Του Γιώργου Παπαδημητρίου
Πριν λίγες ημέρες, και πιο συγκεκριμένα την Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου, γιορτάσαμε μια τηλεοπτική επέτειο που σε κάνει να αναπολείς το χθες, να μελαγχολείς για το σήμερα και να απαισιοδοξείς για το αύριο. Για να σας λύσουμε τυχόν απορίες ευθύς αμέσως, αναφερόμαστε στο πρώτο επεισόδιο της θρυλικής κωμικής σειράς Οι απαράδεκτοι, που έκανε πρεμιέρα στο (ακόμη νεοσύστατο τότε) Mega Channel στις 18 Σεπτεμβρίου 1991, ταράζοντας για τα καλά τα νερά του εγχώριου τηλεοπτικού τοπίου. Ταξιδεύοντας πίσω στον χρόνο και ανασύροντας αναμνήσεις από εκείνη την εποχή, συνειδητοποιεί κανείς πως η επιτυχία της συγκεκριμένης σειράς υπήρξε κάθε άλλο παρά ουρανοκατέβατη.
Χιούμορ αναρχικό και αυτοσχεδιαστικό. Η εγγενής παράνοια του εξωφρενικού μικρόκοσμου που ονομάζεται ελληνική πολυκατοικία. Διακωμώδηση κάθε στερεότυπου, ανθρωπότυπου, σύμβασης και θέσφατου από ολόκληρο το κοινωνικό-ιδεολογικό-καλλιτεχνικό μετερίζι. Δηκτική ειρωνεία για την αμήχανη και ασουλούπωτη μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας. Κατεδάφιση του 4ου τοίχου με το αλησμόνητο Τι έγινε ρε παιδιά; του Σπύρου Παπαδόπουλου. Ατάκες που εντάχθηκαν στο χιουμοριστικό λεξιλόγιο μιας ολόκληρης γενιάς, πλαισιωμένες από ένα αξέχαστο μουσικό intro. Μια sitcom σαν παιδική φάρσα, για την ιλαροτραγωδία της μοντέρνας αστικής ζωής, η οποία έμελλε να καταστεί διαχρονικό σημείο αναφοράς και πετράδι του στέμματος της ρετρό νοσταλγίας (που προφανώς και έχει μετατραπεί σε απόλυτα συμβατική μόδα στην εποχή μας).
Στρέφοντας πάντως το βλέμμα μας στη μεγαλύτερη εικόνα, το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα και σχεδόν αμαχητί: η επιτυχία της σειράς που έγραψε η Δήμητρα Παπαδοπούλου δεν ήταν ένας απλός διάττοντας αστέρας. Αντιθέτως, αποτέλεσε το εφαλτήριο και το έναυσμα -παρέα με ένα ακόμα αλησμόνητο κωμικό σίριαλ της ίδιας εποχής, που έφερε τον καταπληκτικό τίτλο Οι αυθαίρετοι- για την ιλιγγιώδη εκτόξευση της ελληνικής τηλεοπτικής κωμωδίας σε στρατοσφαιρικά ύψη. Η μετεωρική αυτή πορεία, με τους αμέτρητους αξιομνημόνευτους σταθμούς (Ντόλτσε βίτα, Το δις εξαμαρτείν, Οι μεν και οι δεν, Εγκλήματα, Δύο ξένοι, Εκείνες και εγώ, μεταξύ πολλών άλλων, ως νδεικτικά δείγματα γραφής που μας ήρθαν αυτόματα στο μυαλό) διήρκησε ολόκληρη την ένδοξη δεκαετία του ’90, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια και πολύτιμη παρακαταθήκη, η οποία δυστυχώς παρέμεινε πλήρως ανεκμετάλλευτη, καταλήγοντας μουσειακό έκθεμα αλλοτινών εποχών.
Αν πάντως στίψουμε το μυαλό μας και αναρωτηθούμε τους λόγους και τις αιτίες πίσω από αυτό το σαρωτικό φαινόμενο, γίνεται φανερό πως η ευτυχής συνθήκη που προέκυψε ήταν κάθε άλλο παρά τυχαία ή συμπτωματική. Κι ας δούμε το γιατί. Η ελληνική κωμωδία των 90s δεν σκιαζόταν από την υπερβολή, ούτε φοβόταν μήπως κακοχαρακτηριστεί ή παρεξηγηθεί. Έφτιαχνε αλληγορικούς ανθρωπότυπους μακριά από την πρεμούρα της αληθοφάνειας (που κατά κανόνα εκτροχιάζεται στην προκάτ καρικατούρα) και το ασφυκτικό άγχος της ατζέντας και του καθωσπρεπισμού. Επιπλέον, διέθετε αναρχική κοσμοθεωρία, μαύρο χιούμορ, σαρκαστική ειρωνεία, εναγκαλισμό του παραλόγου, αγάπη για την απορρύθμιση και το χάος, ειλικρινή αμηχανία απέναντι σε μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία, φανφαρόνικη εξτραβαγκάντζα ή deadpan αποστασιοποίηση ανάλογα με το τι απαιτούσε η περίσταση. Τέλος, δεν περιστρεφόταν γύρω από θέματα-σκέτη φρουτόκρεμα (όπως στη σημερινή εποχή του νεο-συντηρητισμού όπου η μούχλα του κονφορμισμού έχει επιστρέψει μασκαρεμένη από την πίσω πόρτα), που προσφέρουν φτωχό υλικό γέλιου και ξεσπάσματος.
Το ερωτικό πάθος, το παιχνίδι και το γέλιο είναι μάλλον οι τρεις καταστάσεις στις οποίες ο άνθρωπος (ατομικά και συλλογικά) απελευθερώνεται από τα δεσμά, τολμά να παρεκκλίνει, βυθίζεται σε έναν παράλληλο κόσμο που αμφισβητεί την εξουσία και την παντοδυναμία της καθημερινότητας, της κοινωνικής ηθικής, της πατενταρισμένης οδού. Και μάλλον θα συμφωνήσετε μαζί μας πως και στα τρία παραπάνω μέτωπα, η νοοτροπία, η πρακτική και η κοσμοθεωρία μας ολοένα και φτηναίνουν, ολοένα και ευτελίζονται.
