Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ, συγγραφέα-ερευνητή

Πολλές  φορές όταν ομιλούμε για μύθους θεωρούμε ότι είναι φανταστικά γεγονότα μακράν απέχοντα από την πραγματικότητα, άνευ φιλοσοφικής ή λογικής έδρας, κατατείνοντα μάλλον σε εκούσια και ενσυνείδητα δημιουργήματα της φαντασίας, εν πολλοίς ψευδή, παρά σε συμβολικές εκφράσεις και αποτυπώσεις θεογονικών, κοσμογονικών ή και άλλων περιοχών πνευματικών αναζητήσεων και ερμηνειών. Συγχέουμε επίσης τους μύθους με τους θρύλους και τα παραμύθια αγνοώντας την ουσιώδη διαφορά αυτών. Διότι ο μύθος από τη φύση του έχει χαρακτήρα θρησκευτικό, ενώ ο θρύλος και το παραμύθι δεν έχουν καμία σχέση με τη θρησκεία. Ο μύθος τελείται στη σφαίρα του υψηλού, του καταπληκτικού, σχετίζεται προς το mysterium tremendum (φοβερό μυστήριο), ενώ ο θρύλος και το παραμύθι παραμένουν στη σφαίρα της ανθρωπίνης ζωής. Και ο μεν θρύλος τείνει να συνδέσει ορισμένα πρόσωπα, τόπους και χρόνους, ενώ το παραμύθι κινείται υπεράνω χώρου και χρόνου. Στο μύθο η φαντασία χαλιναγωγείται από το δέος και το σεβασμό προς το "όλως διάφορον", το επιβλητικό, ενώ στο παραμύθι η φαντασία οργιάζει αχαλίνωτη και πραγματοποιεί το αδύνατον. Κατά μία έννοια ο μύθος και η θρησκεία δεν διακρίνονται μεταξύ τους αλλά αποτελούν ένα αδιαίρετο και ενιαίο όλον. Επομένως ο μύθος ανήκει στα πρωταρχικά στοιχεία της θρησκείας.

Αν παρατηρήσουμε  ιστορικά το ζήτημα αυτό, θα διαπιστώσουμε  ότι οι μύθοι απαντώνται σε όλους  τους λαούς, κυρίως όταν πρόκειται να διατηρήσουν και να μεταδώσουν τις  ιερές διδασκαλίες τόσο στους συγχρόνους τους όσον και στους μεταγενέστερους. Και είναι πράγματι απορίας άξιο γιατί οι αρχαίοι συγκάλυψαν τις διδασκαλίες αυτές χρησιμοποιώντας μύθους. Για να αξιολογήσουμε τη σπουδαιότητα και την εγκυρότητα των μύθων, θα πρέπει να εξετάσουμε ποιοί τους εφηύραν και ποιοί τους χρησιμοποίησαν. Πράγματι, υπό αυτή τη θεώρηση, διαπιστώνουμε ότι ήταν  ποιητές εμπνευσμένοι από τους θεούς, θεόληπτοι, και οι άριστοι από τους φιλοσόφους, εκείνοι οι οποίοι δίδαξαν τις μυητικές τελετές αλλά και αυτοί οι θεοί κατά τις χρησμοδοτήσεις τους, όλοι λοιπόν αυτοί, μεταχειρίστηκαν μύθους. Επομένως μπορούμε ευχερώς να βεβαιώσουμε ότι οι μύθοι έχουν θεία προέλευση. Ας επιχειρήσουμε τώρα να καταδείξουμε φιλοσοφικά γιατί οι μύθοι είναι θείοι.

Επειδή όλα τα όντα χαίρουν για κάτι πού τους ομοιάζει και αποστρέφονται το ανόμοιο, έπρεπε οι διδασκαλίες αναφορικά με τους θεούς να ομοιάζουν προς αυτούς για να είναι αντάξιοι της ουσίας των και να εξασφαλίζουν την ευμένειά τους. Αυτά μπορούσαν να γίνουν μόνο με τους μύθους. Ο Σαλούστιος αναφέρει, ότι σχετικά με τους θεούς, αυτούς καθ' εαυτούς, οι μύθοι τους παριστάνουν σύμφωνα με εκείνο πού είναι επιτρεπτό να ανακοινωθεί σχετικά με το ρητό και άρρητο, το αφανές και ορατό, το σαφές και το αποκρυπτόμενο. Όλα αυτά απομιμούνται οι μύθοι. Αναπαριστούν ομοίως την αγαθότητα των θεών διότι, όπως εκείνοι, μεταδίδουν προς όλους τα αγαθά τα οποία προέρχονται από τα αισθητά, ενώ τις νοητές αλήθειες μόνον στους έμφρονες χορηγούν. Ομοίως και οι μύθοι, λέγουν προς όλους ότι οι θεοί υπάρχουν, αλλά ποιά είναι ή φύση τους και ποιές οι δυνάμεις τους, αυτά τα διδάσκουν μόνον στους ικανούς να τα γνωρίσουν.

Αλλά οι μύθοι παριστούν και τις ενέργειες των θεών. Μπορούμε μάλιστα και αυτόν τον Κόσμο να θεωρήσουμε ως ένα μύθο, διότι τα μεν σώματα και τα πράγματα είναι σ' αυτόν εμφανή, ενώ οι ψυχές και οι νόες αποκρύπτονται. Προς τούτοις το να θελήσει κανείς να διδάξει προς όλους τους ανθρώπους την αλήθεια περί των θεών, θα προκαλέσει στους μεν ανόητους την περιφρόνηση λόγω της αδυναμίας των να κατανοήσουν, σε δε τους μορφωμένους την αδιαφορία. Διά της συγκαλύψεως αντιθέτως της αληθείας διά μύθων, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να προκαλέσουμε την περιφρόνηση στους μεν και προτρέπουμε τους άλλους στην φιλοσοφία.

Γιατί όμως διηγούνται στους μύθους μοιχείες και απαγωγές και χάλκευση δεσμών για τους πατέρες και άλλα τέτοια άτοπα; Ή μήπως και αυτό είναι άξιο θαυμασμού, αφού λόγω της φαινομενικής παραδοξολογίας η ψυχή αντιλαμβάνεται τις αφηγήσεις αυτές ως πέπλους και εκλαμβάνει την αλήθεια ως άρρητον; Αυτό που κυρίως εγείρει το ενδιαφέρον, είναι οι πρωταρχικές μορφές των μύθων, διότι αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος σε πολλές ανταποκρίσεις στη διάπλαση της συμβολικής. Εκτός από τα πνευματικά βιώματα, στη διάπλαση των μύθων συμβάλλει τα μέγιστα και η πορεία των αστέρων, ιδίως του Ηλίου, η διαδρομή του οποίου έχει σημασία όχι μόνο για την εκδήλωση της ημέρας και της νύκτας, αλλά και του θέρους και του χειμώνα. Αμφότερες οι περιοχές του Άνω και Κάτω, της θερμότητας και του ψύχους, του φωτός και του σκότους, της ζωής και του θανάτου, διανύονται κατά τη διάρκεια της ημέρας ή του έτους όχι μόνον υπό του θείου αλλά και του ανθρώπου. Ο Ήλιος, του οποίου η διαδρομή προβάλλεται πάντοτε στο προσκήνιο, νοείται, όχι πάντοτε, ως αυτός ούτος ο θεός, αλλά ως η εικόνα αυτού, ως το υπ' αυτού κομιζόμενο φως, ως η φωτεινή σφαίρα επί της οποίας ο θεός εδρεύει και περιφέρεται. Έτσι αναπτύχθηκε ένα σύστημα δια μέσου του οποίου είναι δυνατή ή πρόσκτηση γνώσεως περί θεών και κόσμου, εφ' όσον ανασυρθεί ο πέπλος της Ίσιδας και αποκαλυφθεί ο συμβολισμός του μύθου.

Κατά  τη σύγχρονη κατάταξη υπάρχουν επτά είδη μύθων. Οι θεογονικοί, οι κοσμογονικοί, οι κοσμολογικοί, οι ανθρωπολογικοί, οι σωτηριολογικοί, οι εσχατολογικοί και οι αιτιολογικοί. Οι θεογονικοί μύθοι ασχολούνται με τη γένεση των θεών και με τους μεταξύ των αγώνες και αναπτύχθηκαν κυρίως στις θρησκείες των πολιτισμένων λαών. Οι κοσμογονικοί εξιστορούν τη γένεση και τη δημιουργία του κόσμου, όπου η κοσμογονία είναι συνδεδεμένη με την παράσταση ενός υψίστου όντος το οποίο είναι αίτιο του κόσμου και της σωτηρίας. Οι ανθρωπολογικοί συνήθως συνδέονται με τους κοσμογονικούς αφού αναφέρονται στη δημιουργία του ανθρώπου. Οι κοσμολογικοί μύθοι συνδέονται με τα φαινόμενα του κόσμου και περιλαμβάνουν ιστορίες θεών, που αποσκοπούν στην εξήγηση ιδιαιτέρων φαινομένων της φύσεως. Οι σωτηριολογικοί μύθοι έχουν σχέση με τα ζητήματα του θανάτου, της αναστάσεως και του Άδου, ενώ οι εσχατολογικοί αναφέρονται στα έσχατα πράγματα και στους έσχατους καιρούς, στην επιστροφή και στην ανακαίνιση του κόσμου. Τέλος οι αιτιολογικοί μύθοι εξηγούν αξιοσημείωτα πλάσματα της φύσεως και του περιβάλλοντος.

Πολλές  φορές οι εσχατολογικοί μύθοι αντιστοιχούν προς τους θεογονικούς και τους κοσμογονικούς, οι οποίοι είναι κατά κάποιον τρόπο επανάληψη αυτών, οπότε οδηγούμεθα στα πέντε είδη μύθων, που αναφέρει ο Σαλούστιος, ήτοι στους θεολογικούς, τους φυσικούς, τους ψυχικούς, τους υλικούς και τους μεικτούς.

Θεολογικοί είναι εκείνοι οι οποίοι, μη ανατρέχοντας σε τίποτα το σωματικό, θεωρούν αυτή ταύτη την ουσία των θεών. Τέτοιος μύθος π.χ. είναι η κατάποση υπό του Κρόνου των τέκνων του. Επειδή ο θεός είναι νοερός, πας δε νους εις εαυτόν επιστρέφει, ό μύθος αναφέρεται στην ουσία του θεού. Μπορούμε να θεωρήσουμε τους μύθους υπό φυσική έποψη, όταν γίνεται λόγος περί ενεργειών των θεών απέναντι του Κόσμου. Έτσι μερικοί αναγνώρισαν στον Κρόνο το Χρόνο, αποκαλούντες δε "τέκνα του παντός" τα μέρη του χρόνου, λέγουν ότι οι παίδες κετεπώθησαν υπό του πατρός των. Το είδος των ψυχικών μύθων αποβλέπει στην εξέταση των ενεργειών της ίδιας της ψυχής, διότι ακριβώς οι νοήσεις των ψυχών μας και όταν εκπέμπονται προς τους άλλους ανθρώπους, παραμένουν εν τούτοις κτήματα των γεννητόρων των. Υλικοί δε και τελευταίοι από πλευράς αξίας, είναι οι μύθοι εκείνοι, τους οποίους κυρίως οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν λόγω απαιδευσίας, διότι θεώρησαν τα ίδια τα σώματα ως θεούς και κάλεσαν την μεν Ίσιδα γη, τον Όσιρι υγρασία, θερμότητα τον Τυφώνα ή ύδωρ τον Κρόνο, τούς καρπούς Άδωνη και τον οίνο Διόνυσο. Το να πούμε ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι αφιερωμένα στους θεούς, όπως τα φυτά, οι λίθοι και τα ζώα είναι γνώμη σωφρόνων ανδρών, αλλά να τα καλούμε θεούς, αυτό είναι δείγμα ανθρώπων μαινόμενων (παραφρόνων), εκτός εάν εκλαμβάνεται τούτο με την έννοια ότι τόσον η σφαίρα του ηλίου, όσον και η εξ αυτής εκπεμπόμενη ακτίνα, λαμβάνουν συνήθως το όνομα του ηλίου.

Όσον  για την κατηγορία των μεικτών μύθων, μπορούμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα. Μεταξύ άλλων λέγεται ότι κατά το συμπόσιο των θεών η Έρις έρριψε το χρυσό μήλο, το οποίο προκάλεσε τη φιλονικία των θεαινών, για αυτό αυτές εστάλησαν υπό τού Διός στον Πάρη ως κριτή. Η Αφροδίτη του φάνηκε ωραιότερη και της πρόσφερε το μήλο. Εδώ το συμπόσιο συμβολίζει τις υπερκοσμικές δυνάμεις των θεών και για αυτό παρουσιάζονται συγκεντρωμένοι. Το χρυσό μήλο είναι ο κόσμος ο οποίος έλκει την ύπαρξή του εκ των αντιθέτων, επομένως καλώς λέγεται ότι ρίπτεται υπό της Έριδος (Διχόνοιας). Οι διάφοροι θεοί προσφέρουν άλλοι άλλες εύνοιες στον κόσμο, φαίνονται να φιλονικούν για τον κόσμο. Η ψυχή η οποία ζει και ενεργεί κατ' αίσθηση, τούτο δε είναι ο Πάρις, επειδή δεν διακρίνει τις θεϊκές δυνάμεις, μόνον το κάλλος βλέπει, και για αυτό προσφέρει το μήλο στην Αφροδίτη.

Ένας  άλλος μύθος, πολύ γνωστός στη  χριστιανική κοσμογονία, είναι ο  απαγορευμένος καρπός του δένδρου  της γνώσεως του καλού και  του κακού. Το δένδρο της ζωής είναι το ανθρώπινο σώμα. Ο νωτιαίος μυελός και η σπονδυλική στήλη, είναι ένα δένδρο που στέκεται ανάποδα, τα μαλλιά αντιπροσωπεύουν τις ρίζες και τα νεύρα που απλώνονται μέσα και έξω είναι οι διακλαδώσεις του δένδρου. Το δένδρο αυτό, το σώμα δηλαδή, με το νευρικό σύστημα παράγει εύγευστους και ευχάριστους καρπούς, δηλαδή τις πέντε αισθήσεις. Αυτούς τους καρπούς μπορεί ο άνθρωπος ελεύθερα να απολαύσει, όχι όμως και τον καρπό της ερωτικής επιθυμίας, το μήλο, που βρίσκεται στο κέντρο του κήπου, του ανθρωπίνου σώματος δηλαδή. Του καρπού αυτού η απόκτηση είναι απαγορευμένη.  "από καρπού του ξύλου του παραδείσου φαγούμεθα, από δε του καρπού του ξύλου, ο εστιν εν μέσω του παραδείσου, είπεν ο Θεός, ου φάγεσθε απ⁅ αυτού, ου δε μη άψησθε αυτού, ίνα μη αποθάνητε." Γεν. κεφ. Γ΄ 2-3.

Ο όφις αντιπροσωπεύει το ρόλο που μπορεί να παίξει το εγκεφαλονευρικό σύστημα, καθώς είναι συσπειρωμένο μέσα στη  σπονδυλική στήλη, δηλαδή τον ερεθισμό που μπορεί να προκαλέσει στα γεννητικά  όργανα. Ο Αδάμ είναι η φρόνηση, η δε Εύα αντιπροσωπεύει το αίσθημα. Όταν η συγκίνηση και το αίσθημα, δηλαδή οι ιδιότητες της Εύας, επικρατήσουν και επιβληθούν στον άνθρωπο δια των σεξουαλικών ορμών, η φρόνηση του ανθρώπου αυτού, ο Αδάμ δηλαδή, υποκύπτει. "και είπεν ο Αδάμ∙ η γυνή, ην έδωκας μετ⁅ εμού, αύτη μοι έδωκεν από του ξύλου, και έφαγον. και είπε Κύριος ο Θεός τη γυναικί∙ τί τούτο εποίησας; και είπεν η γυνή∙ ο όφις ηπάτησέ με, και έφαγον." Γεν. κεφ. Γ΄ 12-13. Ο Θεός, που δημιούργησε το ανθρώπινο γένος, έδωσε, με τη δύναμη της θελήσεώς του, υλική μορφή στον άνδρα και στη γυναίκα. Προίκισε δε το νέο αυτό γένος, με την ικανότητα της τεκνοποιίας κατά τον αυτόν άσπιλο θείο τρόπο. "και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ⁅ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός, λέγων∙ αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής". Γεν. κεφ. Α΄ 27-28.

Επειδή  η δημιουργική Του εκδήλωση είχε περιορισθεί έως τότε στην εμφάνιση ζώων με ιδιαίτερες μορφές, τα δε ζώα  αυτά, χωρίς ικανότητα κρίσεως, ακολουθούσαν  απλώς τα ένστικτα,  έπλασε ο Θεός τα πρώτα ανθρώπινα σώματα και τα ονόμασε συμβολικώς   Αδάμ και Εύα. Σ' αυτά, για να τα καταστήσει ικανά να εξελιχθούν σε ανώτερα  επίπεδα,  μετέδωσε  θείες ψυχικές  ιδιότητες  επί πλέον της σωματικής των υποστάσεως. "καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν." Γεν. κεφ. Β΄ 7. Του Αδάμ ή του ανδρός το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η λογική κρίση, ενώ στην Εύα προεξήρχε το αίσθημα. Με τον τρόπο αυτόν εκδηλώνεται και το δισυπόστατο ή η πολικότητα πού ενυπάρχει στον κόσμο των φαινομένων. Λογική κρίσις και αίσθημα, συνδυασμένα, είναι μία σύμπραξη που φέρνει υπέρτατη, ουράνια χαρά, εφόσον βεβαίως η διάνοια δεν εξαπατάται και δεν παρασύρεται από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει μία ζωώδης τάση. Το ανθρώπινο σώμα, συνεπώς, δεν αντιπροσωπεύει μόνον την εξέλιξη, από την πρώτη του βαθμίδα, του κτήνους, άλλα είναι ένα έργο το οποίο ειδικώς δημιούργησε ο Θεός. Επειδή τα ζώα εν γένει, όπως παρουσιάζονται, έχουν πολλή τραχύτητα για να εκφράσουν όλη τη θεία έννοια, δόθηκε ειδικά, μόνον στον άνθρωπο η μέγιστη αυτή πνευματική ικανότητα πού έχει, με έδρα τον εγκέφαλο (λωτός με τα χίλια φύλλα) και τα άλλα ζωηρώς ανεπτυγμένα μυστικά κέντρα στην σπονδυλική στήλη. Ο Θεός, δηλαδή το συναίσθημα της θειότητας που είχε το πρώτο ζεύγος των ανθρώπων, τους συνέστησε να απολαύσουν κάθε τί πού μπορεί να χαρεί ό άνθρωπος, χωρίς όμως να προσηλωθούν στις σαρκικές ορμές. "Ο δε όφις (δηλαδή ή ερωτική ορμή) ην φρονιμότατος (δηλαδή ευφυέστερος, ικανότερος) πάντων των θηρίων των επί της γης" (δηλαδή όλων των άλλων αισθήσεων που υπάρχουν στο σώμα). Γέν. κεφ. Γ΄ 1. (Η ερμηνεία του μύθου αυτού αποδίδεται στον Σρι Γιούκτεσβαρ).

Οι σαρκικές ορμές αποκλείσθηκαν για να αποφευχθεί η ερωτική σωματική σχέση, η οποία καθηλώνει τον άνθρωπο στο χαμηλό επίπεδο της ζωώδους αναπαραγωγής. Αυτή όμως η υπόδειξη και η σύσταση που εδόθησαν για να μην αφυπνιστούν οι υποσυνείδητες αναμνήσεις του κτήνους, δεν εισακούστηκαν. Ό Αδάμ και η Εύα έπεσαν από τη θέση της ουράνιας ευδαιμονίας πού ευρίσκοντο, δηλαδή από τη θέση του πρώτου τελείου ανθρώπου. Η γνώση του καλού και του κακού αναφέρεται στο δυαδισμό ο οποίος επικρατεί παντού. Ο άνθρωπος, με την κακή χρήση, που έκανε, του λογικού και του αισθήματος, δηλαδή των ιδιοτήτων του Αδάμ και της Εύας, έβαλε τον εαυτό του υπό το ζυγό της απατηλής όψεως του κόσμου. Το αποτέλεσμα είναι ότι στερήθηκε του δικαιώματος να εισέλθει στον ουράνιο κήπο, όπου αποκτά κανείς τη θεία κατάσταση που φέρνει η αυτογνωσία και ο αυτοσεβασμός. Η προσωπική ευθύνη κάθε ανθρώπου είναι να επαναφέρει τους γονείς του, δηλαδή τις δυο χαρακτηριστικές του ιδιότητες που αναφέραμε, σε μια αρμονική σχέση, μια αρμονική συνύπαρξη, όπως εκφράζεται από τον Παράδεισο.

Εκ των μύθων οι μεν θεολογικοί αρμόζουν στους φιλοσόφους, οι φυσικοί και ψυχικοί στους ποιητές και οι μεικτοί στις τελετουργίες της μυήσεως, διότι κάθε μύηση αποσκοπεί να μας θέσει σε επαφή με τον κόσμο και με τους θεούς. Εάν χρειαστεί να αναφέρουμε άλλον ένα μύθο, λέγεται ότι η Μητέρα των θεών είδε τον Άττι ξαπλωμένο παρά τον ποταμό Γάλλο, τον ερωτεύτηκε και αφού πήρε τον αστροποίκιλτο πίλο της τον επέθεσε επί της κεφαλής του εραστού της και τον κατέκτησε. Εκείνος όμως αργότερα ερωτεύτηκε μια νύμφη και εγκατέλειψε τη Μητέρα των θεών για να ζήσει με τη νύμφη. Για το λόγο αυτό, η Μητέρα των θεών κατέστησε παράφρονα τον Άττι ο οποίος αφού απέκοψε τα γόνιμα μέλη του, τα άφησε στη νύμφη, και αφού ανέβηκε και πάλι στον ουρανό εξακολούθησε να συνοικεί με τη Μητέρα των Θεών.

Λοιπόν, η Μητέρα των Θεών είναι θεά ζωογόνος, εξ ου και το όνομα της Μητρός. Αφού οι ιδέες εκδηλώνονται από ένα νου ο οποίος τις θεάται, ρόλος της Κυβέλης είναι να δώσει γένεση στους νοερούς θεούς, οι οποίοι με τη σειρά τους γεννούν τους θεούς του ορατού κόσμου. Ο Άττις είναι ο δημιουργός των γινομένων και φθειρομένων για αυτό η αφήγηση λέγει ότι ευρίσκετο παρά τον Γάλλο ποταμό, διότι ο Γάλλος υπομιμνήσκει τον κύκλο του Γαλαξία εξ ου προέρχεται το σώμα το υποκείμενο στα πάθη. Επειδή δε οι πρώτοι θεοί οδηγούν τους δεύτερους προς την τελείωση, η Μητέρα ερωτεύεται τον Άττι και του προσφέρει τις ουράνιες δυνάμεις, τις οποίες υποσημαίνει ο πίλος. Πλην ο Άττις ερωτεύεται τη Νύμφη. Οι νύμφες είναι εκείνες που επιστατούν στην γένεση, διότι παν το γεννώμενο ρέει, υπόκειται σε μεταβολή. Επειδή όμως έπρεπε να ανασταλεί η γένεση και να αποφευχθεί όπως εκ των υπάρξεων της ύστατης παραγωγής γεννηθεί κάτι το χείρον, ο δημιουργός αυτών εγκατέλειψε τις γόνιμες δυνάμεις στη γένεση για να ανασυναφθεί (να επανέλθει σε επικοινωνία) με τους θεούς. Τα γεγονότα αυτά δεν γίνονταν σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο αλλά συμβαίνουν επ' άπειρον. Ο νους βλέπει τα πάντα στο σύνολό τους, ενώ ό λόγος εκφράζει τα μεν κατ' αρχάς, και έπειτα τα δε.

Έτσι, επειδή ό μύθος ευρίσκεται σε στενή σχέση με τον κόσμο, εμείς δε μιμούμεθα τον Κόσμο, διότι πώς θα ήταν δυνατόν να ακολουθήσουμε καλύτερη τάξη; Εορτάζουμε μία εορτή κατά τους εξής τύπους: Κατά πρώτον, επειδή και εμείς έχουμε πέσει από τον ουρανό και ζούμε πλησίον της Νύμφης, ζούμε σε κατήφεια και απέχουμε άρτου και κάθε άλλης βαριάς και ρυπαρής τροφής, διότι αμφότερα είναι ενάντια προς την ψυχή. Περαιτέρω η εκτομή ενός δένδρου και η νηστεία συμβολίζουν την αποκοπή μας από την πρόοδο της περαιτέρω γενέσεως. Μετά από αυτό η εκ γάλακτος τροφή παριστά την αναγέννησή μας. Τέλος ακολουθούν εκδηλώσεις χαράς και στέψεις, όπως η επάνοδός μας στους θεούς.

Μαρτυρία δε υπέρ της εξηγήσεως αυτής, είναι και η εποχή όπου οι τύποι αυτοί τελούνται. Πράγματι τα δρώμενα αυτά τελούνται κατά το έαρ και την ισημερία όταν παύουν τα γεννώμενα να γεννώνται και η ημέρα καθίσταται μεγαλύτερη από τη νύκτα, πράγμα το οποίο έχει στενή σχέση με τις αναγεννώμενες ψυχές. Ακριβώς δε κατά την αντίθετη ισημερία ο μύθος τοποθετεί την αρπαγή της Κόρης, η οποία στην πραγματικότητα συμβολίζει την κάθοδο των ψυχών.

Η γνώση περί των θεών, η οποία αργότερα έμελλε να εξελιχθεί στο μύθο, στη λατρευτική αφήγηση και το θρύλο, όπως και η θρησκευτική πράξη και η λατρεία, η οποία οδήγησε μετέπειτα στη διάπλαση διαφόρων λατρευτικών συστημάτων και εκκλησιαστικών κοινοτήτων, γεννήθηκαν συγχρόνως, διότι το μέγα βίωμα της θεότητας, άγει όχι μόνον στην εξ αυτού απορρέουσα γνώση του θείου, αλλά και συγχρόνως στο σεβασμό και στην ανάλογη λατρευτική στάση, η οποία αποτελεί ήδη μεγάλο βήμα και σημαντικό τμήμα της μεταγενέστερης λατρευτικής εκδηλώσεως.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Όταν ο καταψύκτης εκδικείται…

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ