Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Παρακολουθώντας την πολιτική αντιπαράθεση τις τελευταίες μέρες (και φυσικά όχι μόνο) διαπιστώνουμε για άλλη μια φορά το πόσο πραγματικά χαμηλό είναι το επίπεδο όλων, ανεξάρτητα από την πολιτική άποψη που ο καθένας εκφράζει.
Έχουμε φτάσει λοιπόν σε ένα σημείο που ορισμένοι από εμάς δε στέκονται στο περιεχόμενο αυτών που λέγονται, αλλά στο ύφος, τον τρόπο και εν τέλει το ήθος αυτού που κάθε φορά μιλάει. Και δυστυχώς, θλιβόμαστε, ακόμη και να μπορεί ιδεολογικά στοιχειωδώς έστω να συμφωνούμε. Αλλά το επίπεδο του λόγου είναι τόσο χαμηλό που εν τέλει η άποψη δεν έχει και πολλή σημασία. Διότι ο τρόπος που προβάλλεται είναι αποκρουστικός.
Πολλές φορές το έχουμε αναφέρει αυτό από εδώ. Σήμερα θα κάνουμε μια προσπάθεια να αντιπαρατεθούμε με το θέμα και ίσως να αναζητήσουμε μία έστω από τις γενεσιουργίες του αιτίες.
Είναι γνωστό -και επίσης το έχουμε γράψει- ότι όλα ξεκινάνε από την παιδεία. Προφανώς. Και σε αυτό όμως θα πρέπει κανείς να εμβαθύνει, διότι διαφορετικά και η διαπίστωση αυτή τείνει να γίνει κλισέ.
Ένα από τα βασικά στοιχεία της εκπαίδευσης λοιπόν είναι το λάθος. Πολλοί και σπουδαίοι άνθρωποι που κατά καιρούς πάτησαν τη γη μας έχουν δηλώσει ευγνώμονες για τα λάθη που έκαναν και ακόμα περισσότερο για αυτά που έκαναν νωρίς και έχοντας χρόνο να τα διορθώσουν. Αυτός λοιπόν που έχει την ευθύνη να σε εκπαιδεύσει, οφείλει να αναγνωρίσει και εντοπίσει το λάθος και στη συνέχεια να σου το επισημάνει με ένα τρόπο που να είναι αυτό που λέμε δημιουργικός. Έτσι, θα σου δώσει την ευκαιρία να το διορθώσεις και να βελτιωθείς. Και κατά πάσα πιθανότητα να μην το επαναλάβεις.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται το κλειδί της όλης ιστορίας.
Διότι, προφανώς σε κανέναν από εμάς δεν αρέσει να του λένε, ότι κάνει λάθος. Είναι και αυτή η αντίδραση κάτι που σε τελευταία ανάλυση πρέπει να μάθεις. Κυρίως όμως, πρέπει να εκπαιδευτείς στο να προχωράς πέρα από αυτό. Να πέφτεις δηλαδή και εν συνεχεία να σηκώνεσαι.
Τον τελευταίο καιρό, σίγουρα και υπό την επήρεια της ορθότητας, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, όπου το να επισημάνεις σε κάποιον, ότι σφάλει, μπορεί να αντιμετωπιστεί και ως κάτι ανεπίτρεπτο. Είναι λίγο σα να προσπαθούμε να επαναφέρουμε το αλάθητο με άλλο τρόπο όμως. Όχι με το να θεωρούμε, ότι άνθρωπος που φέρει μια συγκεκριμένη ιδιότητα δεν μπορεί να σφάλει με μεταφυσικό τρόπο, αλλά ότι το να δείξουμε σε κάποιον το λάθος του είναι προσβλητικό και ως εκ τούτου απαγορευμένο.
Να το λοιπόν το πρόβλημα. Διότι, αν δεν επιτρέπεται να πεις σε κάποιον, ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό ή ότι δεν είναι αρκετά καλή η προσπάθεια που έκανε, πώς θα το διορθώσει ή πως εν τέλει θα καταφέρει να βελτιωθεί;
Σπαζοκεφαλιά είναι αυτό, μη μου πείτε.
Υπάρχει λοιπόν η τάση, η ενέργεια που κανείς έχει να σπαταλιέται στην αντίδραση προς την επισήμανση και όχι σε αγώνα για να γίνουμε καλύτεροι. Και επειδή γίνεται αυτό, η παιδεία και γενικά κάθε εκπαιδευτική προσπάθεια είναι καταδικασμένη στην αποτυχία.
Δημιουργούμε με τον τρόπο αυτό ανθρώπους, οι οποίοι έχουν την αίσθηση, ότι δεν μπορεί να κάνουν λάθος, ότι αυτά που λένε και κάνουν είναι πάρα πολύ σπουδαία. Τις περισσότερες φορές, όμως, έχουμε να κάνουμε με ανοησία και μπουρδολογία, απλά.
Το χειρότερο όμως είναι, ότι αυτή η αίσθηση που καλλιεργείται, δημιουργεί την πεποίθηση, ότι μπορεί κανείς να λέει, ό,τι του κατεβαίνει στο κεφάλι. Και προκειμένου να τηρηθεί η ορθότητα και να μη στενοχωρηθεί, οι υπόλοιποι οφείλουμε να το αποδεχτούμε και ενδεχομένως και να τον εξυμνήσουμε. Ενώ λέει πράγματα ανόητα και πολλές φορές ακόμα και ανεπίτρεπτα. Χάνεται λοιπόν η αίσθηση του μέτρου και, κυρίως, της ντροπής.
Ίσως λοιπόν εδώ να είναι το σημείο, όπου πρέπει να κάνουμε την τομή. Για να μη λέμε απλά, ότι χρειάζεται παιδεία, αλλά για να δώσουμε μια ξεκάθαρη διάσταση σε αυτήν την αόριστη διαπίστωση. Θα πρέπει να κατευθύνουμε αυτούς που επωμίζονται το δύσκολο και σχεδόν ιερό ρόλο της εκπαίδευσης, αφενός στο να αναγνωρίζουν το σφάλμα, αλλά κυρίως να αναζητήσουν τον αποτελεσματικότερο τρόπο να συμβάλουν στη διόρθωσή του. Προφανώς δεν έχει νόημα μια απλώς απαξιωτική συμπεριφορά ή αποστροφή του λόγου. Αυτή άλλωστε έχει οδηγήσει στο να φοβόμαστε να πούμε σε κάποιον, ότι σφάλλει. Αντίθετα, πρέπει να εξηγήσεις, τί δεν είναι σωστό σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση και να ωθήσεις αυτόν που το έκανε με ωραίο και δημιουργικό τρόπο στην αναζήτηση της βελτίωσης.
Καταλήγουμε λοιπόν, ότι προφανώς και επιτρέπεται να κάνουμε λάθη, να δεχόμαστε να μας τα επισημαίνουν και ότι οφείλουμε να αναζητάμε κάθε φορά τον τρόπο να γίνουμε καλύτεροι.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
