Μια πρόταση διαφορετική από όσες έχουν ακουστεί μέχρι σήμερα, στόχος της οποίας είναι να βοηθήσει την Ελλάδα να ορθοποδήσει και να «περάσει» πιο γρήγορα στην ανάπτυξη, έκανε χθες Ολλανδός υπουργός που βρέθηκε στη χώρα μας και είχε επαφές με κυβερνητικά στελέχη.
Ειδικότερα, ο Μπεν Κνάπεν, υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ολλανδίας, μιας χώρας η οποία αντιδρά στο ενδεχόμενο ενός νέου προγράμματος ή περισσότερων χρημάτων προς την Ελλάδα, συναντήθηκε χθες με τον υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα και με τον υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων Κωστή Χατζηδάκη.
Παρόλο που δεν υπήρξε επίσημη ενημέρωση από το υπουργείο Οικονομικών για το περιεχόμενο της συνάντησης, πληροφορίες αναφέρουν ότι συζητήθηκαν τρόποι αντιστροφής του δυσμενούς κλίματος που υπάρχει στην κοινή γνώμη της Ολλανδίας για την Ελλάδα και ειδικότερα σε σχέση με το ενδεχόμενο επιμήκυνσης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, σε περίπτωση που συνοδεύεται από πρόσθετες ανάγκες χρηματοδοτήσεων. Από ελληνικής πλευράς διευκρινίσθηκε ότι δεν τίθεται αίτημα πρόσθετης χρηματοδότησης.
Ανώτερα στελέχη του υπουργείου ανέφεραν ότι η ολλανδική πλευρά προέτρεψε την ελληνική πλευρά να μην χρησιμοποιεί τον όρο επιμήκυνση, καθώς, σε επικοινωνιακό επίπεδο, η λέξη αυτή έχει αρνητική επίδραση στους πολίτες της Βόρειας Ευρώπης. Τι πρότειναν οι Ολλανδοί; Τον όρο frontloading, ο οποίος θα μπορούσε να περιγραφεί ως «εμπροσθοβαρής εκταμίευση των δόσεων, προκειμένου να διευκολυνθεί το πέρασμα στην ανάπτυξη». Αν η πρόταση αυτή συζητήθηκε χθες, οι τελικές αποφάσεις, σε κάθε περίπτωση, λαμβάνονται από την τρόικα. Πάντως, ενδεχόμενη υιοθέτησή της, θα σήμαινε ότι εναπομείνασες οι δόσεις του δεύτερου πακέτου στήριξης θα εκταμιεύονταν πιο γρήγορα, αντί να κατανεμηθούν στην τριετία 2013-2015 και θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κάλυψη αναγκαίων υποχρεώσεων του κράτους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι εάν το δημόσιο είχε τη δυνατότητα να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του, οι οποίες ξεπερνούν τα 6 δις. τότε το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας που αντιμετωπίζει η αγορά σήμερα, θα μπορούσε να μετριαστεί.
Ο Ολλανδός υπουργός είδε χθες και τον υπουργό Ανάπτυξης κ. Χατζηδάκη, με τον οποίο συζήτησαν για τις διαρθρωτικές αλλαγές που προωθούνται στην Ελλάδα με έμφαση στις μεταρρυθμίσεις που προωθεί το υπουργείο Ανάπτυξης και ανακοινώθηκαν πρόσφατα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου, ο Κ. Χατζηδάκης επανέλαβε τη βούληση της κυβέρνησης να προχωρήσουν οι διαρθρωτικές αλλαγές που θεωρούνται προαπαιτούμενο για να μπει η χώρα σε τροχιά ανάκαμψης και ανάπτυξης. Στη συνάντηση συζητήθηκε επίσης η πορεία υλοποίησης του ΕΣΠΑ. Ο κ. Χατζηδάκης τόνισε ότι παρά τα προβλήματα, η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην απορρόφηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ.
Συζητήθηκε τέλος η πρόοδος της προσπάθειας απλοποίησης των εξαγωγικών διαδικασιών, ζήτημα για το οποίο συνδράμουν τη χώρα μας Ολλανδοί ειδικοί, στο πλαίσιο της Task Force. Στο συγκεκριμένο θέμα διαπιστώθηκε πρόοδος και από τις δύο πλευρές. Στη συνάντηση μετείχαν ο υφυπουργός Νότης Μηταράκης και ο νέος πρέσβης της Ολλανδίας στη χώρα μας, Jan Versteeg.
Ενδεικτικές της στάσης που τηρεί η Ολλανδία απέναντι στη χώρα μας είναι οι προχθεσινές δηλώσεις του Ολλανδού υπουργού Οικονομικών Γιαν Κις ντε Γέγκερ. Ο κ. ντε Γέγκερ και ο γερμανός ομόλογός του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσαν ότι δεν μπορούν να γίνουν εικασίες για την παροχή πρόσθετης βοήθειας στην Ελλάδα πριν από την έκθεση της τρόικας για την κατάστασης της οικονομίας της χώρας. Όπως μετέδωσε το πρακτορείο Bloomberg, ο Ολλανδός υπουργός δήλωσε ότι η έκθεση της τρόικας αφορά τη χορήγηση δόσεων με το υφιστάμενο πρόγραμμα, προσθέτοντας ότι υπάρχουν «αντιρρήσεις» στην Γερμανία και την Ολλανδία όσον αφορά ένα νέο πρόγραμμα ή περισσότερα χρήματα για την Ελλάδα. Το Bloomberg σημειώνει ότι και οι δύο αξιωματούχοι είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στη χορήγηση επιπλέον χρημάτων στην Ελλάδα. «Δεν μπορούμε να κάνουμε ένα νέο πρόγραμμα. Υπάρχουν όρια», είχε δηλώσει στις 18 Αυγούστου ο κ. Σόιμπλε. «Η Ολλανδία και η Γερμανία συνεργάζονται στενά και έχουν παρόμοιες θέσεις. Θέλουμε μία ισχυρή Ευρώπη και γνωρίζουμε ότι αυτό είναι σημαντικό για όλες τις χώρες ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της περαιτέρω ενοποίησης», ανέφερε ο κ. Σόιμπλε.