Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Είναι γνωστό, νομίζω πλέον, και το έχουμε εκφράσει πολλές φορές, ότι τόσο η στήλη όσο και ο γράφων είμαστε μπασκετικοί.
Άρα, μετά το τέλος του Ευρωμπάσκετ δε γινόταν, να μην κάνουμε μια αναφορά. Άσε που το ζήτησε και ο φίλος μου ο Νίκος, αξιώνοντας μία πλήρη και νηφάλια ανάλυση σε σχέση με αυτό.
Το αίτημα είναι μάλλον δύσκολο, μα την αλήθεια. Διότι, γενικά στον αθλητισμό, αλλά ειδικά με την εθνική ομάδα είχαμε κακομάθει για πολλά χρόνια και παράλληλα παραδοσιακά βγάζουμε την κακοδαιμονία μας. Θυμηθείτε λίγο, τί έγινε, όταν η εθνική του ποδοσφαίρου έχασε από τη Δανία. Ξεχάσαμε ξαφνικά, ότι έχουμε φτιάξει μια ομάδα, η οποία αποτελείται από πιτσιρικάδες που παίζουν κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό και είναι και παιχταράδες. Έφτασε ένα κακό αποτέλεσμα, για να ξεχάσουμε.
Το ίδιο γίνεται στις μεγάλες διοργανώσεις του μπάσκετ σχεδόν κάθε χρόνο. Είναι βέβαια αλήθεια, ότι συνεπικουρούσε σε αυτό και η ίδια η ομάδα.
Σίγουρα σε εμάς που ζήσαμε το 1987 και στη συνέχεια κακομάθαμε, καθώς η ομάδα μας δεν έλειψε σχεδόν ποτέ από το ημιτελικά των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων πρωταθλημάτων, κακοφαινόταν αυτό. Δεν έλειπε το ταλέντο, ούτε οι ομάδες μας ήταν κακές.
Πάντως, όσοι λίγο σκαμπάζουμε από το άθλημα και έχουμε μία ψύχραιμη σκέψη, σε όλα τα παιδιά της εθνικής είχαμε και έχουμε μεγάλη αδυναμία.
Στο φετινό Ευρωμπάσκετ λοιπόν, η εθνική ξεπέρασε τη δική της κακοδαιμονία και έσπασε μια κατάρα που την έφερνε εκτός βάθρου επί δεκαέξι χρόνια. Σημειωτέον, ότι δεν παίξαμε πλήρεις και είχαμε σοβαρές απουσίες. Ούτε ήμαστε η καλύτερη ομάδα του τουρνουά.
Στην αρχική φάση και μετά από διάφορες αστείες καταστάσεις που προηγήθηκαν του Ευρωμπάσκετ και πρέπει επιτέλους να σταματήσουν, διότι δεν έχουν σχέση με το ίδιο το άθλημα, η ομάδα ήταν σοβαρή και προσηλωμένη στο στόχο. Και πήρε την πρώτη θέση στον όμιλό της.
Εν συνεχεία, και χωρίς να δυσκολευτεί ιδιαίτερα έσπασε την κατάρα που τη σταματούσε το αργότερο στη φάση των οκτώ και μπήκε στα ημιτελικά και στη ζώνη των μεταλλίων.
Ο Γιάννης ήταν αεροπλανικός για άλλη μια διοργάνωση, αλλά το σημαντικότερο με αυτό το παιδί δεν είναι το ταλέντο, αλλά ο χαρακτήρας του και η εν γένει συμπεριφορά του εντός και εκτός γηπέδου. Και φυσικά το πόσο αγαπάει την Ελλάδα. Σε πείσμα των ανεγκέφαλων που θα προτιμούσαν να μην έπαιζε. Δε μας απασχολούν όλοι αυτοί και σήμερα δε θα ασχοληθούμε μαζί τους. Εμείς το Γιάννη τον θέλουμε, τον αγαπάμε και είμαστε πολύ χαρούμενοι που είναι συμπατριώτης μας.
Το μπάσκετ όμως είναι ομαδικό άθλημα. Τί να πει κανείς λοιπόν κανείς για τους μπαρουτοκαπνισμένους βετεράνους, τους δύο Κώστες, οι οποίοι επίσης κουβάλησαν και ξεκόλλησαν την ομάδα. Ο Ντίνος που έμεινε λίγο στην άκρη λόγω συγκυριών, αλλά ήταν εκεί, όταν χρειάστηκε. Ο Τάιλερ και ο Βασίλης μάτωναν το διχτάκι, ο συνονόματος Παναγιώτης καταβρόχθιζε κάθε αντίπαλο στην άμυνα. Ο μικρός Αντετοκούνμπο σκέπαζε το δικό μας και γκρέμιζε το αντίπαλο καλάθι, όποτε είχε την ευκαιρία και ο μεγάλος σήκωνε το ηθικό, όπως μόνο αυτός μπορεί, είτε έπαιζε είτε όχι. Ο Λάρι, έτοιμος, όποτε χρειάστηκε, το ίδιο και ο Κατσίβελης. Άφησα τελευταίο το παλικαράκι των 19, τον Αλέξανδρο, ο οποίος βροντοφώναξε, ότι έχουμε μέλλον και μας έφερε χαμόγελα.
Τί να πεις για τα παιδιά αυτά, αλλά και τί να πεις για τον κόουτς Μπίλυ, όπως τον φωνάζει ο Γιάννης, ο οποίος ξόρκισε την κακοδαιμονία και έδωσε αλλεπάλληλα ρεσιτάλ προπονητικής. Αν δείτε, πώς τον προσέχει και τον ακούει ο καλύτερος παίχτης στον κόσμο, θα καταλάβετε πολλά.
Ένα κακό παιχνίδι έκανε η εθνική και μάλιστα απέναντι σε έναν καλύτερο αντίπαλο. Πολιτικοποιήθηκε κιόλας η ιστορία, ως μη όφειλε. Δεν ήταν η μόνη αφορμή, για να πάει στο πολιτικό το θέμα, ενώ αυτά δεν έχουν καμία δουλειά με τον αθλητισμό. Το κάνανε και οι Τούρκοι πάντως σε αισχρό βαθμό, ο οποίος δε χρήζει σχολιασμού. Ωστόσο, μέσα στη λύπη του αποκλεισμού και της κακής εμφάνισης, ήρθε η συνειδητοποίηση, ότι εμείς, κατά μείζονα λόγο δεν είμαστε έτσι. Και εμένα πολύ μου αρέσει το πώς είμαστε. Μετριοπαθείς διαχρονικά.
Ήρθε όμως η μεθεπόμενη μέρα και τα ξεχάσαμε όλα. Πήραμε ένα χάλκινο μετάλλιο που είναι καλύτερο και από χρυσό. Ένα μετάλλιο, για το οποίο ο Γιάννης είπε, ότι είναι το κορυφαίο του επίτευγμα, οπότε, τί να πούμε εμείς;
Για το τέλος κράτησα δύο σκέψεις.
Πρώτον, ότι η διοίκηση του αθλήματος θα πρέπει να αναλογιστεί το πώς χάσαμε την υποδομή που έβγαλε τους παιχταράδες μετά το 1987 και πλέον τρέχουμε πίσω από ομάδες που παλαιότερα ήταν ανέκδοτα για εμάς, όπως η Τουρκία και η Γερμανία.
Δεύτερο, κάτι πρέπει να γίνει με τη διαιτησία στις διοργανώσεις της FIBA, η οποία είναι κατώτερη των περιστάσεων. Και αντιμετωπίζει με τρόπο καθαρά συμπλεγματικό τους άσσους του ΝΒΑ και της Ευρωλίγκα και χαλάει το παιχνίδι.
Α, και κάτι τελευταίο: επτά από τους δώδεκα διεθνείς έμαθαν μπάσκετ στην ομάδα που το δίδαξε στη χώρα. Όλοι ξέρετε ποια είναι αυτή…
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
- Θανατηφόρο τροχαίο στη Θεσσαλονίκη: Στη φυλακή ο οδηγός της νταλίκας
- Θεσσαλονίκη: Έργα κοπής πρασίνου στη Μουδανιών – Πού κλείνει η αριστερή λωρίδα
- Εσθονία: Ρωσικά αεροσκάφη παραβίασαν τον εναέριο χώρο – Παρέμειναν για 12 λεπτά
- Η «ακτινογραφία των εξαγωγών»: Νο1 κλάδος τα τρόφιμα για την Κ. Μακεδονία
