Του Γιώργου Παπαδημητρίου,
Η παρακολούθηση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, όπως γνωρίζει κάθε οπαδός οποιασδήποτε ομάδας σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, είναι απόλυτα συνυφασμένος με την εξωτερίκευση μιας ανυπολόγιστης ποσότητας από γκρίνια, ζοχάδα και εκνευρισμό. Αν μάλιστα εξετάσουμε και την εξαιρετικά ιδιόρρυθμη και αυτοφυή περίπτωση του Έλληνα οπαδού, η κατάσταση γίνεται εκρηκτική, καθώς εμπλουτίζεται με το κοκτέιλ της κατά φαντασίαν γνώσης των πάντων (από συστήματα και τακτικές μέχρι σκοτεινές μηχανορραφίες) και του ασταμάτητου παραπόνου για παίκτες, αντιπάλους, διαιτητές, τη θεά τύχη, τη ζωή την ίδια. Πολύ συχνά πάντως, αυτά τα δύο συστατικά -η γνώση και τα παράπονα- καταλήγουν σε ένα αληθινό κρεσέντο αμπαλίασης, και εμείς σας παρουσιάζουμε τις πέντε πιο χαρακτηριστικές ατάκες εκείνων που καμώνονται τις μπαλαδόφατσες σε κερκίδες και καφενεία, αλλά είναι μάλλον μυρωδιάδες.
- «Ρε φίλε, είναι δυνατόν να παίρνουν όλες τις κόντρες, πόσο κωλόφαρδοι είναι σήμερα;»
Φυσικά, όπως όλοι κατά βάθος αντιλαμβανόμαστε, το να κερδίζει μια ομάδα τις περισσότερες διεκδικούμενες μπάλες είναι σπάνια προϊόν τύχης, και σχεδόν πάντα αποτέλεσμα αποφασιστικότητας, καλής ψυχολογίας και τακτικής προσήλωσης. Γενικότερα μιλώντας, το ποδόσφαιρο προφανώς και είναι ένα σπορ όπου η τύχη παίζει θεμελιώδη ρόλο, καθώς μία και μόνο στιγμή μπορεί να αλλάξει τον ρου όλου του αγώνα. Αυτή η προφανής διαπίστωση όμως δεν αναιρεί τη συνήθη τάση των οπαδών να αποδίδουν κάθε χαμένη κόντρα της ομαδάρας σε μια υπερφυσική ζαριά εύνοιας του αντιπάλου.
- «Σουουουουτ, σουτ ρε, πάτα το, να πούμε, τι περιμένεις;»
Ας ξεκινήσουμε με τη σοκαριστική έλλειψη συναίσθησης του χώρου και των αποστάσεων στο χορτάρι. Τις περισσότερες φορές που ο λαός απαιτεί από τον παικταρά να εξαπολύσει μια φωτοβολίδα, η απόσταση από τα γκολπόστ είναι μάλλον κατά πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο αντιλαμβάνεται ο θεατής του ματς. Κατά τα άλλα, ακόμη πιο σοκαριστική είναι η παράβλεψη όλων των υπόλοιπων συνθηκών. Δεν έχει σημασία αν ο παίκτης έχει ήδη κάνει μια ξέφρενη κούρσα, αν έχει απαγορευτική στάση σώματος, αν δεν έχει στρωμένη την μπάλα, αν μεσολαβεί ένα δάσος από πόδια και σώματα ανάμεσα στον παίκτη και το τέρμα, αν ο τρόπος με τον οποίο στρώνεται στον παίκτη η μπάλα καθιστά σχεδόν μηδενική την πιθανότητα σκοραρίσματος. Το θέμα είναι να γίνει το πολυπόθητο σουτ. Η μεγαλύτερη πλάκα είναι ότι όταν εντέλει γίνεται το σουτ και καταλήγει είτε στα πουλιά είτε αδύναμη πασούλα στα χέρια του κίπερ, οι ίδιοι που το απαιτούσαν ξεφυσούν με αγανάκτηση.
- «Ρε άντε βγάλ’ του μια κάρτα, δεν βλέπεις ότι κάνει καθυστέρηση;»
Αρχικά, να διευκρινίσουμε πως αναφερόμαστε στις περιπτώσεις όπου ο τερματοφύλακας κάνει καθυστερήσεις λίγο πριν το φινάλε του αγώνα και το κοινό των γηπεδούχων, προφανώς στα κόκκινα επειδή η ομάδα βιάζεται και ψάχνει με αγωνία ένα γκολ, ζητά επιτακτικά από τον διαιτητή να του δείξει κίτρινη κάρτα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τη λιγότερη χρηστική και λογική κραυγή διαμαρτυρίες που εκτοξεύει η κερκίδα στον διαιτητή. Διότι ο τερματοφύλακας που επιδίδεται στις καθυστερήσεις προφανώς και θέλει να λάβει την κίτρινη κάρτα, η οποία θα του δώσει την ευκαιρία να καθυστερήσει λίγο ακόμη, ανοίγοντας έναν θεατρινίστικο διάλογο με τον διαιτητή. Με άλλα λόγια, αυτό που ζητά η έξαλλη κερκίδα είναι λίγη καθυστέρηση ακόμη, αλλά ως γνωστόν άβυσσος η ψυχή του οπαδού. Βέβαια, δεν αποκλείεται να υπάρχουν κι εκείνοι που όντως να πιστεύουν ότι υπάρχει περίπτωση ένας τερματοφύλακας να δεχτεί δύο κίτρινες σε λίγα λεπτά για αυτόν τον λόγο. Δεν έχει σημασία που δεν έχει γίνει ποτέ, ο οπαδός εκείνη τη στιγμή πιστεύει ότι όλα είναι δυνατά.
- «Οφσάιντ ρεεεε, με γυμνό μάτι φαίνεται!»
Η συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκει κυρίως εφαρμογή στο γήπεδο, καθότι στην τηλεόραση είναι όντως λίγο πιο εύκολο να διακρίνεις. Ναι, υπάρχουν περιπτώσεις, στην πραγματικότητα ελάχιστες, όπου είναι φανερό ότι κάποιος παίκτης ήταν ή δεν ήταν οφσάιντ, αρκεί είτε να είναι κραυγαλέα η φάση είτε ο φίλαθλος να έχει την τύχη να βρεθεί στη σωστή ευθεία και να πετύχει ακριβώς τη στιγμή της πάσας. Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε, δεν είναι αυτός ο κανόνας… Διότι στη συντριπτική πλειονότητα των αμφισβητούμενων φάσεων για οφσάιντ, είναι πέρα για πέρα αδύνατον να τοποθετήσεις τους παίκτες σε μια νοητή ευθεία και να παγώσεις αυτόματα στα μάτια και στο μυαλό σου τόσο τη στιγμή που φεύγει η μπάλα από το πόδι του πασέρ όσο και το πού βρίσκεται ο παραλήπτης της πάσας σε συνάρτηση με τους αμυνόμενους. Αν είχαμε ένα ευρώ για κάθε φορά που ένας συνοπαδός ήταν σίγουρος από το γήπεδο αλλά η τηλεόραση τον διέψευσε πανηγυρικά λίγο μετά, θα ήμασταν ζάπλουτοι.
- «VAR δεν έχει; Ε;»
Δεν αργεί η στιγμή που ο οπαδός θα ζητά VAR σε κάποιον οικιακό-συζυγικό καβγά ή σε κάποια δυσάρεστη στιγμή στη δουλειά, ορμώμενος από τη μάταιη ελπίδα ότι ένα αόρατο μάτι θα του αποδώσει με μαγικό τρόπο δίκιο. Είναι λοιπόν πραγματικά καταπληκτικό ότι ακόμη και σήμερα υπάρχει γενικευμένη άγνοια για το πότε μπορεί να παρέμβει το VAR και πότε όχι, με τους περισσότερους οπαδούς να το ζητούν όπου και όποτε να ’ναι. Αρκεί φυσικά να πρόκειται για την αλλαγή μιας αρνητικής απόφασης για την ομάδα που υποστηρίζουν. Στο αντίθετο σενάριο, το VAR να κάτσει στ’ αυγά του.
