Skip to main content
Menu

Ιωάννης Σαρίδης: Το «ξεπούλημα» και οι... «κοινοβουλευτικές παραδόσεις»

Ο βουλευτής της Ένωσης Κεντρώων στην Α' Θεσσαλονίκης, αρθρογραφεί στον «Τύπο Θεσσαλονίκης»

Άρθρο του Ιωάννη Σαρίδη*

 

Μόλις είχα ολοκληρώσει την εισήγησή μου προς την Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων για ένα πολύ σημαντικό σχέδιο νόμου, όταν -κατεβαίνοντας από το βήμα- δέχτηκα την παρατήρηση του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Τον είχε ενοχλήσει πολύ μια λέξη που είπα αναφερόμενος στο Σκοπιανό. Ήταν η λέξη "ξεπούλημα".

Ομολογώ πως εκείνη την στιγμή δεν με προβλημάτισε ιδιαίτερα το σχόλιό του. Η λέξη "ξεπούλημα" ακούγεται καθημερινά και σε κάθε γειτονιά της πόλης μου, της Θεσσαλονίκης. " -Εγώ τον ενόχλησα;" αναρωτήθηκα... "Γιατί; Επειδή την μετέφερα στην Βουλή; Μήπως θα έπρεπε να προβληματιστεί εκείνος περισσότερο από εμένα για το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως έτσι νιώθουν στην πλειοψηφία τους οι Μακεδόνες;" Και με τις σκέψεις αυτές πήγα και έκατσα στο έδρανό μου να ακούσω τους υπόλοιπους συναδέλφους μου. 

Λίγο αργότερα ζήτησαν και πήραν τον λόγο και οι δύο. Και ο Πρωθυπουργός και ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Πρόκειται για την συζήτηση που έγινε την Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018, εκείνη δηλαδή την συνεδρίαση της Ολομέλειας κατά την οποία έλαβε χώρα και ο απαράδεκτος διαπληκτισμός του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης με τον Πρόεδρο της Βουλής. Την ίδια που ο κύριος Μητσοτάκης κατήγγειλε ευθέως την κυβέρνηση πως "αντάλλαξε μετά από παζάρια" την μη περικοπή των συντάξεων με την παράδοση του ονόματος και που ο κύριος Τσίπρας απείλησε τον κύριο Μητσοτάκη πως θα τον καταγγείλει στους... "ομοϊδεάτες του στην Ευρώπη(!)", στα "μεγάλα παιδιά", την κυρία Μέρκελ, τον κύριο Γιούνκερ κλπ.

Τα όσα είπαν και έπραξαν από το βήμα της Ολομέλειας τα είδαν και τα άκουσαν όλοι οι Έλληνες και δεν έχω να σχολιάσω τίποτα για την ζημιά που έκαναν στον Κοινοβουλευτισμό με την εικόνα που παρουσίασαν. 

Το συμπέρασμα όμως που έβγαλα έπειτα από αυτά που είδα και άκουσα εκείνη τη μέρα δεν αμφισβητείται πια... Δεν γίνεται να το αντικρούσει κανείς ο οποίος έτυχε και είδε όσα έγιναν και άκουσε τα όσα ειπώθηκαν. Και οι δύο τους δεν έχουν καμία απολύτως ιδέα σχετικά με το γιατί οι Μακεδόνες χρησιμοποιούν την λέξη "ξεπούλημα". Αυτή είναι η αλήθεια! Κανείς από τους δύο δεν έχει αντιληφθεί το περιεχόμενο, το νόημα, την ερμηνεία που αποδίδουν σε αυτήν τη λέξη οι Θεσσαλονικείς. Αγνοούν και οι δύο τον τρόπο σκέψης των πολιτών. Και αυτό -κατά τη γνώμη μου- είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Όταν ο Πρωθυπουργός και ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης της Χώρας αγνοούν ταυτόχρονα και οι δύο το λαϊκό αίσθημα, τον τρόπο σκέψης των πολιτών, τότε τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ επικίνδυνα. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν θεωρώ πως η παρούσα δημόσια παρέμβασή μου ίσως φανεί χρήσιμη. 

Το "ξεπούλημα" περιγράφει αυτό που νιώθουμε μπροστά στην διαπίστωση πως το 80% των πολιτικών δυνάμεων δίνει το όνομα την στιγμή που το 80% των Ελλήνων διαφωνεί με αυτήν την απόφαση. Το "ξεπούλημα" αποδίδει την αίσθηση, τη γεύση που άφησε η αποκάλυψη πως όλες ανεξαιρέτως οι ελληνικές κυβερνήσεις (με πρώτη εκείνη του Σημίτη που δεν κατήγγειλε ποτέ τις παραβιάσεις της ενδιάμεσης συμφωνίας, του ίδιου Σημίτη που δεν είχε ιδέα για το τι ποιούσε η δεξιά του και τι η αριστερά του) αγνόησαν την γνώμη των Ελλήνων και έθεσαν αργά αλλά σταθερά, ένα-ένα τα θεμέλια για τη συμφωνία της Λίμνης. Καθένας και από λίγο, καθένας και από κάτι, όλοι στη ζούλα, όλοι στα κρυφά, όλοι κόντρα στους Έλληνες.

Η λέξη "ξεπούλημα" αναφέρεται στις σκέψεις που προκαλεί μια απλή ανασκόπηση στην πρόσφατη, μνημονιακή, πολιτική ιστορία του τόπου αλλά κυρίως στα ερωτήματα που καταλήγουν αυτές οι σκέψεις, τα οποία με ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων παραμένουν μέχρι σήμερα αναπάντητα. 

Τελικά τι έγινε τον Αύγουστο του 2015; Τι σήμαινε το γεγονός πως 225 Έλληνες βουλευτές από 5 διαφορετικά πολιτικά κόμματα παρέδωσαν δια της ψήφου τους την εθνική κυριαρχία; Τελικά πόσα από αυτά που επιβλήθηκαν στους Έλληνες ήταν αποτέλεσμα του εκβιασμού των δανειστών και πόσα ήταν προϊόν εγχώριας ιδεολογικής προέλευσης; Με ποια απειλή μας έπεισαν να υποκύψουμε στον εκβιασμό; Πόσο συχνά θα μπορούν να την χρησιμοποιούν αυτήν την απειλή και για ποια θέματα; Τι κάνουμε για να φύγουμε από αυτήν τη θέση, από αυτήν την κατάσταση που μας καθιστά ευάλωτους σε κάθε είδους εκβιασμούς; Και τέλος τα πιο σημαντικά ίσως ερωτήματα απ' όλα σε σχέση με το Σκοπιανό... Το ανοίξαμε άραγε με την θέληση μας ή μας το επέβαλλαν; Μας επέβαλλαν απλά να βρούμε μια λύση -όποια και να ναι- ή μας επέβαλλαν να δώσουμε το όνομα; 

Η λέξη "ξεπούλημα" λοιπόν δεν αφορά σε κούφιες καταγγελίες, ούτε σε εθνικιστικές κραυγές. Η λέξη ξεπούλημα έχει να κάνει με το γεγονός πως ο ελληνικός λαός δεν ερωτήθηκε ποτέ για το Σκοπιανό, πως η ελληνική βουλή δεν συμμετείχε σε κανένα στάδιο αυτής της πορείας προς τη συμφωνία της λίμνης, πως μια χούφτα άνθρωποι πίσω από κλειστές πόρτες αποφάσισαν για τους Έλληνες, χωρίς τους Έλληνες. Το να καταγγέλλει λοιπόν ο κύριος Μητσοτάκης τον κύριο Τσίπρα για ξεπούλημα, την ίδια στιγμή που και ο ίδιος συμφωνεί να δοθεί το όνομα, είναι τουλάχιστον γκροτέσκο. Όπως εξίσου τραγελαφικό είναι να απειλεί ο κύριος Τσίπρας πως θα το πει στην δασκάλα ότι ο Κυριάκος είναι κακό παιδί και παραβιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού...

Οι ίδιοι που δεν κατανοούν την λέξη ξεπούλημα μου κουνάνε το δάχτυλο γιατί δήθεν έσπασα τις ...ιερές "κοινοβουλευτικές παραδόσεις του τόπου" και πήγα και ψήφισα τον προϋπολογισμό, ενώ ανήκω στην Αντιπολίτευση. Έσπασα την παράδοση δηλαδή και έκανα του κεφαλιού μου σπάζοντας την "κομματική γραμμή... Λεβέντη(!)" χωρίς να αποχωρήσω από την κοινοβουλευτική μου ομάδα και χωρίς να προσχωρήσω σε άλλο κόμμα αλλάζοντας ταυτόχρονα και τις μισές μου θέσεις... Και μιλάνε για "κοινοβουλευτικές παραδόσεις" αυτοί που ξέσκισαν το Σύνταγμα με ΠΝΠ (πράξεις νομοθετικού περιεχομένου), αυτοί που ψήφισαν μνημόνια, αυτοί που παραχώρησαν την εθνική κυριαρχία, αυτοί που πτώχευσαν και υποθήκευσαν τη χώρα, αυτοί που διέλυσαν με νόμους το κοινωνικό κράτος, αυτοί που έφεραν το 1/3 των Ελλήνων κάτω από το όριο της φτώχειας και τη συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων, ένα βήμα πριν από αυτό.

Κανείς από αυτούς δε βρήκε να μου απαντήσει το παραμικρό απέναντι στα επιχειρήματα που παρουσίασα για την απόφασή μου αυτή. Γι’ αυτό και το μόνο που μου προσάπτουν είναι πως δήθεν δεν τήρησα τις παραδόσεις! Η λέξη παράδοση λοιπόν είναι άλλη μια λέξη που δεν την καταλαβαίνουμε το ίδιο. Άλλο σκέφτονται αυτοί όταν ακούν την λέξη "παράδοση" και άλλο εγώ. Η δική τους παράδοση συνοδεύεται από την φράση "άνευ όρων" ενώ η δική μου παράδοση κοσμείται από το επίθετο "δημοκρατική".

Εύχομαι σε όλες και όλους μια καλή, δημιουργική χρονιά με υγεία. Μακάρι το 2019 να είναι έτος συναινέσεων, συνεργασιών, συνεννοήσεων και όχι διχασμού.

 

*Ο Ιωάννης Σαρίδης είναι βουλευτής της Ένωσης Κεντρώων στην Α'  Θεσσαλονίκης

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ»

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ