Του Γρηγόρη Μυστιλιάδη
Κουρασμένος αλλά με αναπάντεχα καλή διάθεση, έβλεπα το σταθμό και το τέλος του ταξιδιού επιτέλους μπροστά μου μέσα από το παράθυρο του ΚΤΕΛ, επιστρέφοντας από Αθήνα. Ο εξαιρετικός καιρός είχε ανυψώσει το ηθικό μου, τόσο που αντιλήφθηκα ότι θα ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που έπιανα τον εαυτό μου να μη δυσανασχετεί στο ελάχιστο εν όψει της βόλτας με το ταξί που με περίμενε για να με πάει σπίτι. Όχι ότι έχω κανένα πρόβλημα με τα ταξί, απλά οι οδηγοί συνήθως ψάχνουν για κουβεντούλα, απόλυτα κατανοητά οι άνθρωποι, εγώ δε θα την πάλευα με τίποτα τόσες ώρες πίσω από το τιμόνι, μόνο που το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δε μου άρεσε η κουβεντούλα, πολύ περισσότερο όταν είμαι και κουρασμένος. Απλά βαριέμαι. Τώρα όμως, είχα όλη την καλή διάθεση.
Ο κύριος Γιώργος, γύρω στα 45, έδειξε από την αρχή ότι, αν μη τι άλλο, δε θα με έκανε να βαρεθώ με τίποτα. Ευγενέστατος και εγκάρδιος από την αρχή, με ρώτησε για τον προορισμό μου και η βόλτα ξεκίνησε. Μετά τα πρώτα μέτρα και τις απαραίτητες συστάσεις – από πού είσαι παλικάρι, τι δουλειά κάνεις, από πού έρχεσαι κτλ κτλ – καλωσόρισε το γεγονός ότι του έλαχε πελάτης πρόθυμος να τον αφήσει να βγάλει από μέσα του τα εσώψυχά του, να σολάρει ρε αδερφέ. Πρώτο φανάρι, στο βάθος μια μονοκατοικία και πρώτη εικόνα στην αυλή ένα τεράστιο, επιβλητικό ροτβάιλερ. «Πω πω κοίτα φίλε, τι ωραίο ζώο. Άντε τώρα να μπεις εσύ μέσα άμα σου βαστάει. Θηρίο ολόκληρο. Αχ, εκεί θα καταλήξουμε όπως πάει η δουλειά, θα βάλουμε όλοι σκυλιά να μας φυλάνε τα σπίτια, θα φοβόμαστε ο ένας τον άλλο». Συμφώνησα και έσπευσα να τον ενημερώσω για την ιδιαιτερότητα που έχουν οι κυνόδοντες του ροτβάιλερ σε σχέση με τα άλλα σκυλιά, αλλά και την ιστορία τους, όταν στην αρχαία Ρώμη πάλευαν με λιοντάρια στις αρένες. Λάθος. Πυροδότησα άμεσα μια πονεμένη ιστορία με ένα λυκόσκυλο που είχε μικρός στην Καβάλα και του ρίξανε φόλα κάποιοι … αχαρακτήριστοι και πλέον του έμεινε το τραύμα και δε θέλει να πάρει σκύλο στο γιο του, αν και τον έχει πρήξει ο μικρός. Όλα καλά, ωραία τα έλεγε ο άνθρωπος και την κερδίζαμε την άσφαλτο, οργιά με την οργιά.
Στο ραδιόφωνο μια σατυρική εκπομπή είχε ένα σποτάκι με δηλώσεις πολιτικών, πριν και μετά το μνημόνιο. Ο γαλάζιος αρχηγός αγόρευε για το πώς η παράταξή του δε θα μπορούσε ποτέ να ψηφίσει αυτό το δεύτερο σχέδιο που θα καταδίκαζε σε δουλεία όλους τους Έλληνες, όπως δεν ψήφισε και το πρώτο, και μια μικρή διακοπή με μουσική τσίρκου μας οδήγησε στις νέες δηλώσεις του, αφού ψήφισε και τα δύο. Αμέσως μετά, ο ακροδεξιός μας ηγέτης καμάρωνε μετά παρρησίας για το πώς ο ίδιος, μόνος του ουσιαστικά, έσωσε τη χώρα στο χείλος του γκρεμού και πόσο καλύτερα πρέπει να νιώθει ο Έλληνας, τώρα που έχει την ασφάλεια του μνημονίου να τον προστατεύει. Έξαλλο μου τον κάνανε το Γιωργάρα. «Ακούς, ακούς τι λέγανε οι παλιο(λογοκρίνομαι); Ακούω να λες». «Ακούω», του είπα κι εγώ χαμογελαστά. «Τόσα χρόνια φάε, φάε, φάε και να πού μας φτάσανε τα λαμόγια. Κι εμείς ακόμα τους ακούμε, αντί να κάνουμε κάνα ντου και όποιον πάρει ο χάρος», συνέχισε ο Αττίλας ο Ούνος, παλιότερα γνωστός ως Γιώργος ο ταξιτζής. Τι να πω κι εγώ, εντάξει, τα έχουμε πει και τα έχουμε ακούσει χίλιες φορές όλα αυτά, αλλά ότι δεν έχει δίκιο, δεν το λες. Κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά και ονειροπόλησα, με το βλέμμα μου να καρφώνεται σε ένα τρομερό γυράδικο που προσπερνούσαμε εκείνη την ώρα. Συνειδητοποίησα ότι έχω να φάω από το πρωί και σκέφτηκα το γαστριμαργικό όργιο που με περίμενε σπίτι.
«Αυτό πάλι;», άκουσα και βγήκα άρον άρον από το όνειρο. Ο Αττίλας, που στο μεταξύ είχε ξαναγίνει Γιώργος, γελούσε με κάτι παιδιά που είχαν σταματήσει μπροστά σε ένα φανάρι και κάνε ζογκλερικά με κάτι κορίνες. «Πολύ τους πάω αυτούς. Καμιά φορά τους δίνω και από κάτι. Τουλάχιστον είναι χαμογελαστοί οι τύποι, άσε που έχουν και ένα κάποιο ταλέντο. Και το σημαντικότερο, δε μου χαλάνε και το παρμπρίζ, όπως οι άλλοι που ντε και καλά θέλουν να μου το πλύνουν. Αφού πλυμένο είναι ρε αδερφέ, δεν το βλέπεις;». Τα παιδιά συνέχιζαν να εκμεταλλεύονται το κόκκινο φανάρι και τώρα ο ένας από τους δύο έβγαλε το πολύχρωμο καπέλο του και μάζεψε μερικά κέρματα από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα. Μου άρεσε που ο κυρ – Γιώργος, παρά την κούρασή του και το γεγονός ότι τριγύριζε 15 ώρες τη μέρα στους δρόμους, είχε ακόμα το κουράγιο να απολαμβάνει κάτι τέτοια μικρά σκηνικά. Και γέμισα ενοχές, γιατί εγώ μισή ώρα κολλάω στο μποτιλιάρισμα και μου φταίει μέχρι και το ραδιόφωνο που παίζει χαζομάρες. Για ζογκλέρ και λοιπούς ούτε λόγος, βιαζόμαστε λέμε…
Δυο στροφές πριν το σπίτι, δίπλα σε ένα βενζινάδικο, ένας πλανόδιος πουλούσε πορτοκάλια. 0,49 ευρώ το κιλό, με μια πινακίδα να γράφει με καμάρι «παραγογίς μας». Σκέφτηκα να πω στον πιλότο να κάνει λίγο στο πλάι, να κρατήσουμε μαζί με βουρκωμένα μάτια ενός λεπτού σιγή για τον άγριο βιασμό της ελληνικής γλώσσας, αλλά το άδειο μου στομάχι επαναστάτησε στη σκέψη και μόνο και τελικά δεν είπα τίποτα. «0, 49. Με εκνευρίζουν κάτι τέτοια. Δηλαδή τώρα άμα πάρω 2 κιλά και του δώσω 1 ευρώ, θα μου δώσει 2 λεπτά ρέστα; Γράψε ρε άνθρωπε 0,5 το κιλό. Τι χαζομάρες είναι αυτές. Θα μου πεις σιγά το θέμα. Δε λέω ότι έχει καμιά ουσιαστική διαφορά, αλλά βαρέθηκα τις εξυπνάδες και τις κοροϊδίες, ακόμα και αυτές τις άκακες. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις», μου είπε ο κυρ – Γιώργος. Μια χαρά τον καταλάβαινα. Και μένα με κούρασαν όλα αυτά.
Λίγα μέτρα σιωπής και φτάσαμε σπίτι. Κατέβηκε κάτω, έβγαλε την τσάντα μου από το πορτ – μπαγκάζ, με ευχαρίστησε για την παρέα (!) και, αφού τον πλήρωσα, με καληνύχτισε και πήρε το δρόμο του. Ωραίος τύπος, σκέφτηκα. Καλά τα είπαμε, πλούτισε η βόλτα με την κουβέντα. Δόξα τω Θεώ, μια βόλτα εδώ γύρω κι από υλικό να σχολιάσεις, άλλο τίποτα. Περνάμε φοβερά στην Ελλαδάρα. Χαλάλι λοιπόν η βόλτα, χαλάλι και τα 5,70 που στρογγυλεύτηκαν και γίνανε 6 για το Γιωργάρα. Όλα καλά.