Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Αναμφισβήτητα το ζήτημα των προσφύγων εν ευρεία έννοια είναι στην επικαιρότητα την εποχή αυτή. Τον τελευταίο καιρό είναι γεγονός, ότι υπάρχει μία έξαρση στο θέμα αυτό, καθώς -για άλλη μια φορά- έχουμε πόλεμο στη γειτονιά μας και οι ροές είναι αυξημένες.
Αυτό που είναι το πλέον δυσάρεστο είναι, ότι αυτό ακριβώς το θέμα ανοίγει χώρο σε διάφορες περιθωριακές, γραφικές πολιτικές απόψεις και, αντίστοιχους πολιτικούς συνδυασμούς. Οι τελευταίοι μάλιστα βασίζουν όλη τους την οντότητα και την ίδια τους την ύπαρξη σε αυτό.
Το ωραιότερο βέβαια είναι, ότι το σύνολο όλων αυτών βρίσκονται σε εκ διαμέτρου αντίθετα άκρα.
Από τη μία πλευρά λοιπόν, βρίσκουμε τη λογική των απόλυτα ανοιχτών συνόρων. Όλοι να έχουν τη δυνατότητα να εισέρχονται στη χώρα μας χωρίς κριτήριο και προϋποθέσεις. Κατά την άποψη αυτή όλοι οι μετακινούμενοι είναι πρόσφυγες ανεξάρτητα από αντικειμενικά στοιχεία και τους λόγους που τους ωθούν να αφήσουν τη χώρα τους.
Στην αντίπερα όχθη είναι εκείνοι που θεωρούν, ότι δεν πρέπει να μπαίνει κανένας, ανεξάρτητα από το αν κινδυνεύει στη χώρα τους ή αν είναι απαραίτητος στη δική μας. Θεωρούν, ότι η χώρα ανήκει μόνο σε εμάς και δε θέλουν να τη μοιραστούν με κανέναν άλλο.
Όπως πάντα συμβαίνει με τις ακραίες απόψεις, τουλάχιστον κατά την άποψη του γράφοντα, δεν μπορεί να είναι σωστές. Ας προσπαθήσουμε να δούμε λοιπόν ορισμένα βασικά πράγματα σε σχέση με το κρίσιμο θέμα.
Καταρχάς πρέπει κανείς να αναφέρει, ότι η μετακίνηση και κινητικότητα στο διεθνές επίπεδο είναι ένα σταθερό και διαχρονικό φαινόμενο. Τα κίνητρα και οι λόγοι που την προκαλούν είναι πολλά και πολλαπλά. Εκεί μπορεί να γίνει ένας διαχωρισμός και να μπουν και ορισμένοι κανόνες. Έχουμε άλλωστε και το διεθνές δίκαιο αρωγό μας σε αυτό.
Είναι λοιπόν άλλο πράγμα ένα άτομο να φεύγει από τη χώρα του, διότι εκεί υπάρχει πόλεμος και σφαγές και κινδυνεύει η ζωή του ή/και της οικογένειάς του. Μπορεί λοιπόν κάποιος να αρνηθεί εδώ τη μετακίνηση και τη συνδρομή; Μάλλον όχι. Άλλωστε εμείς ως λαός αυτό το έχουμε ζήσει στο πετσί μας στο παρελθόν και πολύ σκληρά.
Αντίστοιχη είναι η περίπτωση κάποιου που διώκεται για τις ιδέες, τις αντιλήψεις ή το σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ακόμα και στις μέρες μας, τον εικοστό πρώτο αιώνα, υπάρχουν χώρες, όπου συμβαίνει αυτό. Όχι σε επίπεδο προσωπικής ιδεολογίας και ιδιοσυγκρασίας -τέτοια διαμάντια έχουμε και εδώ-, αλλά κεντρικής πολιτικής επιλογής. Ούτε και εδώ μπορεί να υπάρξει αντίρρηση, θεωρώ. Αν και εδώ σίγουρα θα υπάρχουν αντιρρήσεις, ανάλογα με τις πολιτικές τοποθετήσεις του καθενός.
Εν συνεχεία μπαίνουμε σε μία ευρύτερη κατηγορία, όπου το γεγονός της γενικότερης αναστάτωσης και αναμπουμπούλας τυγχάνει εκμετάλλευσης και ένα σύνολο ανθρώπων επιδιώκουν να μετακινηθούν, ακόμα και αν δεν πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Εδώ μπορεί να γίνει συζήτηση και προφανώς θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα. Προς όφελος και των όσων πραγματικά είναι επιτακτικό να μετακινηθούν, αλλά και εκείνων που καλούνται να τους φιλοξενήσουν.
Σε σχέση με το τελευταίο βαραίνει ιδιαίτερα το ερώτημα σε σχέση με το κατά πόσο, άτομο που ζει σε μία χώρα, η οποία δεν έχει πόλεμο ούτε καθεστώς που διώκει ιδεολογίες, αλλά δε δίνει πολλές ευκαιρίες, δικαιολογημένα επιδιώκει να αναζητήσει μια καλύτερη μοίρα αλλού. Ή τουλάχιστον έτσι θεωρεί εκείνο. Είναι λοιπόν αυτό αρκετό, για να αιτιολογήσει τη μετακίνηση και την είσοδο σε ένα άλλο, πιο ανεπτυγμένο κράτος; Δύσκολη η απάντηση, ωστόσο κατά πάσα πιθανότητα εδώ θα πρέπει να τεθούν όροι που θα βασίζονται σε διάφορα στοιχεία.
Ένα πράγμα που μεγάλη απογοήτευση δημιουργεί αυτό που βιώνουμε στη σύγχρονη εποχή στη δική μας περιοχή σχετίζεται με τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία μετέχει και η χώρα μας. Μπορεί εδώ λοιπόν να υπάρχουν απόψεις ακραίες και μισαλλόδοξες, αλλά στο γενικό απολογισμό μάλλον αξιοπρεπή είναι τα πράγματα. Υπάρχουν όμως και χώρες, όπου αυτού του τύπου οι ιδεολογίες έχουν κυριαρχήσει και κυβερνάνε και εκ του λόγου αυτού ξεχνάνε τόσο την ίδια την Ένωση, όσο και τις αρχές και τις ιδέες της. Και δυστυχώς η τάση αυτή παρασέρνει και τους πιο μετριοπαθείς εταίρους.
Η Ευρώπη τουλάχιστον μετά το Διαφωτισμό -με διαλείμματα είναι η αλήθεια- ανέπτυξε σταθερά τις αρχές και τις αξίες της αλληλεγγύης, της ανεκτικότητας, της δικαιοσύνης κοκ. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία της είναι που πλήττονται αυτήν την εποχή που θυμίζει άλλες, τραγικές και αναχρονιστικές. Σε αυτήν την απόπειρα εσχάτως έρχεται και υπερατλαντική και υπερδυναμική συνδρομή προς τους πάσης φύσεως ακραίους.
Επειδή το μεταναστευτικό φαινόμενο των τελευταίων ετών έχει αποτελέσει τη γενεσιουργό αιτία που όλοι αυτοί αναδείχτηκαν, θα πρέπει να το δούμε όλοι μας υπό την πραγματική του διάσταση. Με ρεαλισμό και όχι με την υστερία και τον αντίστοιχα απόλυτο τρόπο που το κάνει η εκ διαμέτρου αντίθετη εξίσου ακραία άποψη.
Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, ιδίως επειδή οι αδύναμοι είναι διαχρονικά αυτοί, στους οποίους τα κάθε είδους άκρα βγάζουν την αντίδρασή τους.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
