Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Αφορμή για το σημερινό άρθρο στάθηκε η επίσκεψη της Ευρωπαίας Εισαγγελέα και η ανάδειξη διαχρονικών παθογενειών της χώρας μας με αφορμή αυτό το γεγονός.
Ένα από τα χαρακτηριστικά μας λοιπόν, είναι το ότι δεν έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση τα εθνικά προϊόντα και προτιμάμε τα εισαγόμενα. Έτσι γίνεται και τους θεσμούς. Εδώ βέβαια παίζει μεγαλύτερο ρόλο το ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη στους δικούς μας και στρεφόμαστε περισσότερο στους διεθνείς. Έχουν πιο βαριά βούλα, πώς να το κάνουμε.
Εν μέρει αυτός ο συλλογισμός έχει βάση. Γενικά στο εθνικό πεδίο πάντα υπάρχει μία σχέση, μία διαπλοκή. Στο διεθνές επίπεδο τα πράγματα είναι πιο απρόσωπα και ίσως πια αντικειμενικά. Στέκει αυτό.
Όσο όμως και να στέκει, το να επαφίεσαι σε αυτούς αποκλειστικά και να τους επικαλείσαι με θρησκευτική ευλάβεια έχει και ένα στοιχείο αρχοντοχωριατισμού που ίσως έχει έρθει η ώρα να αποβάλουμε.
Επίσης, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ότι και αυτοί οι θεσμοί επανδρώνονται από ανθρώπους και ως εκ τούτου μπορούν να κάνουν κα λάθος.
Αυτό βέβαια που έχει τη μεγαλύτερη πλάκα σε σχέση με το συγκεκριμένο θεσμό είναι το ότι τον επικαλούνται άπαντες, ιδίως στο πολιτικό επίπεδο, σαν και να είναι ένας υπερ-εισαγγελέας που λειτουργεί πάνω από τους δικούς μας. Δεν ισχύει αυτό, καθώς οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι συγκεκριμένες και κινούνται σε ορισμένο πλαίσιο και αντικείμενο. Θα πρότεινα λοιπόν να το ψάξουν λίγο παραπάνω οι διάφοροι φωστήρες μας και επαγγελματίες καταγγέλλοντες, για να πάψουν να γίνονται γελοίοι.
Επίσης, να έχουμε υπόψη μας, ότι, όπως άλλωστε και η ίδια η Ευρωπαία Εισαγγελέας δήλωσε, διαφθορά δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού. Και σε άλλες χώρες λοιπόν και σε άλλες υπηρεσίες. Είπαμε, άνθρωποι τις στελεχώνουν και αυτές και οι άνθρωποι έχουν αδυναμίες.
Επόμενη παθογένεια που ήρθε και πάλι στο προσκήνιο είναι το άρθρο 86 του Συντάγματος και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Σίγουρα πρόκειται για μία αρκετά αναχρονιστική ρύθμιση, η οποία εύλογα δημιουργεί δυσπιστία στο κοινωνικό σύνολο και μία αίσθηση ατιμωρησίας του πολιτικού συστήματος. Υπάρχει ευρύ πεδίο αιτιολογίας για αυτή τη ρύθμιση, αλλά ίσως θα πρέπει πια να αναμορφωθεί. Η βάση όλου αυτού είναι η αποφυγή ποινικοποίησης της πολιτικής δράσης, εν προκειμένω αυτής των υπουργών. Για το λόγο αυτό, σε εποχές πιο τεταμένες και δύσκολες απαιτήθηκε η ανάμιξη του Κοινοβουλίου, προκειμένου να ελεγχθούν ποινικά στελέχη της κυβέρνησης. Παρόμοιο είναι και το φαινόμενο της ασυλίας του βουλευτή που επίσης έχει περιορισμένη πλέον σημασία σε σχέση με τον αρχικό λόγο ύπαρξής της.
Να ξεκαθαρίσουμε απλά, ότι η χώρα μας δεν είναι η μόνη που έχει τέτοιες προβλέψεις στον πολιτισμένο κόσμο. Σίγουρα πάντως θα πρέπει να το επανεξετάσουμε το θέμα. Κατά την επανεξέταση αυτή όμως, θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει, ότι ακόμα και σήμερα αυτοί που έρχονται, ή που νομίζουν, ότι έρχονται, απειλούν, με λιγότερη ή περισσότερη ένταση, αλλά διαχρονικά τους προηγούμενους με διώξεις και φυλακές.
Ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας είναι ένας θεσμός που σχετίζεται με το νόμο, την τήρησή του και την απονομή δικαιοσύνης. Οι πράξεις του λοιπόν δεν πρέπει και δε θα πρέπει να προσφέρονται ως θέμα για πολιτική αντιπαράθεση και αυτό ισχύει και για την εθνική δικαιοσύνη. Ο θεσμός και οι αποφάσεις του δεν είναι θέμα για πολιτική αντιπαράθεση, και κυρίως για κριτική με βάση πολιτικά κριτήρια. Ας θυμόμαστε εδώ, ότι στις πραγματικές, εδραιωμένες και σύγχρονες δημοκρατίες εξ ορισμού δεν υπάρχουν πολιτικές δίκες και δε χρειάζεται να τις επαναφέρουμε. Ιδίως, όταν δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε πλήρως το πώς κατέληξε ένας δικαστής σε συγκεκριμένη απόφαση και επειδή έχουμε αυτήν την αδυναμία, την ντύνουμε με μεγαλείο, όταν η απόφαση μας αρέσει, ή με κατηγορίες για επηρεασμό και διαφθορά, όταν δε μας αρέσει. Κλασική παθογένειας της χώρας μας και αυτή.
Είναι ξεκάθαρο και θα πρέπει να το επαναφέρουμε στη μνήμη μας, ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επάγεται και μία σειρά από υποχρεώσεις και αυτονόητη αποδοχή των θεσμών της. Καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό και να μην τους δίνουμε μεγαλύτερη ή μικρότερη διάσταση από αυτήν που πραγματικά έχουν. Το ίδιο βέβαια θα πρέπει να πράττουμε και σε σχέση με τις βασικές της αρχές, τις οποίες όχι μόνο εμείς, αλλά και άλλα κράτη μέλη, φαίνεται να ξεχνιούνται.
Για άλλη μία φορά λοιπόν θα πούμε, ότι η μεγαλύτερη παθογένεια που φαίνεται εδώ, είναι το ότι πιο πολύ μας ενδιαφέρει το περιεχόμενο και όχι η ουσία. Το κατά πόσο δηλαδή ένας ελεγκτικός μηχανισμός που λειτουργεί συμπληρωματικά και σε συνεργασία με τους δικούς μας μπορεί να συνδράμει στο να βελτιωθούμε ως χώρα και όχι με το να επιβεβαιώσει ή καταρρίψει το προσωπικό μας αφήγημα.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
