Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Πολλοί πιστεύουν, ότι ο πατέρας της έκφρασης αυτής είναι ο Νικολό Μακιαβέλλι, ωστόσο μάλλον αυτό δεν είναι απολύτως ορθό. Ο λόγος είναι μάλλον, ότι σχετίζεται με κάτι που θα μπορούσε κανείς να περιλάβει στον πολιτικό ρεαλισμό και ως εκ τούτου μάλλον του ταιριάζει. Ο ρεαλισμός αυτός πολλές φορές αγγίζει τα όρια του κυνισμού και κατατείνει στο να θεωρείται αποδεκτή εν τέλει κάθε συμπεριφορά και στάση, αρκεί να επιτυγχάνεται ο στόχος.
Γιατί αναφερόμαστε όμως σε αυτό καλοκαιριάτικα;
Κατά βάση, επειδή τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο στην πολιτική ζωή παρακολουθούμε να γίνεται διαγωνισμός στην προκλητικότητα, τη χυδαιότητα και αποκλειστικά και μόνο στο υβρεολόγιο.
Οι αντίπαλοι δηλαδή δε διαγωνίζονται σε σχέση με τις απόψεις και τις ιδέες, όπως θα έπρεπε και θα περίμενε κανείς, αλλά αποκλειστικά και μόνο σε επιθέσεις και ακραίες αντεγκλήσεις. Επίσης, αποκαλούν ο ένας τον άλλο φασίστες.
Σε αυτό το τελευταίο μπορεί και να έχουν δίκιο. Διότι το να προσπαθείς να καταφέρεις πλήγμα στους αντιπάλους σου βρίζοντας και υποτιμώντας τους, αντί να προσπαθείς να προβάλεις πολιτικές απόψεις και επιχειρήματα, είναι ένα είδος φασισμού. Ο οποίος υπάρχει και εντοπίζεται ως τέτοιος και δυστυχώς η ιδεολογία εκείνου που πολιτεύεται με τον τρόπο αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο και ουδόλως αίρει αυτό το χαρακτηριστικό.
Το θέμα μας είναι λοιπόν η απουσία πολιτικής πρότασης. Στη σύγχρονη πολιτική σκηνή σχεδόν απουσιάζει αυτή και αντικαθίσταται και υποκαθίσταται από τσαμπουκάδες, ύβρεις και απόλυτη αμετροέπεια. Από τη μία πλευρά οι ηγέτες όλων των πολιτικών δυνάμεων αρνούνται να αναπτύξουν ένα σύνθετο και πλήρη πολιτικό λόγο και ανάλογες προτάσεις. Σε αυτή τους βέβαια την επιλογή βρίσκουν πολλούς άξιους συνοδοιπόρους και συνεργάτες στο κοινωνικό σύνολο που αντίστοιχα ικανοποιούνται από αυτήν την εικόνα, διότι και εκείνοι με την πλευρά τους δε θέλουν να ζορίζονται και να προβληματίζονται. Επίσης, αυτή η χυδαία επιθετικότητα μεταξύ των αντιπάλων ικανοποιεί τα ταπεινά τους αισθήματα, τα οποία δυστυχώς σε όλους μας έχουν την τάση να κυριαρχούν και να επιβάλλονται, όταν τα αφήνουμε.
Πολλές φορές η ατμόσφαιρα είναι χειρότερη και από τα γήπεδα, όπου επίσης δε θα έπρεπε να κυριαρχεί το υβρεολόγιο. Ωστόσο πολλές φορές η πολιτική αντιπαράθεση δεν έχει τίποτα να ζηλέψει, αντίθετα γίνεται μάλλον ανταγωνιστική. Η διαφορά είναι, ότι στο γήπεδο υπάρχει πάθος και φανατισμός, αλλά δεν παράγεται πολιτική, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο. Και η πολλές φορές τυφλή πίστη στην ομάδα που ενδεχομένως οδηγεί πολλές φορές σε ισοπέδωση, δε δημιουργεί πολιτικό status quo.
Παρά το γεγονός, ότι καταλαβαίνω τις αντιλήψεις που κατέγραψε ο Μακιαβέλλι εν γένει, αυτές δε μου άρεσαν ποτέ ιδιαίτερα. Είναι σημαντικό να έχει κανείς στρατηγική και σχέδιο στην πολιτική, για να περάσει τις δικές του απόψεις. Όχι όμως με κάθε θυσία και, κυρίως, όχι δια της εύκολης οδού. Και ιδίως, επειδή είναι ορθές και μπορούν να κυριαρχήσουν. Άρα η βαρύτητα θα πρέπει να δίνεται στο επιχείρημα και την ίδια την άποψη.
Αυτό σήμερα δεν το βλέπουμε σχεδόν καθόλου. Κανείς ή πολύ λίγοι είναι καταρχάς οι ίδιοι πεπεισμένοι και συνεπείς με τις απόψεις τους και έχουν την πραγματική διάθεση να τις μεταλαμπαδεύσουν και σε άλλους. Αυτό που γίνεται σήμερα είναι, οι πολιτικοί ηγέτες να ψάχνουν την ατάκα, τη γρήγορη αντίδραση και διάφορα άλλα τέτοια, αντί να θωρακίζουν την επιχειρηματολογία. Το ζητούμενο είναι να καταφέρεις ένα δυνατό χτύπημα στον αντίπαλο κατά προτίμηση σε προσωπικό και ηθικό επίπεδο και σπάνια σε πολιτικό.
Στη σύγχρονη πολιτική ζωή και αυτό αναφέρεται κατά βάση στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου της μεταπολίτευσης (σας έχω πει, ότι είμαστε συνομήλικοι), περισσότερο μιλάμε εκατέρωθεν για τα άρθρα του ποινικού κώδικα και λιγότερο, αν όχι καθόλου για πολιτικές και αντιλήψεις.
Και ξέρετε, ποιο είναι το καλύτερο;
Μα το ότι η αντίληψή μας για το αδίκημα που κάθε φορά συζητάμε σχετίζεται με την ιδεολογική μας τοποθέτηση. Δε μας ενδιαφέρει το τί έγινε και αν αυτό είναι παράνομο, αλλά μας μόνο το ποιος φέρεται να το έχει κάνει και πού ανήκει αυτός. Αν είναι αντίπαλος είναι εγκληματίας, ενώ αν είναι δικός μας είναι σίγουρα αθώος.
Δε γίνεται όμως έτσι, δυστυχώς. Κάποια στιγμή αυτό θα πρέπει να σταματήσει και να αποκτήσουμε εμείς πρωτίστως ανάλογες αξιώσεις.
Διαφορετικά ο πραγματικός φασισμός, όχι ο γιαλαντζί που αναφέραμε πιο πάνω που επιρρίπτουν οι αντίπαλοι ο ένας στον άλλο, θα επικρατήσει. Και καλά θα κάνουμε εμείς που θα φταίμε για αυτό, γιατί εμείς το αφήσαμε να γίνει, να μην εκπλαγούμε. Θα πρέπει ή να συνετιστούμε ή απλά να το περιμένουμε.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
