Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Όποιος από εμάς κυκλοφορεί εκεί έξω, σίγουρα διαπιστώνει, ότι υπάρχει αρκετός θυμός και εξαλλοσύνη. Γυρνώντας μία μέρα από εκεί που παρκάρω το αυτοκίνητο καμιά φορά, άκουσα κάποιον να λέει: «δεν μπορείς πλέον να πεις τίποτα σε κανένα».
Από την άλλη πλευρά βέβαια, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε, ότι πολλές φορές ισχύει το αντίθετο. Σε ορισμένους χώρους και ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να πεις σε όποιον θέλεις ό,τι θέλεις. Το εθνικό κοινοβούλιο και η πολιτική εν γένει είναι ένα καλό παράδειγμα για αυτό.
Εν τέλει και εδώ ισχύει μάλλον ο χρυσός κανόνας, ότι η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.
Το πρώτο βέβαιο στοιχείο αυτής της συζήτησης είναι, ότι το κοινωνικό σύνολο, ο κόσμος, είναι περισσότερο ή λιγότερο θυμωμένος. Δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα. Και ως εκ τούτου αναζητάει έναν τρόπο, μια βαλβίδα εκτόνωσης. Δυστυχώς όμως κανένας περισσότερο ή λιγότερο αρμόδιος δε φαίνεται να καταβάλει ιδιαίτερη, για να μην πω την παραμικρή, προσπάθεια να τύχει αυτό το θέμα στοιχειώδους έστω διαχείρισης.
Από τη μία πλευρά έχουμε ένα φαινόμενο σοβαρής δυσανεξίας στην κριτική, ακόμα και όταν αυτή είναι καλοπροαίρετη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επί της αρχής και εξ ορισμού η κριτική, όταν έχει βάση και αιτία, θα έπρεπε να είναι ευπρόσδεκτη. Πρωτίστως, διότι μας δίνει την ευκαιρία να προβληματιστούμε σε σχέση με αυτό που μας επισημαίνεται. Αν γίνει αυτό, είτε θα διαπιστώσουμε, ότι μπορεί σε κάτι τελικά να κάνουμε λάθος και να το διορθώσουμε, είτε θα επιβεβαιώσουμε, ότι έχουμε δίκιο. Δε χρειάζεται λοιπόν να τσινάμε, όταν κάποιος μας κριτικάρει και μας δείχνει και μία άλλη διάσταση, διότι εν τέλει και στη μία και στην άλλη περίπτωση θα είμαστε κερδισμένοι και θα γίνουμε καλύτεροι.
Από την άλλη, ιδίως εκείνοι που κάνουν επίκληση στις χειρότερες εκδοχές του εαυτού και του θυμικού μας, επιτίθενται ακατάσχετα και αμετροεπώς. Και όλοι οι θυμωμένοι θαυμάζουν με το στόμα ανοιχτό και ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Μπερδεύοντας σαφέστατα την οργή και την εξαλλοσύνη με αυτό που στην καθομιλουμένη ονομάζουμε μαγκιά. Πολλά χρόνια και από πολλές μπάντες συμβαίνει αυτό. Και δε φαίνεται να είναι διατεθειμένο να μας αφήσει στην ησυχία.
Κάποιος ή κάποιοι πρέπει επιτέλους να εξηγήσουν σε όλους αυτούς τους θιασώτες της μισαλλοδοξίας, ότι μαγκιά είναι το ακριβώς αντίθετο. Να έχεις δηλαδή την ικανότητα να μπεις σε διάλογο και να προβάλεις επιχειρήματα. Και αν είσαι πράγματι μάγκας, να πείσεις δια αυτής της οδού και όχι δια της βίας, λεκτικής ή φυσικής. Δύσκολο είναι το εγχείρημα αυτό, αλλά απαραίτητο. Έχουμε φτάσει στο σημείο, όσοι το προσπαθούν αυτό, να προκαλούν συχνά βαρεμάρα και να στηλιτεύονται ως γραφικοί.
Ο πρώτος βέβαια που ευθύνεται για αυτήν την κατάσταση είναι η εξουσία. Στο ευρύτερό της πλαίσιο. Ο λόγος είναι -και το έχουμε ξαναγράψει αυτό εδώ πέρα-, ότι βολεύονται οι φορείς από το φαινόμενο να έχουμε ποδοσφαιρικού τύπου απόψεις, χωρίς πολλή σκέψη. Να επισημάνω εδώ, ότι δεν έχω το παραμικρό θέμα με το ποδόσφαιρο -ποτέ δεν έχω κρύψει, ότι είμαι φίλαθλος, άλλωστε. Το αναφέρω, διότι είναι από τους λίγους χώρους, όπου η επιλογή γίνεται χωρίς πολλά-πολλά και αυτό ουδόλως συνιστά πρόβλημα. Διαλέγεις μία ομάδα, την υποστηρίζεις και τελείωσε.
Ο σκεπτόμενος πολίτης σίγουρα δεν είναι, η τουλάχιστον για πολύ καιρό δεν ήταν, κάτι το ιδιαίτερα επιθυμητό για την εξουσία. Αντίθετα, ήταν προτιμητέα η διατήρησή του σε μία κατάσταση αδράνειας, για να μην πούμε κατάλυσης. Τον τελευταίο καιρό βέβαια που η εξαλλοσύνη που προαναφέραμε γίνεται σχεδόν ανεξέλεγκτη, οι πιο μετριοπαθείς προβληματίζονται, ανησυχούν και μάλλον μετανιώνουν. Αυτό δεν αναιρεί όμως το γεγονός, ότι και αυτοί το εκμεταλλεύτηκαν κατά κόρον. Ας ελπίσουμε, ότι αυτή ακριβώς η εξέλιξη θα μας αφυπνίσει επιτέλους και θα αλλάξουμε ρότα.
Το πρώτο και άμεσο που μπορεί να γίνει, είναι να επιχειρήσουμε να ενισχύσουμε την ανεκτικότητα. Να είμαστε δηλαδή πιο ψύχραιμοι απέναντι στη διαφορετική αντίληψη και να καταλάβουμε επιτέλους, ότι αυτή είναι πρωτίστως επιτρεπτή και επιβάλλεται να την υποδεχόμαστε με σεβασμό. Κυρίως βέβαια, όταν διαφωνούμε. Εκεί είναι που έχει νόημα άλλωστε. Η διαφωνία, όταν οδηγεί σε διάλογο, μπορεί να είναι δημιουργική και να οδηγήσει σε συνθέσεις που και τη δική μας άποψη να την πάμε παραπέρα. Αν το δει κανείς προσεκτικά αυτό, είναι να αναρωτιέσαι, ποιος μπορεί να έχει διαφωνία με αυτό.
Δε θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι είμαστε στην Ευρώπη και μετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας η ανεκτικότητα είναι βασική και θεμελιώδης αρχή. Θα άξιζε λοιπόν να κάνουμε μια στροφή στις παραδοσιακές της αξίες.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
