Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Όσοι από τους αναγνώστες της στήλης έχουν μια άλφα ηλικία, σίγουρα θα αναγνωρίσουν το λογοπαίγνιο του τίτλου. Αφορούσε σε έναν αστεϊσμό που κάναμε σε ορισμένους συμπατριώτες μας, οι οποίοι δε μιλούσαν ιδιαίτερα καλά αγγλικά, αλλά προσπαθούσαν, να τα χρησιμοποιήσουν, ιδίως σε απόπειρες συναναστροφής τους με το αντίθετο φύλο. Η όχι πολύ καλή γνώση της αγγλικής οδηγούσε στο σφάλμα στην κρίσιμη ερώτηση, λοιπόν.
Γιατί τα γράφω αυτά, όμως;
Κυρίως, επειδή τελευταία έχουμε οδηγηθεί στο άλλο άκρο. Οι συμπολίτες μας πλέον χρησιμοποιούν, με σωστό είναι η αλήθεια τις περισσότερες φορές τρόπο, πολλά αγγλικά στις συζητήσεις τους. Παράλληλα, τα ελληνικά κατακρεουργούνται ή απλώς αγνοούνται.
Η διαπίστωση είναι εν τέλει μάλλον απλή: η ελληνική γλώσσα απαξιώνεται. Όχι οψίμως και μόνο τώρα. Διαχρονικά.
Κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με το φαινόμενο αυτό, το πρώτο που θυμάμαι με πηγαίνει στα χρόνια της νιότης μου. Διότι, κάπως έχω μεγαλώσει κι εγώ πια. Στα χρόνια του διδακτορικού μου λοιπόν, σε κάποιες διακοπές Χριστουγέννων, πετούσα από το Μόναχο για τη Θεσσαλονίκη. Και έπεσα σε μία φουρνιά σχεδόν συνομηλίκων μου -ήταν μάλλον λίγο μικρότεροι-, οι οποίοι σπούδαζαν στο Manchester και γυρνούσαν και εκείνοι στα σπίτια τους. Μιας και καθόμαστε σχετικά κοντά και κυριαρχούσε ένα κλίμα ευφορίας, άκουγες τις συζητήσεις τους. Βασικό ερώτημα ήταν το τί σπουδάζει ο καθένας και η καθεμιά. Οι απαντήσεις λοιπόν ποικίλαν:
- Psychology
- Philosophy
- Physiotherapy
-Chemistry
κ.π.α.
Πού το περίεργο, θα μου πεις. Ωραίες και ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις σπουδών.
Σωστό, αλλά δε σας κάνει εντύπωση το ότι νέοι (εκείνη την εποχή) άνθρωποι, χρησιμοποιούσαν την αγγλική version (sic) ελληνικών λέξεων;
Λίγο καιρό πριν από αυτό, είχαμε γίνει μάρτυρες μιας ευρύτατης και εξαιρετικά κακόγουστης ξενομανίας, η οποία θεωρούσε κάθε τι ελληνικό εκτός μόδας. Θυμάμαι ακόμα τον παππού μου τον Παναγιώτη τη δεκαετία του ’80 να καταγγέλλει οργισμένος, ότι εξαφανίστηκε ο ελληνικός καφές από τα καφενεία της εποχής που είχαν γίνει όλα καφετέριες. Πλέον βέβαια αυτό έχει ισορροπήσει πλήρως, ευτυχώς για όλους μας. Διότι το φαινόμενο δεν είχε κανένα στοιχείο εκσυγχρονισμού, απλά αρχοντοχωριατισμού.
Πιο πρόσφατα, φέτος δηλαδή, σε μία εκδήλωση ενημερωτική που διοργάνωσε το πανεπιστήμιό μας, μία σειρά από επαγγελματικούς φορείς απευθύνθηκαν στους φοιτητές μας. Σε ορισμένες από τις παρουσιάσεις τους το λεξιλόγιο ήταν κατά 50% τουλάχιστον στα αγγλικά. Ακόμα και η λέξη strategy! Ορίστε η ομοιότητα με τους προαναφερθέντες συνομηλίκους μου πριν από χρόνια.
Το φαινόμενο που προανέφερα το παρατήρησαν και ορισμένοι από τους φοιτητές μας, οι οποίοι ως νεότεροι, μάλλον είναι εξοικειωμένοι με το φαινόμενο. Τους ενόχλησε παρόλα αυτά το γεγονός.
Η ουσία της συζήτησης τελικά είναι, ότι δεν καταβάλει κανείς προσπάθεια, να μιλήσει σε μία γλώσσα και τις ανακατεύει. Στη δική μας περίπτωση, ο κόσμος, όχι μόνο η νεολαία, δυσκολεύεται/αρνείται, να μιλήσει στα ελληνικά.
Οι λόγοι είναι αρκετοί. Ο βασικότερος και παλαιότερα, αλλά και σήμερα έχει να κάνει με την τεχνολογία. Τα περισσότερα ερεθίσματα που δεχόμαστε είναι πλέον στα αγγλικά, οπότε, όταν πάμε να αναπαράγουμε κάτι, μας έρχεται πρώτα στη γλώσσα που το πρωτοακούσαμε. Ενώ, για να το μεταφέρεις, χρειάζεται πρώτον να ξέρεις και δεύτερον να προσπαθήσεις.
Επίσης, και στην καθημερινότητα και την εργασία μας, όλο και περισσότερο χρειάζεται να επικοινωνούμε σε διεθνές πλαίσιο, οπότε πάλι τα αγγλικά έχουν τη μερίδα του λέοντος και κυριαρχούν στο κεφάλι μας.
Προφανώς και όσο ο κόσμος εξελίσσεται, έρχεται και πιο κοντά και αυτό είναι θετικό. Πρέπει λοιπόν να επικοινωνήσει και σε μία κοινή γλώσσα και αυτό είναι αυτονόητο. Ως εκ τούτου, υπάρχει μία ευρύτατη γκάμα νέων αντικειμένων που κυρίαρχα γνωρίζουμε με τη διεθνή τους ορολογία και δύσκολα θα βρεις την ελληνική λέξη. Αυτό συνέβαινε και παλαιότερα. Για παράδειγμα όλοι μας μιλάμε για fast foods και όχι για ταχυφαγεία.
Μέχρι ενός σημείου, αυτό λοιπόν μπορεί να είναι αποδεκτό. Ωστόσο, είναι κρίμα, να αποξενωνόμαστε από τη δική μας γλώσσα, η οποία είναι και πολύ ωραία και πολύ πλούσια. Και πάρα πολύ δύσκολη, βέβαια, πράγμα το οποίο εύλογα ταλαιπωρεί.
Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε, ότι υπάρχουν και ορισμένοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν διάφορες κατσαρές ελληνικούρες, εμπνευσμένες κυρίως από την καθαρεύουσα, επειδή θεωρούν, ότι με αυτό φαίνονται περισσότερο μορφωμένοι και πιο λόγιοι. Ως συνειδητοποιημένος δημοτικιστής (αλήθεια, τί χρειάζεται αυτό σήμερα;), θα σας πω, ότι προτιμώ τα greeklish.
Δε νομίζω όμως, ότι χρειάζεται να διαλέξουμε. Η γλώσσα μας είναι πάρα πολύ ωραία, όπως προανέφερα, και μας ανοίγει και πόρτες σε πολύ σπουδαία αναγνώσματα. Πρέπει λοιπόν, να προσπαθήσουμε να πείσουμε τους εαυτούς μας και τους υπόλοιπους να την επαναπροσεγγίσουν και να την ξαναγαπήσουν. Και φυσικά να αρχίσουν, να την χρησιμοποιούν, έστω και αν χρειάζεται να καταβάλουν λίγο περισσότερο κόπο.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
