα δεδομένα, και το αποτέλεσμα των συνεχών αυξήσεων των φόρων και της επιβολής επιπλέον μέτρων, αντί να αυξήσουν τα κρατικά έσοδα, θα οδηγήσουν στην αύξηση των λουκέτων στις επιχειρήσεις και στην εξαθλίωση του κοινωνικού συνόλου, που ήδη βρίσκεται στα όρια της φτώχειας, ενώ τα όρια αντοχής και ανοχής τους έχουν εξαντληθεί», προστίθεται στην επιστολή. Το Επιμελητήριο ζητεί αναπτυξιακές δράσεις, μέσα από ένα σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα και με την ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών.